Legislator Case Law & Legislation
693/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds attacking uncontrollable lower court fact-finding.

Case Number 693/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court's decision was arbitrary due to vague reasoning and contradictory findings on contract acceptance and witness testimony. The court rejected these claims because the appeal lacked specific legal grounds and attacked the lower court's discretionary evaluation of evidence, which is legally uncontrollable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 no. 6 and 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to cite the substantive legal rule violated and attacks the lower court's uncontrollable evaluation of facts and evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds uncontrollable evaluation fact-finding review construction contract dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 2 and 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 no. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Σ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-7-2016 και 9-10-2017 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 374/2019 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επίσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 966 Γ'/31-5-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 14-12-2020 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 374/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρα 466 επ. ΚΠολΔ), αφού συνεκδίκασε την από 9-10-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας και την από 1-8-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, απέρριψε ως αόριστη την πρώτη και έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία τη δεύτερη, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 4.199,26 ευρώ, ως υπόλοιπο της αμοιβής της από την μεταξύ τους σύμβαση έργου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το νόμο 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω νόμου, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017).

Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμών 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως (ΑΠ 69/2019).

Εν προκειμένω, 1) με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ιδίου Κώδικα, προβλεπόμενη πλημμέλεια) γιατί α) απέρριψε την αγωγή της ως αόριστη β) απέρριψε ως αόριστο το αίτημά της περί επιδείξεως των αναφερομένων φορολογικών παραστατικών στοιχείων της αναιρεσιβλήτου, και 2) με το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε (κατ' εκτίμηση) στην από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη " τις τέσσερις (4) σχολαστικές και εμπεριστατωμένες τεχνικές εκθέσεις-πραγματογνωμοσύνες-προσφορές των ισάριθμων εξειδικευμένων στις ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις εταιρειών...".

Όμως όλοι αυτοί οι λόγοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν γιατί, στην μεν πρώτη περίπτωση, πρόκειται περί υποθέσεως που δικάστηκε με τη διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρο 466 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 4335/2015) και δεν προβλέπεται η δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως με το συγκεκριμένο λόγο εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στη δε δεύτερη περίπτωση, η ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης προβαλλόμενη αιτίαση δεν συνιστά και λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά προβλεπόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, με βάση το οποίο κρίνεται αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει κάποιος λόγος αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου.

Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 KΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 KΠολΔ ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 KΠολΔ ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 KΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 881/1988).

Εν προκειμένω, με το τέταρτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται ότι αναφέρεται σ' αυτόν) συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο δεν έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναφέρεται, " τις υποβληθείσες ενστάσεις, άλλως τις άφησε αδίκαστες, σαφώς αναφερόμενη στις ενστάσεις της άρνησης της νομικής βάσης και της πραγματικής βάσης των πραγματικών περιστατικών καθώς και του απαραδέκτου λόγω μη νομικής δυνατότητας πώλησης ειδών ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού και συνάμα έκδοσης αντιστοίχων τιμολογίων πώλησης-δελτίων αποστολής ". Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται στο περιεχόμενό του, είναι απαράδεκτος καθόσον οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής της αναιρεσίβλητης, τους οποίους σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και τους απέρριψε.

Ο από τό άρθρο 560 αριθμ. 6 KΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ο οποίος ταυτίζεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 KΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο όχι, όμως, και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου ή σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ.

η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 148/2008). Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λ.π.

ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 983/2007) Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από το άνω άρθρο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 1206/2008).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008).

Εν προκειμένω, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ( και όχι και από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως αναφέρεται), επειδή, το Ειρηνοδικείο με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες : 1) "έκρινε εντελώς εσφαλμένα, ότι μόνες οι προσφορές τρίτων εταιρειών παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που προσκόμισε (η αναιρεσείουσα) για την απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της (υπ' αριθμ. 12,13 σχετικά της), οι οποίες ελήφθησαν κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2016 και περιέχουν παρεμπίπτουσες κρίσεις σχετικά με τις ελλείψεις των εγκαταστάσεων, ακόμη και σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της, δεν κρίνονται επαρκή αποδεικτικά μέσα, χωρίς ωστόσο να αναλύει, διευκρινίζει και εξειδικεύει, τι σημαίνει ο όρος ¨παρεμπίπτουσες κρίσεις¨, σε τι συνίστανται αυτές σχετικά με τις ελλείψεις των εγκαταστάσεων, αν αυτές αναφέρονταν σε πρωτεύοντα ή δευτερεύοντα τεχνικά και νομικά ελαττώματα, ουσιώδη ή επουσιώδη, και τέλος γιατί αυτές δεν κρίνονται επαρκή αποδεικτικά μέσα και τι έπρεπε να αναφέρουν για να θεωρούνται επαρκή, ικανά να τεκμηριώσουν με απόλυτη σαφήνεια και πληρότητα την πλημμελή εκτέλεση του έργου από πλευράς αναιρεσίβλητης", και 2) "α) έδωσε βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης έναντι των εμπεριστατωμένων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης προσφορών των τεσσάρων διαφορετικών εταιρειών, εξειδικευμένων σε ηλεκτρονικές εγκαταστάσεις, β) έκρινε ότι ο μάρτυρας μου Ε.

Π. δεν διέθετε ειδικές τεχνικές γνώσεις, χωρίς να διευκρινίζει ποιές είναι αυτές, γ) ενώ κατά την ανάπτυξη του ιστορικού της αγωγής μου δέχθηκε ότι εγώ, έλαβα μόνο μία προσφορά της αναιρεσίβλητης με ημερομηνία 22-3-2015, την οποία και αποδέχθηκα, ακολούθως αντιφατικώς δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι εγώ δέχθηκα άλλες προσφορές, τις οποίες όμως εγώ ούτε παρέλαβα ποτέ ούτε αποδέχθηκα εγγράφως ή προφορικώς, δ) ενώ δέχθηκε ότι ο Γ.Κ.

μου κατέστησε σαφές ότι η συναλλαγή θα γινόταν στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης και όχι ατομικά-προσωπικά με τον ίδιο, δεν αιτιολογεί με ποίον τρόπο αυτός μου το κατέστησε σαφές, ε) ενώ δέχθηκε ότι εγώ δεν αμφισβήτησα τις προσφορές της αναιρεσίβλητης, δεν αιτιολογεί με ποίον τρόπο εγώ τις παρέλαβα ή τις αποδέχθηκα ή συναίνεσα σε αυτές και χωρίς να αιτιολογεί, να εξειδικεύει και να διευκρινίζει ποία νέα υλικά προστέθηκαν στις 3-4-2015 και ποιές διορθώσεις έγιναν σε σχέση με την προηγούμενη προσφορά". 'Ετσι διατυπούμενοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Τούτο διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης, και συνεπώς είναι αόριστοι, αφετέρου, καθόσον οι αιτιάσεις τους, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι προβαλλόμενοι λόγοι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Ειρηνοδικείο, με βάση τα οποία στήριξε το σαφές πόρισμα του, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της εκτέλεσης και παράδοσης του υπό της αναιρεσειούσης ανατεθέντος έργου στην αναιρεσίβλητη και της αξιώσεως της για καταβολή υπολοίπου της αμοιβής της, οι δε συγκεκριμένες αιτιάσεις, χωρίς μάλιστα να διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρονται στην ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της αιτιολογίας της σχετικά με το λόγο για τον οποίο αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν τα υπ' αυτής δεκτά γενόμενα, που όμως, κατά τα προλεχθέντα, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 1-4-2019 αίτηση αναιρέσεως της 374/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεν συντρέχει δε λόγος καθορισμού δικαστικής δαπάνης, αφού λόγω της ερημοδικίας της η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-4-2019 αίτηση της Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 374/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ