Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and impermissible re-evaluation of evidence by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Aegean Regional Court of Appeal. The appellant alleged procedural errors but failed to specify which substantive facts or legal rules were violated, rendering the grounds inadmissible. Furthermore, the court held that the lower court's assessment of witness testimonies and documents was immune from re-evaluation on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 nos. 1a and 19, 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific substantive facts and violated legal rules, and cannot challenge the final court's discretionary evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 693 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 693/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ε. του Α. και της Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αδαμάντιο Αρετάκη και Νικόλαο Ποντικάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Π. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μιχαλόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2013 μη οριστική, 185/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-5-2019 αίτηση και τους από 19-7-2022 και 24-3-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 01-05-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 19-07-2022 και 24-03-2023 προσθέτους αυτής λόγους προσβάλλεται η με αριθμό 185/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 03-03-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 47/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που είχε δεχθεί την από 10-04-2009 διεκδικητική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους με τα από 19-07-2022 και 24-03-2023 ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 26-08-2022 και 28-03-2023, αντίστοιχα (βλ. σχετικές πράξεις κατάθεσης) και επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 12-10-2022 και 28-03-2023, αντίστοιχα, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (03-04-2024), όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου, Σ.
Ι. και την με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αιγαίου, Β. Λ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, την από 10-04-2009 διεκδικητική κυριότητας αγωγή του.
Η αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και εκδόθηκε η με αριθμό 47/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την από 03-03-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 37/2013 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια η προσβαλλομένη με αριθμό 185/2018 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν.
Α. 1. Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ188/2017, ΑΠ1966/2017, ΑΠ759/2016).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τον δεύτερο (από 24-03-2023) πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 17 πλημμέλεια, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην του παραπάνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας (ΑΠ 493/2020, ΑΠ824/2014), σε κάθε δε περίπτωση η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, παρά μόνο μία διάταξη περί απόρριψης κατ' ουσίαν της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζήτησης, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 31/2019, ΑΠ 1473/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τον δεύτερο (από 24-03-2023) πρόσθετο λόγο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου και ότι περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης αυτού. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με κυριότητα του επιδίκου όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 407/2020, ΑΠ 112/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, β) την με αριθμό .../2010 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.
Μ., τις με αριθμούς .../2010 και .../2010 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας, Ι. Α. Τ., τις με αριθμούς ... /2008 και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον τις συμβολαιογράφου Θήρας, Ξ. Κ. - Χ. και τέλος τις προσαρτώμενες, στη με αριθμό .../2008 ένορκη βεβαίωση της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, φωτογραφίες.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από "..... την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την με αριθμ.
εκθ. κατ. ...-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού, Α. Γ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 158/2014 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, σε αντικατάσταση του διορισθέντος με την ως άνω 37/2013 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, και το συνημμένο σ αυτήν από Σεπτέμβριο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα, την από 10-4-2018 τεχνική έκθεση του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού - τεχνικού συμβούλου, Ν.
Ζ., την από 10-4-2018 πραγματογνωμοσύνη - τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονας - μηχανικού-τεχνικού συμβούλου, Μ. - Μ. Κ., τις υπ'αριθμ. ...-2010, ...-2010 και ...-2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Γ. Π., Ε. Τ. και Σ. Β. αντίστοιχα, ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών, Μ. Μ. η πρώτη και Θήρας, Ι. Α. Τ. οι λοιπές, που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών - εναγόμενος, με πρωτοβουλία του οποίου ελήφθησαν, μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του (βλ.
την με αριθμό ...-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Νάξου, Β. Λ.) και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν μετά νομίμου επικλήσεως, είτε για να ληφθούν υπόψη, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου (άρθρο 444 παρ. 3 ΚΠολΔ), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά, καθώς και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με αριθμ. ...-2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, Ε.
Α. και Γ. Χ. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θήρας Ξ. Κ. -Χ., οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ...". Εξάλλου, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, κατά την ελεύθερη κρίση του, χωρίς να έχει υποχρέωση να αξιολογεί ξεχωριστά το καθένα από αυτά.
Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδει στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τη δική του εκτίμηση και εκφράζει τα δικά του συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, αιτιώμενος, ότι αν το δικαστήριο τις λάμβανε υπόψη και υιοθετούσε το περιεχόμενό τους θα κατέληγε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτος.
3. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 559/2018, ΑΠ 950/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα που, κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτουν από την ορθή εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων (από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Η.
Α. και από 10-04-2018 τεχνικής έκθεσης του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Ζ.). Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, δεν αφορά σε "πράγμα", υπό την εκτιθέμενη στην προαναφερθείσα νομική σκέψη έννοια, αλλά σε συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν έχουν αυτοτέλεια.
Β.1. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1742/2006).
Περαιτέρω για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 1420/2019).
Εξάλλου για να είναι πλήρης ο ισχυρισμός για το έθιμο πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενό του και συγκεκριμένα να αναφέρεται με τρόπο σαφή και ορισμένο η ύπαρξη εθίμου διαμορφωθέντος δια της συνδρομής όλων των στην επιστήμη παραδεδεγμένων συστατικών αυτού στοιχείων, ήτοι της μακράς και ομοιόμορφης άσκησης και της κοινής συνείδησης περί της αναγκαιότητας του εφαρμοζόμενου ως κανόνος δικαίου εθίμου. (ΑΠ 913/2015, ΑΠ 2016/2014, ΑΠ 1069/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (από 19-07-2022) ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραβίασε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, επειδή το ανωτέρω δικαστήριο παραβίασε το εθιμικό δίκαιο της Θήρας, κατά το οποίο τα υπόσκαφα ακίνητα αποτελούν αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Όμως, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, δεν εκτίθεται το έθιμο κατά τρόπο πλήρη, ούτε και ο τρόπος που αυτό έχει καθιερωθεί τοπικά ώστε να αποτελεί έθιμο ρυθμιστικό της επίδικης εμπράγματης έννομης σχέσης (κυριότητας), με αναφορά στα παραγωγικά του επικαλουμένου εθίμου περιστατικά και ακόμη σε τι συνίσταται η παραβίασή του, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τι δέχθηκε αυτή και με ποιο τρόπο παραβιάστηκαν οι ανωτέρω κανόνες δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της "πράγμα" που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν εφάρμοσε το εθιμικό δίκαιο της Θήρας για τα υπόσκαφα ακίνητα αν και αυτός πρότεινε όλα τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η κυριότητά του στο επίδικο. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, δεν αφορά σε "πράγμα", υπό την εκτιθέμενη στην προαναφερθείσα νομική σκέψη έννοια. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κρίθηκε ότι επί του επιδίκου υπόσκαφου ακινήτου δεν μπορεί να υπάρξει αυτοτελής κυριότητα, αλλά ότι αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος έχει αποκτήσει την κυριότητά του και όχι στον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι το αμφισβητούμενο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν αν στα υπόσκαφα ακίνητα στη Θήρα μπορεί να υπάρξει αυτοτελής κυριότητα αλλά ποιος από τους διαδίκους απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου υπόσκαφου ακινήτου.
Περαιτέρω, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο (από 19-07-2022) ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην του παραπάνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια (επιδίκαση μη αιτηθέντων). Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Γ. 1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1 β και παρ. 2ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται και κατά της απόφασης αυτής, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται και κατ` αυτής η αναίρεση (ΑΠ 1271/2020, ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 2152/2014).
Περαιτέρω, κατά το γενικό κανόνα, που τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των περιοριστικώς αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων (αν, δηλαδή, πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο ισχυρισμός περί αυτής (αοριστίας της αγωγής) δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολ.Δ., αφού η αοριστία δεν αποτελεί παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο. Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Για την πληρότητα δε του σχετικού, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολ.Δ., λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά τον περί αοριστίας ισχυρισμό καθώς και το περιεχόμενο του, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης της αποδιδόμενης μομφής (ΑΠ 851/2023. ΑΠ 510/2021). Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 376/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (από 24-03-2023), το δεύτερο πρόσθετο λόγο (από 24-03-2023) όπως συμπληρώνουν και τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο το εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας της, συνισταμένης στο ότι δεν γίνεται ακριβής περιγραφή του επιδίκου ως τμήματος μείζονος έκτασης, χωρίς όμως ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά ούτε και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο την ήδη προβαλλόμενη αοριστία (στη σελίδα 6 των από 24-03-2023 πρόσθετων λόγων γίνεται μία γενικόλογη αναφορά, η οποία έχει ως εξής (επί λέξει).... "Όλα τα ως άνω τα είχαμε προβάλει κατ' επανάληψη σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί μας"....
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αλλά και της 37/2013 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η ένσταση αοριστίας της αγωγής απορρίφθηκε με οριστική διάταξη της τελευταίας ως άνω απόφασης, κατά της οποίας όμως δεν απευθύνεται ούτε η αναίρεση, ούτε οι πρόσθετοι λόγοι.
Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς, 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι απαράδεκτος. Επίσης με το ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 πλημμέλεια (παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου), χωρίς, όμως, αναφορά, πλην του παραπάνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το περιεχόμενο που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης εγγράφου (ΑΠ 885/2021, ΑΠ 1099/2019).
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Ακόμα και αν εκτιμηθεί ότι ο λόγος αναίρεσης σχετικά με την παραβίαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στα επικαλούμενα τοπογραφικά διαγράμματα: α) του από ... 1987 του μηχανικού Δ. Α. και β) του από ... 2000 του μηχανικού Α. Τ., με την επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι σε κανένα από αυτά δεν αποτυπώνεται το επίδικο ακίνητο, ενώ το αντίθετο αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι ο λόγος αυτός που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι δεν αποτελούν έγγραφα υπό την έννοια της διάταξης αυτής, τα τοπογραφικά διαγράμματα (ΑΠ 592/2020, ΑΠ 774/2019). 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, Ολ.ΑΠ6/2017).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 799/2020).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ12/2016, Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για την πληρότητα των άνω από τους αριθμούς 1 και 19 λόγους πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ353/2020, ΑΠ1008/2018), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ517/2021, ΑΠ1373/2019, ΑΠ892/2019, ΑΠ1305/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από 24-03-2023 πρόσθετους λόγους, αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου, την οποία αναιρεσιβάλλει, τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1α 'και 19 ΚΠολΔ. Οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες εξαιτίας της αοριστίας τους, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο ούτε οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ούτε οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, ερειδόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης.
Σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων) από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής παρέλκει η εξέταση του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα της εκτέλεσης κατάσταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 01-05-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 19-07-2022 και από 24-03-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 01-05-2019 αίτηση αναίρεσης της 185/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και τους από 19-07-2022 και από 24-03-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου