Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of no fault for truck driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a fatal traffic collision between a motorcycle and a truck. The appellants argued the truck driver failed to yield, but the court found the motorcycle driver's sudden, uncontrolled leftward maneuver into the truck's lane was the sole cause. Consequently, the court ruled the truck driver's speed and lack of fault were not legally connected to the accident, rejecting the appeal's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appellate court must reject appeal arguments if the lower court's factual findings regarding causation are supported by evidence and do not constitute a procedural error under Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 693 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 693/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) V. (Β.) B. (Μ.) του M. (Μ.), συζ. Q. (Κ.) B. (Μ.), κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της M. (Μ.) B. (Μ.) του Q. (Κ.), 2) E. (Ε.) B. (Μ.) του Q. (Κ.), κατοίκου ..., 3) B. (Μ.) H. (Χ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., 4) A. (Α.) B. (Μ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., 5) M. (Μ.) S. (Σ.) του E. (Ε.), κατοίκου ..., 6) S. (Σ.) B. (Μ.) του H. (Χ.), κατοίκου M. Κ. Ι. και 7) H. (Χ.) L. (Λ.) του H. (Χ.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2128/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 14-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./ …./2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 262/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 21-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …../…../2019) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείoντες, εξέθεσαν ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Π.
Κ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ΕΚΒ …. δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Ι. Α. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το τραυματισμό του O.
B., συζύγου της πρώτης ενάγουσας, πατέρα του δεύτερου και τρίτου (ανήλικου, εκπροσωπούμενο από τη πρώτη ενάγουσα μητέρα του) και αδελφού των λοιπών εναγόντων, ο οποίος οδηγούσε τη με αριθ. κυκλοφορίας ΒΧΙ …. δίκυκλη μοτοσικλέτα, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (μετά τη παραδεκτή παραίτησή τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων), οφείλουν να τους καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου του οικείου τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 2128/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες η, από 22-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./…../2020), έφεση με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και τη παραδοχή της αγωγής τους.
Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε, τη προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 224/2023).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 652/2022).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.
β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στη κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Ακόμη, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση τη κατεύ8υνση και τη ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή τη πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) Έκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού.
γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης". Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''.....
Στις 14-5-2018 και περί ώρα 09.40, ο O. B., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και τρίτου (ανηλίκου, εκπροσωπούμενου από τη μητέρα του) και αδελφός των λοιπών εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, κινούνταν, οδηγώντας την υπ' αριθ. ΒΧΙ-….. δίκυκλη μοτοσικλέτα επί της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο.
Την ίδια χρονική στιγμή, επί της τρίτης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών (δεύτερης από αριστερά) κινούνταν με την ίδια κατεύθυνση το υπ' αριθ. ΕΚΒ-……. Δ.Χ. φορτηγό, που οδηγούσε ο Π. Κ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία.
Η Λεωφόρος Αθηνών είναι διπλής κατεύθυνσης, με τέσσερις λωρίδες ανά κατεύθυνση και στο μέσο αυτής υφίσταται διαχωριστική νησίδα πλάτους 6 μέτρων. Κατά τον ανωτέρω χρόνο (ημέρα) η κατάσταση της παραπάνω οδού ήταν ξηρά, ο καιρός ήταν καλός και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, πλην όμως στο ύψος του ΟΤ 378 του Δήμου Χαϊδαρίου, λόγω αντιπλημμυρικών έργων που εκτελούσε η Περιφέρεια Αττικής, οι λωρίδες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο, από τέσσερις γίνονταν δύο, με κατάλληλη σήμανση και ειδικότερα με τσιμεντένιες μπαριέρες και επ' αυτών φωτιζόμενα βέλη, που είχαν τοποθετηθεί κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του οδοστρώματος και ξεκινούσαν από τη πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία είχε αποκλειστεί και με φορά ελαφρά διαγώνια προς τα αριστερά, έτσι ώστε η δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας να μειώνεται σταδιακά και εν τέλει να εκμηδενίζεται, σε απόσταση 107,40 μέτρων από την έναρξη των εμποδίων και να απομένουν τελικά δύο λωρίδες κυκλοφορίας (ήτοι οι δύο αριστερές), συνολικού πλάτους επτά μέτρων (....).
Περαιτέρω, ο ανωτέρω οδηγός (O. B.), αν και είχε αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εν λόγω προειδοποιητικών πινακίδων, που τον υποχρέωναν να κινηθεί προς αριστερά και να εισέλθει στη τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (ήδη πρώτη από δεξιά μετά τη σήμανση), αφού καταστήσει έγκαιρα γνωστή τη πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης του δικύκλου οχήματός του, συνέχισε τη πορεία του εντός της δεύτερης από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όταν έφθασε στο σημείο αυτής, όπου δεν υπήρχε ελεύθερο οδόστρωμα για να κινηθεί, αφού αυτό είχε καλυφθεί πλέον από τις τσιμεντένιες μπαριέρες, επιχείρησε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα ελιγμό προς αριστερά για να εισέλθει στη τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν, όπως προαναφέρθηκε, το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ΕΚΒ-….. Δ.Χ. φορτηγό. Κατά τη κίνησή του όμως αυτή δε βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πλάι του και εν προκειμένω του ανωτέρω φορτηγού, λαμβάνοντας υπ' όψη τη θέση, τη κατεύθυνση και τη ταχύτητά του, με αποτέλεσμα η δεξιά πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας να συρθεί κατά μήκος των τσιμεντένιων μπαριερών (....), να εγκλωβιστεί ο οδηγός αυτής στο πίσω μέρος του φορτηγού και να συντριβεί ανάμεσα σε αυτό και τις τσιμεντένιες μπαριέρες, ακολούθως δε να παρασυρθεί μαζί με το όχημά του σε απόσταση 10,2 μέτρων (...).
Ειδικότερα, ο ανωτέρω οδηγός O. B. υπέστη βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος και αριστερού άνω άκρου, οι οποίες και επέφεραν τον θάνατό του (...). Όμως οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω ατύχημα έλαβε χώρα υπό διαφορετικές συνθήκες και ειδικότερα ότι το κανονικά κινούμενο δίκυκλο όχημα του θανόντος συγγενούς τους προπορευόταν του φορτηγού, στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ο οδηγός αυτού O.
B. είχε αρχίσει την προς τα αριστερά κίνησή του, λόγω του σταδιακού αποκλεισμού της λωρίδας κυκλοφορίας του, πλην όμως ο οδηγός του φορτηγού δεν του έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την κίνησή του αυτή λόγω της μεγάλης και ακατάλληλης για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητας που είχε αναπτύξει, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει θανάσιμα κατά τα ανωτέρω.
Προς ενίσχυση δε του ισχυρισμού τους προσκομίζουν και επικαλούνται την από 20-3-2019 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Εργοδηγού-Μηχανολόγου Πραγματογνώμονα Ε. Μ., ο οποίος θεωρεί κύρια αιτία του ατυχήματος τη ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός του φορτηγού και βεβαιώνει ότι "αν ο οδηγός του φορτηγού απλά τροχοπεδούσε ή άφηνε το πόδι του από το γκάζι του φορτηγού" δεν θα είχε συμβεί το ένδικο ατύχημα''.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία καθόσον έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων που επιλήφθηκαν του ένδικου ατυχήματος. Ειδικότερα, αν ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων ήταν βάσιμος, τότε το φορτηγό θα είχε υποστεί υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο ή έστω στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του και η δίκυκλη μοτοσικλέτα στο πίσω τμήμα της.
Τέτοιες όμως υλικές ζημίες δεν υπάρχουν σύμφωνα με την ως άνω έκθεση αυτοψίας. Αντιθέτως από την έκθεση αυτοψίας προκύπτει σαφώς ότι το σημείο επαφής του φορτηγού με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα είναι στο ντουλαπάκι, πίσω από το ρεζερβουάρ, σε απόσταση 4,8 μέτρα από το εμπρόσθιο μέρος του φορτηγού, το οποίο φέρει υλικές ζημίες (απόξεση).
Με δεδομένο ότι το εν λόγω φορτηγό έχει μήκος 7,72 μέτρα (...), είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο ντουλαπάκι, στο οποίο δημιουργήθηκε η απόξεση, είναι στη πίσω δεξιά πλευρά του φορτηγού και συγκεκριμένα 2,92 μέτρα από το πίσω τμήμα του (7,72-4,8). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι αίμα μαζί με σάρκα του άτυχου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας βρέθηκε στους πίσω δεξιούς τροχούς και γύρω από τους λασπωτήρες του φορτηγού.
Και είναι μεν αληθές ότι ο οδηγός του φορτηγού κινούνταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, με ταχύτητα 58 χλμ/ώρα ήτοι ανώτερη της επιτρεπόμενης, που οριζόταν στο σημείο του ατυχήματος με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 σε ανώτερο όριο 40 χλμ/ώρα, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα.
Και τούτο καθόσον ο οδηγός του φορτηγού δεν θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα, ακόμα και αν κινούνταν με μικρότερη ταχύτητα, αφού ο τελευταίος δεν μπορούσε να προβλέψει την αιφνίδια και ανεξέλεγκτη πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας στη λωρίδα κυκλοφορίας του και επιπροσθέτως, λόγω του όγκου και των διαστάσεων του οχήματός του, η οποιαδήποτε κίνηση αυτού προς αποφυγή του ατυχήματος (τροχοπέδηση) θα έθετε σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού.
Κατ' ακολουθία τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας O. B., ο οποίος από αμέλειά του ήτοι έλλειψη της επιμέλειας του μέσου συνετού οδηγού που θα βρισκόταν υπό τις ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ), κινούμενος επί της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών, επιχείρησε αιφνίδια και απροειδοποίητα ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στη τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (λόγω αποκλεισμού της λωρίδας κυκλοφορίας του κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα) και κατά τη κίνηση αυτή δε βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πλάι του, λαμβάνοντας υπ' όψη τη θέση, τη κατεύθυνση και τη ταχύτητά τους και εν προκειμένω του υπ' αριθ.
ΕΚΒ-….. Δ.Χ. φορτηγού, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα που επέφερε το θανάσιμο τραυματισμό του, ήτοι ο ανωτέρω οδηγός σαφώς παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την υπ' αριθ. 2128/2019 εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της υπ' αριθ.
ΒΧΙ-… δίκυκλης μοτοσικλέτας O. B., ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι ενάγοντες- εκκαλούντες με το πρώτο λόγο της κρινόμενης εφέσεώς τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Λόγω δε της ανωτέρω κρίσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού συγγενούς των εναγόντων- εκκαλούντων στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αυτής, που αφορά στη χρήση ή μη προστατευτικού κράνους από το θανόντα οδηγό, ως άνευ αντικειμένου, γεγονός που ως εκ περισσού, άλλωστε, κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία η υπό κρίση έφεση....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ομοίως κατ'ουσία την αγωγή τους, περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ καθώς και τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του O.
B., οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ΒΧΙ-….. δίκυκλης μοτοσικλέτας-οικείου των αναιρεσειόντων και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του Π. Κ., οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ΕΚΒ-…. δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, στη πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι και η εκ μέρους του ως άνω οδηγού, υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 18 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά 18 χιλιόμετρα την ώρα του οδηγού του δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς η ταχύτητά του κατά το χρόνο πριν τη σύγκρουση, ήταν 58 χλμ/ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 40 χλμ/ώρα, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, καθώς ακόμη και εντός των ορίων της επιτρεπόμενης ταχύτητας να κινούνταν, δεν θα είχε αποφευχθεί τόσο η σύγκρουση όσο και οι συνέπειες αυτής, εν όψει της αιφνίδιας και ανέλεγκτης πορείας της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο O.
B.-οικείος των αναιρεσειόντων, στη λωρίδα κυκλοφορίας του (οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου), καθώς και λόγω του όγκου και των διαστάσεων του εν λόγω οχήματος, η οποιαδήποτε κίνηση αυτού προς αποφυγή του ατυχήματος (τροχοπέδηση) θα έθετε σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 607/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1310/2014).
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος κατά 18 χλμ/ώρα και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού της με αριθ.
κυκλοφορίας ΒΧΙ-….. δίκυκλης μοτοσικλέτας O. B.. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός O. B., στη πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ΕΚΒ-….. δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο O. B., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλ.
ότι, ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του επί της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο, αν και είχε αντιληφθεί την ύπαρξη προειδοποιητικών πινακίδων (τσιμεντένιες μπαριέρες και φωτιζόμενα επ' αυτών βέλη), που είχαν τοποθετηθεί κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του οδοστρώματος και ξεκινούσαν από τη πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία είχε αποκλειστεί και με φορά ελαφρά διαγώνια προς τα αριστερά, έτσι ώστε η δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας να μειώνεται σταδιακά και εν τέλει να εκμηδενίζεται, σε απόσταση 107,40 μέτρων από την έναρξη των εμποδίων και να απομένουν τελικά δύο λωρίδες κυκλοφορίας (δηλ.
οι δύο αριστερές), συνολικού πλάτους επτά μέτρων, έτσι ώστε οι λωρίδες κυκλοφορίας της ανωτέρω οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο, από τέσσερις γίνονταν δύο και είχε υποχρέωση να κινηθεί προς αριστερά και να εισέλθει στη τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (ήδη πρώτη από δεξιά μετά τη σήμανση), αφού καταστήσει έγκαιρα γνωστή τη πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του, αυτός συνέχισε τη πορεία του εντός της δεύτερης από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και όταν έφθασε στο σημείο αυτής, όπου δεν υπήρχε ελεύθερο οδόστρωμα για να κινηθεί, αφού αυτό είχε καλυφθεί πλέον από τις τσιμεντένιες μπαριέρες, επιχείρησε αιφνίδια και ανεξέλεγκτα ελιγμό προς αριστερά για να εισέλθει στη τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν το φορτηγό αυτοκίνητο, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, τη κατεύθυνση και τη ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στη πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο κινούνταν σύννομα, προς την ίδια κατεύθυνση, στη τρίτη από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αθηνών (δεύτερης από αριστερά) και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα που επέφερε το θανάσιμο τραυματισμό του.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη θέση και κίνηση των εμπλεκόμενων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων επί της οδού κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο, ως προς τον αιφνίδιο και ανεξέλεγκτο ελιγμό του οδηγού της μοτοσικλέτας προς αριστερά και ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού O.
B.. Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από τη σύγκρουση, οι χαραγές στη τσιμεντένια μπαριέρα από το σύρσιμο της μοτοσικλέτας, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στο προσδιορισμό του σημείου επαφής της δίκυκλης μοτοσικλέτας με το φορτηγό, απορρίπτοντας αιτιολογημένα, τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα προπορευόταν του φορτηγού, στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ο οδηγός αυτής O.
B. είχε αρχίσει τη προς τα αριστερά κίνησή του, λόγω του σταδιακού αποκλεισμού της λωρίδας κυκλοφορίας του, πλην όμως ο οδηγός του φορτηγού δεν του έδωσε τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τη κίνησή του αυτή, λόγω της μεγάλης και ακατάλληλης για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητας που είχε αναπτύξει, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει θανάσιμα.
Ακόμη και σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ΕΚΒ-….. δημόσιας χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, για τη πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε το Εφετείο ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με τη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η υπέρβαση κατά 18 χλμ/ώρα του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας (των 40 χλμ/ώρα), δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ούτε ότι η έλλειψη των ως άνω παραβάσεων θα ήταν ικανή να αποτρέψει το ένδικο συμβάν, αφού, η αιφνίδια και ανέλεγκτη είσοδος της μοτοσικλέτας του θανόντος οδηγού O.
B. προς τα αριστερά στη λωρίδα κυκλοφορίας του φορτηγού και παρεμβολή στη πορεία του, δεν θα επέτρεπε, σε κάθε περίπτωση, στον οδηγό του τελευταίου να δράσει διαφορετικά. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, αναιρετικούς λόγους και, συνακόλουθα, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Σε ακολουθία των παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./…./2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 262/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ