Supreme Court dismisses appeal citing lack of reasoning and inadmissible distortion of a deposition statement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and distorted a deposition regarding an accident investigation. The court rejected these claims, finding the appeal inadmissible because the deposition was not a document subject to the specific distortion rule and the reasoning deficiencies were not substantiated.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19), Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is dismissed when the judgment lacks substantive reasoning or when the alleged distortion of a document does not meet the strict statutory requirements for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 693 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 693/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: B. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Μαυρουδή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΥΚΑΜΠΤΗΣ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "T. PRINTING" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα και την από 28-12-2009 ανακοίνωση της δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1327/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1330/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 24-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ., νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.
Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, όσον αφορά την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ο ενάγων αναιρεσείων από την αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εργοδότριας του, συνεπεία της οποίας ακρωτηριάστηκε η δεξιά του χείρα, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, στις 16-6-2005 προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την τότε επωνυμία "ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Τ.
Α.Ε. - ΕΥΚΑΜΠΤΗ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ", και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη με τη νέα της επωνυμία "Τ. ΑΝΩΝΥΝΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΥΚΑΜΠΤΗΣ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ", η οποία εδρεύει στο ... και δραστηριοποιείται στο χώρο της βιομηχανικής παραγωγής και εμπορίας εύκαμπτης συσκευασίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ιδιότητα του ανειδίκευτου εργάτη, προκειμένου να εργαστεί στο εργοστάσιο της, που λειτουργεί στη ΒΙ.ΠΕ ...
του Νομού Φθιώτιδας, αντί των εκάστοτε συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών. Στις 13-11-2008 και περί ώρα 08:05 π.μ. ειδοποιήθηκε από τον εργαζόμενο συνάδελφο του Α. Τ., ρολλοκόπτη, να μεταβεί στο τμήμα Ανακύκλωσης Ρολλοκοπτικών Συστημάτων, προκειμένου να επιμεληθεί τον καθαρισμό ενός φίλτρου, που παρουσιαζόταν τέτοιο πρόβλημα, όπως είχε συμφωνηθεί, κατόπιν συνεννόησης με τους Προϊσταμένους του τμήματος Καθαριότητας της επιχείρησης, που στη συγκεκριμένη βάρδια ήταν ο Σ.
Π.. Σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής αυτός (ενάγων) μετέβη στο συγκεκριμένο χώρο του Τμήματος Ανακύκλωσης, στον οποίο υπάρχουν δύο (μηχανικά) συστήματα αναρρόφησης και επεξεργασίας των υπολειμμάτων ("φύρας") από τη διαδικασία κοπής των ρολών συσκευασίας ("ρολλοκοπής"), που λαμβάνει χώρα σε τμήμα, το οποίο βρίσκεται σε διπλανό χώρο.
Η "φύρα" αποτελείται από ταινίες ανθεκτικού υλικού με ελάχιστο πλάτος μερικών χιλιοστών και κυμαινόμενο μήκος, η δε διαδικασία καθαρισμού περιελάμβανε την απομάκρυνση των ταινιών αυτών με τα χέρια, τη ρίψη τους στο δάπεδο και κατόπιν τη συλλογή τους σε κάδους, ώστε ν' απομακρυνθούν στη συνέχεια από τον εργασιακό χώρο.
Επίσης, το καθένα από τα προαναφερόμενα δύο συστήματα αναρρόφησης αποτελείται, μεταξύ άλλων, και από ένα μεταλλικό κάδο αναρρόφησης, όπου εισέρχεται η "φύρα", μέσω συστημάτων οριζοντίων σωλήνων που προέρχονται από το τμήμα Ρολλοκοπής και κατόπιν τεμαχίζεται, ώστε να επιτελεσθεί η διαδικασία ανακύκλωσής της.
Ο εν λόγω κάδος διαμορφώνεται σε μια χοάνη, της οποίας η βάση επικοινωνεί με έναν κυλινδρικό διάτρητο μεταλλικό σωλήνα, ο οποίος με τη σειρά του καταλήγει σε ένα κλειστό μεταλλικό κιβώτιο, ύψους ενός μέτρου και σαράντα (1,40) εκατοστών. Δίπλα στο κιβώτιο αυτό είναι προσαρμοσμένο το σύστημα των κομβίων έναρξης και στάσης της λειτουργίας του μηχανήματος, η δε βάση του κιβωτίου απέχει από το εργασιακό δάπεδο επτά (7) εκατοστά και στο εσωτερικό του υπάρχει ένας κινητήριος μεταλλικός άξονας, διαμέτρου πενήντα (50) εκατοστών, ο οποίος εκτελεί περιστροφική κίνηση, όταν βρίσκεται σε λειτουργία το σύστημα, ενώ το κατώτερο τμήμα του εισχωρεί δια μέσω ενός επιμήκους ανοίγματος, που υπάρχει στη βάση, για τέσσερα (4) εκατοστά, έτσι ώστε η απόστασή του από το εργασιακό δάπεδο να είναι τρία (3) εκατοστά.
Το όλο σύστημα, που περιλαμβάνει τον αναφερόμενο άξονα κλείνει με ένα προστατευτικό κάλυμμα που προβλέπεται από τον κατασκευαστή, ώστε να αποκλείεται η οποιαδήποτε τυχόν επαφή των εργαζομένων με το συγκεκριμένο άκρως επικίνδυνο σημείο. Τέλος, τα δύο προαναφερόμενα μεταλλικά κιβώτια (που αποτελούν τη βάση των άνω συστημάτων) είναι παράλληλα τοποθετημένα και απέχουν μεταξύ τους εξήντα (60) εκατοστά, σχηματίζεται δε έτσι μεταξύ τους ένας διάδρομος πλάτους εξήντα (60) εκατοστών.
Επίσης, το κάθε μεταλλικό κιβώτιο στο έμπροσθεν σημείο αυτού φέρει έντονη φωτογραφία - πινακίδα περί προσοχής κατά την εκτέλεση των εργασιών σε έντονη κίτρινη απόχρωση και έντονα αποτυπωμένο το σύμβολο της προσοχής - θαυμαστικού. Ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, εκτελώντας την ληφθείσα εντολή, φθάνοντας στον ως άνω χώρο, ανέβηκε στο αριστερό μεταλλικό κιβώτιο, όπου είχε παρουσιαστεί η εμπλοκή λειτουργίας του, με σκοπό να πραγματοποιήσει τη διαδικασία καθαρισμού του φίλτρου, που υπάρχει στο σημείο επαφής του κάθετου κυλινδρικού σωλήνα με την οριζόντια επιφάνεια του κιβωτίου, την οποία (διαδικασία) και ξεκίνησε, μετατοπίζοντας τον κυλινδρικό σωλήνα με κατάλληλη ρύθμιση προς τα επάνω και δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα άνοιγμα δεκαπέντε (15) εκατοστών περίπου, ώστε να δυνηθεί να απομακρύνει τη "φύρα", άρχισε δε να απομακρύνει τις ταινίες ("φύρα") και να τις ρίχνει στο δάπεδο για μερικά λεπτά της ώρας.
Στη συνέχεια, όμως, αξιολογώντας ο ίδιος από την εμπειρία του ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας θα ήταν χρονοβόρα, ήτοι θα διαρκούσε πάνω από μια (1) ώρα, αποφάσισε να τη διακόψει προσωρινά και να απασχοληθεί σε άλλη εργασία, που έκρινε πιο επείγουσα, και συγκεκριμένα εκείνη της τακτοποίησης παλετών στο χώρο της παραγωγής.
Έτσι, αφού κατέβηκε από το ως άνω αριστερό μεταλλικό κιβώτιο και έχοντας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του, αποφασίσει να διακόψει προσωρινά την προαναφερόμενη εργασία καθαρισμού, ωστόσο, για ανεξήγητο λόγο, ευρισκόμενος στο δάπεδο εργασίας πλησίον των δύο παραπάνω κιβωτίων (των άνω συστημάτων αναρρόφησης και επεξεργασίας της φύρας) επιχείρησε από μόνος του, όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 5-4-2009 ληφθείσα ένορκη προανακριτική εξέταση του ως μάρτυρα ενώπιον των Αστυνομικών του Α.Τ.
Καραβόμυλου Ν. Μ. και Χ. Β., με το δεξί του χέρι να τραβήξει τη φύρα από το δεξί μεταλλικό κιβώτιο, το οποίο λειτουργούσε, χωρίς ωστόσο το εν λόγω μηχάνημα να φέρει το ειδικό προβλεπόμενο προστατευτικό κάλυμμά του παραμένοντας ανοικτό, με αποτέλεσμα το δεξί του χέρι να πιαστεί από μια ταινία της φύρας, η οποία είχε ήδη αγκιστρωθεί στον κινούμενο ακάλυπτο άξονα της δεξιάς μηχανής - του δεξιού κιβωτίου, και στη συνέχεια να του παρασύρει το χέρι και έτσι αυτό να ακρωτηριαστεί από το ύψος του αγκώνα και κάτω, υποστάς συγχρόνως και βαρύτατο συντριπτικό κάταγμα του βραχιον'ίου οστού, στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει το χέρι του.
Αμέσως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... και στη συνέχεια διακομίστηκε στην Κλινική Χεριού -Μικροχειρουργικής Άνω Άκρου του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε πράγματι "πλήρης ακρωτηριασμός εξελκιστικού τύπου στο άνω τριτημόριο του αντιβραχίου, συντριπτικό κάταγμα βραχιονίου και εξελκισμός αγγείων και νεύρων σε μεγάλη έκταση" και υποβλήθηκε σε "εσωτερική οστεοσύνθεση στο βραχιόνιο και διαμόρφωση κολοβώματος στο ύψος του άνω τριτημορίου του αντιβραχιονίου" (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. 1/218/7-1-2009 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας και την υπ' αριθμ. πρωτ. 7034/15-12-2008 ιατρική γνωμάτευση του Σ. Σ., Επιμελητή Α', της Κλινικής Χειρού - Μικροχειρουργικής Άνω Άκρου του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ"), Περαιτέρω ο ενάγων με τις υπ' αριθμ. 264/2010 και 271/2010 αποφάσεις της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α.
Λαμίας κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67%. Το προαναφερόμενο (εργατικό) ατύχημα του ενάγοντος οφείλεται στη μη τήρηση εκ μέρους των υπευθύνων της εναγομένης από υπαιτιότητα, και δη από αμέλεια, των απαιτουμένων μέτρων και όρων ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 9 παρ. 1 παρ. 2.13 και 2.23, 11 παρ. 2 του Π.Δ. 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ" [40] 220 Α' / 19-12-1994), σε συνδυασμό με άρθρα 25 παρ. 1 α' Ν. 2224/1994, και 42 παρ. 1, 5, 6 και 7 του Ν. 3850 της 31- 5/2-6-2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", αλλά και σε πταίσμα (αμέλεια) του ίδιου του παθόντος.
Συγκεκριμένα, από πλευράς εργοδότριας δεν μερίμνησε αυτή, αφενός για την ασφαλή πρόσβαση και παραμονή του παθόντος στο μηχανολογικό εξοπλισμό του τμήματος ανακύκλωσης ρολοκοπτικών μηχανημάτων και επέτρεψε σ' αυτόν να εκτελέσει εργασίες καθαρισμού, καθόν χρόνον ήταν σε λειτουργία το ένα εκ των δύο συστημάτων αναρρόφησης, και επεξεργασίας, καίτοι ο εκπρόσωπος της και αρμόδιος Προϊστάμενος του τμήματος Καθαριότητας της επιχείρησης της συγκεκριμένης βάρδιας Σ.
Π., γνώριζε ότι σε κανένα από τα δύο δε γίνεται χρήση του ειδικού μεταλλευτικού προστατευτικού καλύμματος, που προέβλεψε ο κατασκευαστής για να αποτρέψει τον υπάρχοντα κίνδυνο επαφής των εργαζομένων με τους κινούμενος άξονες, αφετέρου να τοποθετήσει στη βάρδια του ενάγοντος (08:00 -16:00), ως επιβλέποντα μηχανικό, αδειούχο πρακτικό μηχανικό - συντηρητή, έργο του οποίου είναι να επιβλέπει την ορθή λειτουργία και συντήρηση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων της ανωτέρω βιομηχανίας και να είναι αυτός παρών, κατά τη στιγμή που προέκυψε η εμπλοκή στη λειτουργία του συστήματος αναρρόφησης (άρθρα 1, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 17 παρ. 2,3, 23 παρ.3 Β.Δ/τος της 16/17 Μαρτίου 1950, όπως τροποπ.
με άρθρα 3,5 Β Δ/τος της 2/8 Αυγούστου 1958, 1, 2, 3, 6 Β.Δ/τος 24 Νοεμβρίου/17 Δεκεμβρίου 1953, 1 Β.Δ/τος 792/ 1960, ΠΔ. 477/1974, 11 Π.Δ/τος 38/5-21 Φεβρουαρίου 1991 και 39 Ν. 3325/2005). Από πλευράς δε ενάγοντος παθόντος συνέτρεξε και αυτού ίδιον πταίσμα για την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, και δη κατά ποσοστό 10%, όπως βάσιμα, κατά ένα μέρος, ισχυρίστηκε η παραπάνω εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού, όπως αποδείχθηκε, αυτός, όντας έμπειρος και εκπαιδευμένος εργάτης, από επιπολαιότητα, αφενός παρέλειψε να καλέσει αμέσως συντηρητή τεχνικό για την αντιμετώπιση του παρουσιασθέντος προβλήματος, αφετέρου, και ενώ βρισκόταν σε λειτουργία το δεξί κιβώτιο του συστήματος αναρρόφησης και επεξεργασίας της φύρας, με εμφανείς τις ενδείξεις επικινδυνότητας για τη λειτουργία του μηχανήματος, ως μη έδει, έθεσε το δεξί του χέρι να τραβήξει ένα κομμάτι φύρας, καίτοι το εν λόγω μηχάνημα, όπως προεκτέθηκε, δεν έφερε το ειδικό προβλεπόμενο προστατευτικό κάλυμμά του παραμένοντας ανοικτό, αλλά και χωρίς προηγουμένως να κλείσει αμέσως το υπάρχον αντίστοιχο κομβίον (πλήκτρο) λειτουργίας του όλου συστήματος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της εναγόμενης για συνυπαιτιότητα και του ενάγοντος στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος, έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, και τα όσα υποστηρίζει, η εν λόγω εναγομένη εκκαλούσα- εφεσίβλητη με τους συναφείς πρώτο, τρίτο λόγους και πρόσθετο λόγο της έφεσής της, πρέπει να γίνουν δεκτά, κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμα, και αφού εξαφανισθεί η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως διακρατηθεί η υπόθεση από τον παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν η αγωγή (άρθρ. 535 ΚΠολΔ), ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος.
Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω παθών - ενάγων εκ του προαναφερθέντος εργατικού ατυχήματος, που του προξένησε βλάβη της υγείας του, υπέστη και ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να απαιτήσει από την υπαίτια εναγομένη χρηματική ικανοποίηση. Ενόψει δεν των προαναφερθεισών συνθηκών, κάτω από τις οποίες έγινε το ένδικο ατύχημα, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του παθόντος ενάγοντος, που υπέστη αμέσως μετά το ατύχημα, της έκτασης και διάρκειας των επιπτώσεών του στη σωματική υγεία και ικανότητα εργασίας τούτου (ενάγοντος), και της προελθούσης από αυτό μόνιμης μερικής αναπηρίας του, κατά τα προεκτεθέντα, λαμβανομένου υπόψη ότι πριν το ατύχημα ήταν απολύτως υγιής και είχε ηλικία 36 ετών, της υπαιτιότητας της εναγομένης και του ποσοστού συνυπαιτιότητας του ίδιου του ενάγοντος, ως και της κοινωνικής και οικονομικής Κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τους κανόνες κοινής πείρας και λογικής, κρίνει, ότι η ηθική βλάβη του αυτού (ενάγοντος), που υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, ανέρχεται στο ποσό των 75.000 ευρώ, το οποίο και κρίνεται εύλογο, μετά τη στάθμιση των ως άνω κατά το νόμο στοιχείων ...".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα εκ μέρους του ενάγοντος έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και επιδικάστηκε το ποσό των 80.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, από το περιγραφόμενο πιο πάνω εργατικό ατύχημα.
Αντιθέτως δέχτηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 75.000 ευρώ. Με τις ως άνω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, από τις οποίες προκύπτει ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του κανόνα δικαίου του άρθρου 300 ΑΚ, τον οποίο και εφάρμοσε, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε τη γνώση της επικινδυνότητας και του τρόπου καθαρισμού των μηχανημάτων αυτών, αν και είχε προσληφθεί ως ανειδίκευτος εργάτης δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Τούτο διότι, από την πρόσληψή του, το 2005 και μέχρι το χρόνο του ατυχήματος παρήλθε τριετία. Κατά συνέπεια, απασχολούμενος έκτοτε, μεταξύ των άλλων και με τον καθαρισμό των ρολλοκοπτικών μηχανημάτων, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, και χωρίς να απαιτούνται προς τούτο ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, είχε αποκτήσει τη σχετική εμπειρία όσον αφορά τον τρόπο καθαρισμού και απεμπλοκής αυτών, μόνο όταν ήταν εκτός λειτουργίας, ενώ γνώριζε τον επαπειλούμενο κίνδυνο, που επισημαινόταν και με σχετική πινακίδα στην εμπρόσθια όψη των εν λόγω μηχανημάτων, στην περίπτωση που κάποιος έθετε τη χείρα του στον κάδο των μηχανημάτων αυτών, για τον και την απεμπλοκή τους, όταν λειτουργούσαν.
Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος που αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 19, ως προς την αντιφατικότητα των αιτιολογιών περί μερικής αποδοχής της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που είχε προβάλει η εναγομένη είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
3. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως , ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις του, που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτόν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, με την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε τη δοθείσα, στα πλαίσια προανακριτικής έρευνας για τυχόν ποινικές ευθύνες των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης, προανακριτική του κατάθεση σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτόν αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός αξιολογείται προέχοντος ως απαράδεκτος δοθέντος ότι δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ., εκείνο στο οποίο αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η κατάθεση μαρτυρίας διαδίκου ή τρίτου στα πλαίσια της πολιτικής ή ποινικής διαδικασίας.
5. Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόµενη αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 1330/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ