Legislator Case Law & Legislation
693/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error and inadmissible res judicata claim in inheritance dispute.

Case Number 693/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Eastern Crete's final decision. The appellant argued the lower court erred by not examining a settlement agreement, while the court found the Third Instance Court was the exclusive competent authority for that issue. Furthermore, the court rejected the claim that a prior decision was inadmissible because it did not constitute a separate lawsuit, ruling the appeal inadmissible on these grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 559, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the Third Instance Court is exclusively competent to rule on the validity of a settlement agreement in inheritance matters and that a prior decision on related claims does not constitute a separate lawsuit rendering a subsequent appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal jurisdictional error res judicata inheritance dispute separate lawsuit Third Instance Court inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Χ. Π., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ντούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κούρτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 4570/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 μη οριστική και 18/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 21/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/5/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 15-5-2020 (14/11-6-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 21/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από την επισκόπηση των εγγράφων, που περιέχονται στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι η υπό κρίση υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 14-10-2003 (200/22-10-2003) αγωγή κατά της ήδη αναιρεσείουσας, του Γ. Ξ., του Χ.

Λ., Α. συζ. Ν. Π. και Σ. Κ., με την οποία ζητούσε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω πλαστότητας, της από 10-3-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της αδελφής του ίδιου και της πρώτης των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσας) και θείας του δεύτερου εξ αυτών (υιού της προαποβιώσασας αδελφής τους, Α. Π.), που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία, για τη γνησιότητα δε αυτής κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, με την οποία (ιδιόγραφη διαθήκη) ορίζονταν ως μοναδικοί κληρονόμοι της αποβιώσασας οι δύο πρώτοι των εναγομένων και β) να αναγνωριστεί αυτός ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας αδελφής του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Στο ίδιο δικόγραφο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε, όπως, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, το ως άνω Δικαστήριο παραπέμψει την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα, προκειμένου να ασκηθεί σε βάρος των εναγομένων ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της πλαστογραφίας, της χρήσης πλαστού, της ψευδορκίας μαρτύρων και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία.

Προ της συζητήσεως της ως άνω αγωγής, στις 12-11-2003, συνετάγη μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 214Α του Κ.Πολ.Δ., το 5/2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, με το οποίο συμφώνησαν ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί ή υπογραφεί από τη διαθέτιδα και ότι, εντεύθεν, πρέπει να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή αυτής και να υπεισέλθει αυτός, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Στο ίδιο πρακτικό συμφωνήθηκε, εξάλλου, "να μη ακολουθήσει ποινική δίωξη κατά των εναγομένων, διότι αυτοί κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε η διαθήκη και κηρύχθηκε κυρία, πίστευαν ότι αυτή είχε γραφεί και υπογραφεί από τα χέρια της διαθέτιδας". Το εν λόγω πρακτικό προσκομίστηκε στο Πρόεδρο του ως άνω Δικαστηρίου και επικυρώθηκε απ' αυτόν, με συνέπεια την κατάργηση της δίκης επί της ως άνω αγωγής.

Στη συνέχεια, η ήδη αναιρεσείουσα, ο Γ. Ξ., Χ. Λ., Α. συζ. Ν. Π. και Σ. Κ. άσκησαν, κατ' άρθρο 214Α παρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, την από 12-2-2004 (221/19-2-2004) αγωγή κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί το ως άνω πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, λόγω ουσιώδους πλάνης, απειλής και εξαπατήσεώς τους από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) σχετικά με το ότι αυτός είχε διενεργήσει γραφολογική εξέταση της διαθήκης, ενώ, εκ των υστέρων, μετά από γραφολογικές γνωματεύσεις, διαπιστώθηκε η αναμφισβήτητη γνησιότητά της και να επανέλθει η εκκρεμοδικία επί της από 14-10-2003 (200/2003) αγωγής του αντιδίκου τους (ήδη αναιρεσιβλήτου).

Το ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Κρήτης), με την 453/2006 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή, το μεν, διότι η διαφορά των διαδίκων ήταν δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, το δε, διότι δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί πλάνης, απειλής ή απάτης σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου).

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, με την 786/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης των ως άνω εναγόντων. Ακολούθως, η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-5-2009 (91434/5898/2009) αγωγή κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε, μετά την παραδεκτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματός της, να αναγνωριστεί:

α) ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της εκ μέρους του προσβολής της προσωπικότητάς της, β) ότι η από 10-3-2003 ιδιόγραφη διαθήκη της αδελφής της, Α. Π., είναι γνήσια και έγκυρη και γ) ότι είναι παράνομες, ανήθικες και άκυρες οι από 12-11-2003 συμφωνίες, που συνήψε με τον εναγόμενο, ήτοι ι) ότι η ως άνω διαθήκη δεν έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, ιι) να μην ασκηθεί κατ' αυτής ποινική δίωξη για το αδίκημα της πλαστογραφίας και ιιι) ότι ο εναγόμενος είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αδελφής τους, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Ο τελευταίος, ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας την από 18-6-2009 (6656/2009) αγωγή ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου περί προσβολής της προσωπικότητάς του και ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και την άρση της προσβολής. Με την 4841/2011 απόφασή του, το ως άνω Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, διέταξε το χωρισμό των σωρευθεισών στο δικόγραφο της πρώτης αγωγής αξιώσεων και συγκεκριμένα α) αποφάνθηκε ότι είναι κατά τόπο αναρμόδιο ως προς το σκέλος της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, που αφορούσε στην αναγνώριση ως γνήσιας και έγκυρης της προαναφερόμενης διαθήκης, την οποία παρέπεμψε στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, β) αποφάνθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο ως προς το σκέλος της ίδιας αγωγής, που αφορούσε στην αναγνώριση ως παράνομων, ανήθικων και άκυρων των από 12-11-2003 συμφωνιών της ενάγουσας με τον εναγόμενο και την παρέπεμψε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης και γ) κράτησε την ίδια αγωγή, ως προς το σκέλος αυτής, που αφορούσε στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, τη συζήτηση της οποίας ανέβαλε, μέχρι της τελεσίδικης περατώσεως της αγωγής περί αναγνώρισης της γνησιότητας και εγκυρότητας της ως άνω διαθήκης, ενώ, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη τη δεύτερη αγωγή (του ήδη αναιρεσιβλήτου) και υποχρέωσε την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Το εν λόγω Δικαστήριο, με την 4570/2013 απόφασή του, συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις, τις οποίες δέχθηκε τυπικά και αφού απέρριψε το λόγο έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, σχετικά με την παραπομπή της υπόθεσης που αφορούσε στο αίτημα περί αναγνωρίσεως της από 10-3-2003 ιδιόγραφης διαθήκης ως γνήσιας και έγκυρης, ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση οριστικής απόφασης επί των εκατέρωθεν εφέσεων, μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου αναφορικά με τη γνησιότητα και εγκυρότητα της ως άνω διαθήκης.

Εν τω μεταξύ, το Εφετείο Κρήτης, με την 103/2014 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος αυτής, το οποίο ήχθη προς συζήτηση ενώπιόν του και αφορούσε στην αναγνώριση της ακυρότητας του 5/2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ως περιέχον παράνομες και ανήθικες συμφωνίας, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της (αγωγής), ήτοι, μετά την πάροδο της οριζόμενης στη διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 214Α του Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 19 του ν. 3994/2011.

Παραλλήλως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, δικάζοντας την ως άνω από 28-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος αυτής, που αφορούσε στην αναγνώριση της γνησιότητας και εγκυρότητας της επίδικης διαθήκης, αρχικά, εξέδωσε την 121/2013 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, ακολούθως, την 59/2015 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και, εν τέλει, τη 18/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη είναι γνήσια και έγκυρη.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο, με την 21/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεσή του, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, ακολούθως, απέρριψε την από 28-5-2009 αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος αυτής, που αφορούσε την αναγνώριση της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης ως γνήσιας και έγκυρης, δεχθέν ότι το 5/2003 πρακτικό της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που συνήψαν οι διάδικοι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με το οποίο αναγνώρισαν ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, έχει καταστεί απρόσβλητο.

Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα-εφεσίβλητη άσκησε την υπό την κρίση αίτηση αναίρεσης.

Το άρθρο 214Α του Κ.Πολ.Δ. εισήγαγε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης R (86) 12 της 16-12-1986, το δικονομικό θεσμό της απόπειρας εξώδικης επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, η οποία αποβλέπει στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση των διαδίκων να επιλύουν πολλές από τις σοβαρότερες και δυσχερέστερες ιδιωτικές διαφορές, αρμοδιότητας πολυμελούς πρωτοδικείου, με αμεσότερο, συντομότερο, ολιγοδαπανότερο και ασφαλέστερο τρόπο, αφού αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον την αλήθεια καθώς και τις ασθενείς πλευρές της άποψης του καθενός.

Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 19 του ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, όριζε τα εξής: "1. Αγωγές, που έχουν ως αντικείμενό τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων. 2.

Κατά τη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης της αγωγής και τον ορισμό δικασίμου ο γραμματέας θέτει στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα ευδιάκριτη σφραγίδα ότι συζήτηση δεν επιτρέπεται αν δεν προηγηθεί απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς... 4. Κατά τη συνάντηση οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει... 5. Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζομένου δικαιώματος, το ποσό της οφειλομένης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί.

Η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι και οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων. 6.

Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, την επικύρωσή του. Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει: α) ότι η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό.

Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωσή του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτει ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης.

Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο... 11. Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου.

Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβιώνει μόνο κατά τούτο. Νέα απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς δεν απαιτείται. Η διάταξη του άρθρου 184 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται αναλόγως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Δύο είναι οι προϋποθέσεις που καθιστούν υποχρεωτική την προδικασία της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης, ήτοι α) να πρόκειται για αγωγή, υπαγόμενη στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, κατά την τακτική διαδικασία και β) η διαφορά να είναι δεκτική συμβιβασμού, κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (άρθρ. 871 επ.

του Α.Κ.). 2) Οι διάδικοι, κατά τη συνάντησή τους, η διαδικασία της οποίας διαγράφεται στις παραγράφους 3 και 4 του ανωτέρω άρθρου, χρησιμοποιώντας όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν, αμοιβαίως, αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Δεν απαιτείται, επομένως, νομικός χαρακτηρισμός. Αρκεί να επιτευχθεί "αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς". 3) Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό, στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι, υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί. 4) Η συμφωνία περιορίζεται στο επίδικο αντικείμενο, στη "διαφορά", όπως αυτή οριοθετείται από την αγωγή και την τυχόν ανταγωγή.

Αν η συμφωνία επεκταθεί και πέραν του επίδικου αντικειμένου, αυτή αποτελεί, ως προς το πέραν τούτου μέρος της, εξώδικο συμβιβασμό ή άλλη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, δεν επιδρά, επομένως, στη δίκη και δεν υποβάλλεται κατά τούτο, στην, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, επικύρωση. Στην έκταση δε που αναφέρεται στο επίδικο αντικείμενο, η "συμφωνία" αποτελεί είδος συμβιβασμού, υπό την έννοια των άρθρων 891 του Α.Κ.

και 293 του Κ.Πολ.Δ., ισχύουν, όμως, ειδικότερα ως προς αυτήν οι διατάξεις της παραγράφου 6. 5) Το συντασσόμενο πρακτικό επικυρώνει ο πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται στην παράγραφο 6, ήτοι, εφόσον αυτός διαπιστώσει α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό είναι χρονολογημένο και υπογεγραμμένο από τους διαδίκους ή από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, εφόσον αυτοί έχουν την ειδική, κατά το άρθρο 98 του Κ.Πολ.Δ., πληρεξουσιότητα, σε αντίτυπα ισάριθμα προς τους αντιδικούντες διαδίκου ή ομάδες διαδίκων και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της τυχόν οφειλόμενης οφειλής. 6) Μετά την επικύρωση αυτή, η συμφωνία των διαδίκων καθίσταται δεσμευτική από άποψη ουσιαστικού δικαίου και έκτοτε παράγει τα δικονομικά της αποτελέσματα, επιφέρει, δηλαδή, κατάργηση της δίκης και αποδεικνύει το δικαίωμα που αναγνωρίστηκε, αν δε το πρακτικό περιέχει καταψήφιση, αποτελεί τίτλο εκτελεστό, οπότε περιάπτεται τον εκτελεστήριο τύπο, κατά το άρθρο 918 του Κ.Πολ.Δ.

και 7) Παρέχεται η δυνατότητα άσκησης αγωγής για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης, που περιέχεται στο πρακτικό, οι λόγοι δε ακυρότητας ή ακυρωσίας είναι οι αναφερόμενοι στο ουσιαστικό δίκαιο για τη δήλωση βούλησης. Από τα παραπάνω συνάγεται, εξάλλου, ότι, στα πλαίσια της εξώδικης, κατά το άρθρο 214Α του Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατή η ρύθμιση και άλλων ζητημάτων, που δεν σχετίζονται με την επίδικη διαφορά, η οποία (ρύθμιση), όμως, δεν επηρεάζει την όλη συμφωνία των διαδίκων, δεν την καθιστά, δηλαδή, άκυρη, ούτε εμποδίζει την παραγωγή των ανωτέρω δικονομικών της αποτελεσμάτων, ως προς το μέρος αυτής, με το οποίο ρυθμίζεται το επίδικο αντικείμενο.

Δηλαδή, η αληθινή έννοια της διάταξης της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου ότι "η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς" είναι ότι η συμφωνία των διαδίκων παράγει τα προαναφερόμενα δικονομικά αποτελέσματα στην έκταση, που αυτή αφορά στην ένδικη διαφορά (Α.Π. 1768/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ελέγχονται, δηλαδή, με το λόγο αυτό και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον προέβη στην έρευνα της ουσίας. Στην τελευταία περίπτωση, ο έλεγχος γίνεται, αποκλειστικώς και μόνο, βάσει των πραγματικών παραδοχών, όχι των νομικών σκέψεων της προσβαλλομένης (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 197/2022, Α.Π. 14/2021).

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά, ως εκ περισσού, διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα, κατ` ένσταση ή αντένσταση, ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές, προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης, αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (Α.Π. 10/2021, Α.Π. 2090/2017, Α.Π. 255/2010).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση καν αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 74/2018, Α.Π. 1530/2008, Α.Π. 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 74/2018, Α.Π. 841/2017) όπως η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (Α.Π. 1534/2017). Δεν ιδρύεται, εξάλλου, ο λόγος αυτός, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, αν δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 50/2008) καθώς επίσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και λόγο έφεσης, και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 455/2021, Α.Π. 194/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 545/2019, Α.Π. 812/2018).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και η οποία εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής ή της τριτανακοπής και των ενδίκων μέσων, ως προς τα διάφορα αιτήματα αυτών, όχι, όμως και οι επιμέρους λόγοι αυτών. Η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις (πλην της ένστασης συμψηφισμού, που δημιουργεί εκκρεμοδικία) και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτό λόγο (Α.Π. 455/2021, Α.Π. 11/2021, Α.Π. 19/2020).

Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης και, ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ` ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να ασχολήθηκε με το δεδικασμένο, ήτοι την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) αν η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση, από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης αυτής, δ) τα ζητήματα που κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και ε) οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (Α.Π. 81/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 563/2017, Α.Π. 1324/2013, Α.Π. 945/2008).

Εξάλλου, μολονότι κατά το άρθρο 332 του Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή, περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ.Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 2/2006, Α.Π. 1002/2005).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (Α.Π. 299/2020, Α.Π. 1311/2018, Α.Π. 1345/2011, Α.Π. 1858/2005, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 853/2001).

Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία έχει αυτό παραχθεί, δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης.

Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως παρεμπίπτον ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (Α.Π. 1708/2014, Α.Π. 61/2006).

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό δικαίωμα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβασή ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Εξάλλου η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.Α.Π. 1/2005). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Στις 10.3.2003 απεβίωσε στο Ηράκλειο Κρήτης η Α.

Π.... αμφιθαλής αδελφή των διαδίκων, οι οποίοι, μαζί με τον Γ. Ξ. τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής τους Μ., ήταν και οι πλησιέστεροι συγγενείς της κατά το χρόνο του θανάτου της. Στις 4.6.2003, ύστερα από αίτηση της ενάγουσας, δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, δυνάμει του με αριθμό 80/2003 πρακτικού συνεδρίασής του, ως συνταχθείσα ιδιοχείρως από την αποβιώσασα Α.

Π., η από 10.3.2003 ιδιόγραφη διαθήκη, σύμφωνα με την οποία όριζε κληρονόμους της την ενάγουσα και τον ανιψιό της Γ. Ξ.. Η διαθήκη αυτή κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμό 256/2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου... Στην τελετή του 40ήμερου μνημοσύνου προς τη μνήμη της αποβιώσασας Α. Π., η ενάγουσα επέδειξε στον εναγόμενο αντίγραφο της άνω ιδιόγραφης διαθήκης.

Η ως άνω διαθήκη έχει επί λέξει ως εξής: 'Εγώ η Κ. Π. του Κ. επιθυμώ να πάρει την περιουσία μου και τα λεφτά μου η αδελφή μου Ε. και ο ανιψιός μου ο Γ. και να ξεκαθαρίσει με το δικηγόρο ο Μ. ο αδελφούλης μου ότι μου έχει κάνει είναι πληρωμένος με το παραπάνω, αυτί είνε η τελευταία μου επιθυμία και την υπογράφω. 10.3.2003.

Εν .... Α. Π.'. Ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου κατά της ενάγουσας, του έτερου τιμώμενου Γ. Ξ. και των τριών ως άνω μαρτύρων, την από 14.10.2003 και με αριθ. κατ. 200/2003 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, ως προϊόν πλαστογραφίας η ως άνω διαθήκη της Α. Π. και ότι ο ίδιος είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της.

Ημερομηνία για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς που ασκήθηκε με την αγωγή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, ορίστηκε η 12η Νοεμβρίου 2003 και τόπος τα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου Λασιθίου... Κατόπιν συμφωνίας τους, οι ως άνω διάδικοι συνέταξαν πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, με το οποίο συμφώνησαν μεταξύ άλλων: 'Οι εναγόμενοι μετά από έλεγχο της γραφής και υπογραφής της αποβιωσάσης Α.

Π. διαπίστωσαν ότι ναι μεν ομοιάζει η γραφή και η υπογραφή αλλά δεν ανήκει στην αποβιώσασα, όπως πεπλανημένα νόμιζαν κατά το χρόνο που ζήτησαν τη δημοσίευση της διαθήκης και την κήρυξή της κυρίας. Κατόπιν τούτου, συμφωνούν να ακυρωθεί η από 10.3.2003 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Α. Π. για το λόγο αυτή (διαθήκη) δεν έχει γραφεί ούτε έχει υπογραφεί από τη διαθέτιδα και στη συνέχεια να ακολουθήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή της αποβιωσάσης Α.

Π. του Κ., στην κληρονομία της οποίας θα κληθεί ο ενάγων σαν κληρονόμος στο ποσοστό του ενός τρίτου εξ αδιαιρέτου...'. Το παραπάνω πρακτικό επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 14.11.2003 και έλαβε αριθμό 5/2003. Η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή της, ισχυριζόμενη παρεμπιπτόντως ότι το ως άνω με αριθ. 5/2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς αποτέλεσε προϊόν πλάνης, απάτης και απειλής από τον εναγόμενο κατά τα ειδικότερα σ' αυτή, αιτείται όπως αναγνωριστεί η γνησιότητα και η εγκυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης.

Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι, με βάση τον ως άνω δικαστικό συμβιβασμό, αναγνωρίστηκε από τους διαδίκους η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης και ειδικότερα ότι η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί ούτε έχει υπογραφεί από την φερόμενη ως διαθέτιδα αδελφή των διαδίκων, Α.

Π. και για τον λόγο αυτό η διαθήκη είναι άκυρη... Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα επικαλείται ο εναγόμενος στοιχειοθετούν τη βάση της ανατρεπτικής ένστασης που απορρέει από το δικαστικό συμβιβασμό που επικαλείται ότι πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της δίκης που διεξήχθη επί της με αριθμό καταθέσεως 200/2003 αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και προκύπτει από το με αριθμ. 5/2003 Πρακτικό Συμβιβαστικής Επίλυσης της Διαφοράς που καταρτίστηκε και υπογράφηκε σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 214Α ΚΠολΔ...

Στη συνέχεια από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Ε. Π., Γ. Ξ. κ.λ.π. (μη διάδικοι) άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης κατά του εναγομένου τη με χρονολογία 12-2-2004 και αριθμ. πρωτ. 221/19-2-2004 αγωγή με την οποία ζήτησαν την ακύρωση του με αριθμ. 5/2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ως προϊόντος πλάνης, απάτης και απειλής εκ μέρους του εναγομένου.

Το Εφετείο Κρήτης με την 453/2006 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι ενάγοντες άσκησαν την από 6-12-2006 και με αριθμ. πρωτ. 116/2007 αναίρεση και αριθμ. πρωτ. 328/2007 πρόσθετους λόγους κατά της απόφασης του Εφετείου Κρήτης, οι οποίοι απορρίφθηκαν με τη με αριθμό 786/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο παραπάνω δικαστικός συμβιβασμός αποδεικνύεται από το ως άνω με αριθμό 5/2003 Πρακτικό Συμβιβαστικής Επίλυσης της Διαφοράς, που καταρτίστηκε και υπογράφηκε σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 214Α ΚΠολΔ, στα πλαίσια της ως άνω άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, έχει δε καταστεί απρόσβλητος κατόπιν της εκδόσεως της υπ' αριθμ. 453/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και της υπ' αριθμ. 786/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η εν λόγω ανατρεπτική ένσταση που απορρέει από τον παραπάνω συμβιβασμό, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 8-6-2018 (37/514/2018) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκληθείσα 18/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, κράτησε και δίκασε την από 28-5-2009 (91434/5898/28-5-2009) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το σκέλος αυτής, που αφορούσε στην αναγνώριση της γνησιότητας και εγκυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε ότι το 5/2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η επίδικη διαθήκη δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από τη θανούσα αδελφή τους, έχει καταστεί απρόσβλητο, ναι μεν ανέφερε μόνον την 453/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία είχε απορριφθεί η προηγούμενη (από 12-2-2004 και με αριθμό καταθέσεως 221/19-2-2004) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του κύρους του εν λόγω πρακτικού, με την επίκληση πλάνης, απάτης και απειλής, όχι δε και τη, μεταγενέστερη, 103/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και, εντεύθεν, ως απαράδεκτη η από 28-5-2009 (91434/5898/28-5-2009) αγωγή της, ως προς το σκέλος της, με το οποίο έβαλε κατά του κύρους του ίδιου πρακτικού, επικαλούμενη το παράνομο και ανήθικο των δι' αυτού συμφωνιών των διαδίκων, καθισταμένου, συνακόλουθα, απρόσβλητου, ορθώς, όμως, εν τέλει, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε ότι το ζήτημα της μη γνησιότητας και μη εγκυρότητας της επίδικης διαθήκης έχει δεσμευτικά συνομολογηθεί με το ως άνω, απρόσβλητο πλέον, πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς της με τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο και, εντεύθεν, απέρριψε κατ' ουσία την εν λόγω αγωγή της αναιρεσείουσας.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες περιέχονται στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης καθώς και στο συναφούς περιεχομένου τέταρτο λόγο αυτής, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178, 180, 181, 871 του Α.Κ.

και 214Α του Κ.Πολ.Δ., δεν δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της περί ακυρότητας του συμβιβασμού, που καταρτίστηκε με το 5/2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, το μεν, λόγω των άκυρων και ανήθικων συμφωνιών, που περιείχε, σχετικά με τη "μη επιδίωξη της άσκησης ποινικής δίωξης", το δε, χωρίς να διενεργηθεί, προηγουμένως, γραφολογική εξέταση της επίδικης διαθήκης, ερείδονται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η έρευνα του κύρους του ως άνω πρακτικού, περί του οποίου, όπως προαναφέρεται, είχε ήδη αποφανθεί, τελειωτικώς, το Εφετείο Κρήτης, με την 103/2014 απόφασή του.

Συνακόλουθα, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι τα μνημονευόμενα στο ως άνω πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς περί μη επιδίωξης άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος των τότε εναγομένων, μεταξύ των οποίων και της ήδη αναιρεσείουσας, για τα σ' αυτό αναφερόμενα ποινικά αδικήματα, δεν αποτελούν περιεχόμενο της συμβιβαστικώς επιλυθείσας διαφοράς των διαδίκων, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 214Α του Κ.Πολ.Δ., όπως παρατίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, αλλά, καταχωρίστηκαν, ως εκ περισσού, ως διαβεβαίωση, δηλαδή, του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι δεν προτίθεται να στραφεί κατά των τότε εναγομένων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και να επιδιώξει την κατ' αυτών άσκηση ποινικής δίωξης, προκειμένου να ομαλοποιηθούν οι τεταμένες σχέσεις των διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν ασκούν έννομη επιρροή στη νομιμότητα του ως άνω πρακτικού.

Όπως, λοιπόν, προεκτίθεται, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεν είχε αρμοδιότητα να ερευνήσει και να αποφανθεί επί του σκέλους της ίδιας (από 28-5-2009) αγωγής της αναιρεσείουσας, που αφορούσε στην υπ' αυτής επικαλούμενη ακυρότητα του ως άνω πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ως περιέχον παράνομες και ανήθικες συμφωνίες, αλλά μόνο για το σκέλος αυτής, που αφορούσε στην αναγνώριση της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης.

Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του ως άνω πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ως περιέχοντος παράνομες και ανήθικες συμφωνίες -που, όπως προαναφέρεται, παραπέμφθηκε προς συζήτηση, με την 4841/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης- τον οποίο επανέφερε με τις προτάσεις της στην κατ' έφεση δίκη, ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ως απαραδέκτως προταθείς ισχυρισμός και, συνακόλουθα, η παράλειψη αυτή δεν θεμελιώνει την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στο δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, εντεύθεν, τυγχάνει απαράδεκτος. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, εξάλλου, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά της, που αφορά στην αναγνώριση της γνησιότητας και εγκυρότητας της επίδικης διαθήκης, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλομένη την από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε, ήτοι ότι, με την 453/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και την 786/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε αμετακλήτως η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του κύρους του 5/2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, λόγω πλάνης, απάτης και απειλής, με συνέπεια να καταστεί τούτο απρόσβλητο, ενώ, με την από 28-5-2009 αγωγή της προέβαλε άλλο λόγο ακύρωσης του εν λόγω πρακτικού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, τα ανωτέρω επικαλέστηκε νόμιμα ο ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 8-8-2018 (514/16-8-2018) έφεσής του κατά της 18/2018 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για τη θεμελίωση του οικείου λόγου αυτής, με τον οποίο υποστήριξε τα περί απροσβλήτου του 5/2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δυνάμει των 453/2006 και 103/2014 αποφάσεων του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τις αντίστοιχες αγωγές της αναιρεσείουσας κατά του κύρους του ως άνω πρακτικού.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι με το δεχθεί το Εφετείο, ως ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί δεσμευτικότητας του από το 5/12-11-2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς, παραβίασε το εκ της 4570/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο, ως προς το τελεσιδίκως υπ' αυτής κριθέν ζήτημα ότι δεν παράγει δέσμευση η περί πλαστότητας της επίδικης διαθήκης συμφωνία των διαδίκων, όπως διατυπώθηκε στο επίμαχο πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται, για τη θεμελίωσή του, αν η προσβαλλόμενη απόφαση ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του δεδικασμένου εκ της 4570/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ούτε, εν πάση περιπτώσει, εξειδικεύονται οι πλημμέλειες αυτής, ως προς την κατάφαση ή την άρνηση του δεδικασμένου, έτσι ώστε να κριθεί αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή ή μη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης καθώς και με τον συναφούς περιεχομένου όγδοο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το μεν δεν έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, τον υπ' αυτής παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό ότι η 4570/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέρριψε, τελεσιδίκως, τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου περί δεσμευτικότητας του πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς σχετικά με την πλαστότητα της επίδικης διαθήκης, το δε, ότι δεν απάντησε και άφησε αδίκαστη την ως άνω περί δεδικασμένου εκ της 4570/2013 απόφασης ένσταση αυτής, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλομένη, αντίστοιχα, τις από τους αριθμούς 8β' και 9γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της 4570/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί των αντίθετων εφέσεων που άσκησαν οι διάδικοι κατά της 4841/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα εκτενώς προπαρατιθέμενα, αφού συνεκδικάστηκαν οι αντίθετες αγωγές των διαδίκων, διατάχθηκε ο χωρισμός των σωρευθεισών στο δικόγραφο της από 28-5-2009 αγωγής της αναιρεσείουσας δικών και α) παραπέμφθηκε η αξίωση περί αναγνώρισης ως γνήσιας και έγκυρης της προαναφερόμενης διαθήκης στο αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, β) παραπέμφθηκε στο Εφετείο Κρήτης η αξίωση της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης ως παράνομων, ανήθικων και άκυρων των από 12-11-2003 συμφωνιών της με τον αναιρεσίβλητο (το οποίο, όπως προαναφέρεται, με την 103/2014 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας) και γ) ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής της, ως προς το αίτημά της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μέχρι τελεσίδικης περατώσεως της αγωγής περί αναγνώρισης της γνησιότητας και εγκυρότητας της ως άνω διαθήκης, ενώ δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής "...

Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.... συνάγεται ότι θεσπίζεται αποκλειστική δωσιδικία που αφορά κληρονομικές (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) διαφορές, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αγωγή αναγνώρισης του κύρους ή της ακυρότητας διαθήκης..., η οποία δωσιδικία ικανοποιεί τη συγκέντρωση όλων των κληρονομικών διαφορών σε ένα τόπο και διευκολύνει τις αποδείξεις...

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση που κύριες δίκες είναι συναφείς μεταξύ τους, θεσπίζεται αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου εκείνου που έχει επιληφθεί πρώτο. Η προκείμενη δωσιδικία αφορά κύριες δίκες συναφείς μεταξύ τους, για δίκες δηλαδή που αν εξελίσσονταν χωριστά θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε ασυμβίβαστα μεταξύ τους αποτελέσματα.

Συνάφεια υφίσταται, όταν τα αντικείμενα των δύο δικών εντάσσονται στην ίδια έννομη σχέση ή συνδέονται με το δεσμό της προδικαστικότητας ή απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν ή αφορούν το ίδιο αντικείμενο. Ο καθορισμός της συνάφειας απόκειται σε τελευταία ανάλυση στην κρίση του δικαστηρίου... Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα-εφεσίβλητη παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 4841/2011 απόφασή του, εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αναρμόδιο για το τμήμα της από 28.5.2009 (αριθμός κατάθεσης 91434/5898/2009) αγωγής της, με το οποίο ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η από 10.3.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.

Π. είναι γνήσια και έγκυρη, δεδομένου ότι αυτό είναι προδικαστικό ζήτημα σε σχέση με τα λοιπά αιτήματα της αγωγής της, καθώς και με εκείνο της αγωγής του αντιδίκου εναντίον της. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, το ζήτημα της γνησιότητας ή της διαθήκης της Α. Π. δεν εντάσσεται στην ίδια έννομη σχέση με τα λοιπά αιτήματα των αγωγών που αφορούν την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης.

Μάλιστα, μετά την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση στο δικαστήριο της κληρονομίας, που εν προκειμένω είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, εξυπηρετείται κατά προσφορότερο τρόπο η ανάγκη για συγκέντρωση των κληρονομικών δικών σε έναν τόπο (εκείνο της κατοικίας ή της διανομής του κληρονομουμένου κατά το χρόνο του θανάτου του) και την ευχερέστερη συλλογή των αποδείξεων.

Τα ίδια αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 4841/2011 απόφασή του... δεν εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος... Στην προκειμένη περίπτωση μετά την παραπομπή του αιτήματος για την αναγνώριση της γνησιότητας και εγκυρότητας της από 10.3.2003 ιδιόγραφης διαθήκης της Α.

Π. στο αρμόδιο (δικαστήριο της κληρονομίας) Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση των συνεκδικαζόμενων εφέσεων, χωρίς να εξαφανιστούν προηγουμένως οι εκκαλούμενες αποφάσεις, μέχρις ότου κριθεί τελεσίδικα από το τελευταίο αυτό δικαστήριο το ζήτημα της γνησιότητας και εγκυρότητας της από 10.3.2003 ιδιόγραφης διαθήκης της Α.

Π....". Υπό τις ως άνω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, με την 4570/2013 απόφασή του, ουδόλως επιλήφθηκε ή έκρινε, έστω και παρεμπιπτόντως, περί της ισχύος και δεσμευτικότητας ή μη του επίμαχου 5/2003 πρακτικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, περί του οποίου, άλλωστε, όφειλε να αποφανθεί, ως αποκλειστικώς αρμόδιο, καθ' ύλην και κατά τόπο, το Εφετείο Κρήτης, όπως προαναφέρεται, απορριπτομένου, εντεύθεν, ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, καθόσον αυτός ερείδεται σε ανακριβή προϋπόθεση.

Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, η οποία περιέχεται στον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης δεν θεμελιώνει την αποδιδόμενη από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον η ένσταση δεδικασμένου δεν αποτελεί αίτηση, που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, ώστε ως "αίτηση αδίκαστη" να ιδρύει το λόγο αυτό και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-5-2020 (14/11-6-2020) αίτηση της Ε.ς συζ. Χ. Π., το γένος Κ. Π. για αναίρεση της 21/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ