Supreme Court dismisses appeal against labor contract decisions due to procedural defects and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the municipality's appeal against final labor court decisions regarding employment contracts with local residents. The appellants argued for contract interpretation and legal basis, while the court found the appeal inadmissible due to procedural errors and vague grounds. The decision was rejected because the appeal failed to specify factual premises or clearly articulate the alleged legal errors required by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 §1, Art. 674 §2, Art. 559 §19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks specific factual premises or fails to clearly articulate the alleged legal error, rendering the grounds for review insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 693 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 693/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβαθμίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΓΛΥΦΑΔΑΣ", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπρούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Θ., 2) Μ. Τ. συζύγου Δ., 3) Δ. Μ. του Γ., 4) Β. Κ., κατοίκων ..., 5) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 6) Ε. Δ., 7) Ι. Δ. του Ν., 8) Α. Μ. του Σ., 9) Π. Π. του Σ., 10) Α. Κ. του Κ., 11) Ε. Β. του Σ., κατοίκων ..., 12) Ν. Ν., κατοίκου ..., 13) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Φιλιππόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 14) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε." (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2013 αγωγή των υπό στοιχεία 1-13 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5301/2008 και 3959/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/10/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 17/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3959/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθμ. 5301/2008 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και της υπ' αριθμ.569/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 §1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή. Εξάλλου, από το άρθρο 674 §2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται.
Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύποις, διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό αυτών και την βασιμότητά τους, θεωρείται ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΑΠ 1405/2005).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων 553 §1 εδ. α' και 554 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, αφού, αυτή δεν είναι τότε δεκτική αναίρεσης (ΑΠ 1502/2005).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων 68, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό (ΑΠ 483/2004).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται α) κατά τις 569/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή των δέκα τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων για καταβολή αποδοχών από τη σύμβαση εργασίας των με το αναιρεσείον, ενώ απερρίφθη ως προς την 14η αναιρεσίβλητη β) κατά της 5301/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε πρώτη συζήτηση ενώπιόν του και με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω της ερημοδικίας του και γ) κατά της 3959/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της αμέσως ανωτέρω ερήμην αποφάσεώς του.
Λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας εφετειακής απόφασης και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24.10.2013, η αίτηση ως προς τις προσβαλλόμενες 5301/2008 και 3959/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως.
Αντίθετα, η ίδια αίτηση ως προς την 569/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ασκήθηκε απαραδέκτως. Όπως απαράδεκτη είναι η αίτηση ως προς την 14η των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ" η οποία όπως προκύπτει από τις ως άνω προσβαλλόμενες Εφετειακές αποφάσεις δεν υπήρξε διάδικος.
Περαιτέρω, προκειμένου να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, της κτήσης των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχία των πηγών του δικαίου.
Εξάλλου, με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, ελέγχονται επίσης μόνο οι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι του δικονομικού, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 159/2004).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι με τις προσβαλλόμενες 3959/2013 και 5301/2008 αποφάσεις του Εφετείου εκ πλαγίου παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 498 §1 Κ.Πολ.Δ. λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας σχετικά με την επίσπευση από αυτόν της συζήτησης της εφέσεώς του κατά της 569/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην του η 5301/2008 απόφαση του Εφετείου και απέρριψε την κατ' αυτής ανακοπή της ερημοδικίας του.
Οι λόγοι αυτοί αφορούν παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι.
Από το άρθρο 674§2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, σε συνδυασμό με τα άρθρα 498§1, 524§1, 271§2 προκύπτει, αν ο εκκαλών δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως, το δικαστήριο κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Αν αντιθέτως ο εκκαλών επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί σε αυτή, η έφεση απορρίπτεται.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβιάσεως της από τον Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 111§2 281 επ. 359) και του Συντάγματος (άρθρ. 21) κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη.
Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφανίσεώς του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υποθέσεως.
Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση και δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή και προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (Ολ.ΑΠ 12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 6 και 14 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο εξέδωσε τη συμπροσβαλλόμενη 5301/2008 ερήμην του απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της 569/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως αν κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη συζήτηση της έφεσής του, και αυτή να την απορρίψει ως επισπεύδοντα τη συζήτηση, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέτρεχε, έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 3959/2013 απόφασης του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της 5301/2008 απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι η επίσπευση της συζήτησης του Εφετείου, έγινε μεν από τους αναιρεσίβλητους, αλλά ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσής του με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4.3.2008 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα σύμφωνα με την .../26.11.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ….
Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων νομότυπα και εμπρόθεσμα κλήθηκε να παραστεί στη συζήτηση της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου κατά τη δικάσιμο της 4.3.2008 και δεν εμφανίσθηκε, ορθή κατά το άρθρο 674§2 Κ.Πολ.Δ. απορρίφθηκε η έφεσή του και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός της αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Εξάλλου, εργοδότης είναι αυτός, που συνάπτει τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκούντος επί αυτού το διευθυντικό δικαίωμα και καταβάλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι και κύριος της επιχείρησης, στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, ενώ δεν παύει να έχει την ιδιότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια συμφωνίας του με τον τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση μια τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει απ' ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος (ΑΠ 706/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η, ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη 5301/2008 απόφαση του Εφετείου, 651/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμό 34100/99 (ΦΕΚ 213 Β) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμό 2701/16.11.1999 απόφαση του Δ.Σ.
του ΟΑΕΔ και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη των άρθρων ..... παρ. 1 και 15 του ν.2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών. Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω Υ.Α., ήταν 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης διάρκειας 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ, και της δεύτερης φάσης διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.
Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίστηκε μεταξύ άλλων: α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.) οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινοχρήστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη σχολικών κτιρίων, και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρ. 5), β) το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης, που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθήσει για την επιλογή ή για κάθε αναγκαία ενέργεια η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος που θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτών, δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της Ε.Ε.Τ.Α.Α και των Ο.Τ.Α.
οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν Ε.Ε.Τ.Α.Α της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε Ο.Τ.Α.
της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε). Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 "προγραμματική σύμβαση" και στη συνέχεια η από 5-1-2000 Τροποποιητική όμοιά της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Α.Ε.Δ., της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.
και της Ε.ΕΤ.Α.Α, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων. Επιπλέον και στις δύο προγραμματισμένες συμβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα.
Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του και την επίλυση τυχόν προβλήματος που ανακύπτουν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α.
πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α'. βάρδια θα διαρκεί από τις 07.00-15.00, η β' βάρδια από τις 15.00-23.00 και η γ' βάρδια από τις 23.00-07.00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α.
Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην ως άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολής της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι Ο.Τ.Α. στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Δήμος Γλυφάδας, και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίστηκαν, μεταξύ της Ε.Ε.ΤΑ.Α.
του Δήμου Γλυφάδας αφενός και των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 7ης, 8ου, 9ου, 10ης, 11ης, 12ης και 13ου των εναγόντων στις 12-3-2001 και της 6ης ενάγουσας στις 2-4-2001 αφετέρου, συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες. Σύμφωνα με αυτές, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την Ε.ΕΤ.Α.Α. και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α.
να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων φυλάκων και στη συνέχεια δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συμπληρώνει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών" που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην Ε.Ε.Τ.Α.Α., να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων με την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
Οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους ανανεώθηκαν με συμφωνητικά συνεργασίας επίσης ορισμένου χρόνου διάρκειας από 12-2-2002 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 11-3-2003, από 17-7-2003 έως 31-12-2003. Φορέας της εργασιακής σχέσης με τον οποίο συνδέονται οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α.
Δήμος Γλυφάδας, δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε επιμέρους φύλακα τόσο κατά τη σύσταση όσο και στην καθεαυτή λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, καθώς σ' αυτόν, το Δήμο, οι ενάγοντες προσφέρουν πραγματικά τις υπηρεσίες τους στις ως άνω θέσεις με τις παραπάνω συμβάσεις τους διαδοχικά ανανεούμενες μέχρι και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ως φύλακες, στα σχολικά κτίρια του Δήμου Γλυφάδας, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον ίδιο τον Δήμο, απασχολούμενοι οκτώ ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε ημέρα κάτω από τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα οποία (όργανα) αναφέρονται για οποιοδήποτε πρόβλημα ανακύψει, τελούντες έτσι σε άμεση εξάρτηση και εποπτεία από 'τον εναγόμενο Δήμο ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχομένη εργασία τους.
Αντίθετα, οποιαδήποτε άλλη σχέση εξάρτησης από την πρώτη εναγομένη δεν υφίσταται, δεδομένου ότι, πέραν της συμβολής της τελευταίας στην δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του ως άνω προγράμματος, η συμμετοχή της περιορίζεται μόνο στην χρηματοδότηση αυτού (προγράμματος) στο πλαίσιο της δέσμευσης της από τα οριζόμενα της υπ' αρ. 34100/99 Υ.Α., ενώ λείπουν τα στοιχεία της ιδιότητας του εργοδότη στο πρόσωπό της, ήτοι η από μέρους της άσκηση διευθυντικού δικαιώματος στους εργαζομένους-ενάγοντες και η αντίστοιχη αποδοχή της εργασίας τους.
Μόνος εργοδότης επομένως των εναγόντων είναι ο Δήμος Γλυφάδας, ο οποίος άλλωστε έχει και τα οφέλη της εργασίας αυτών. Περαιτέρω, σκοπός του νομοθέτη, με το παραπάνω πρόγραμμα, ήταν η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και η ένταξη και απασχόληση σε αυτές των ενδιαφερομένων ανέργων με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού οι ενάγοντες με την παρεχομένη εργασία τους καθ' όλο το παραπάνω διάστημα με το ίδιο ωράριο, τόπο, χρόνο παροχής εργασίας και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό τις εντολές και τις οδηγίες των οργάνων του εναγομένου, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του Δήμου, ανταποκρίθηκαν στην επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του Δήμου".
Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή των δεκατριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και ανεγνώρισε ότι ο αναιρεσείων Δήμος ως εργοδότης των οφείλει στον καθένα τα επιδικασθέντα σ' αυτούς χρηματικά ποσά από την παρασχεθείσα εργασία των. Με βάση της ανωτέρω παραδοχές οι συμβάσεις συνεργασίας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αφ' ενός ΕΕΤΑΑ και Δήμου Γλυφάδας και αφ' ετέρου με τον καθένα των αναιρεσιβλήτων, έγιναν σε εκτέλεση της ΥΑ 34100/1999 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, περί κατάρτισης προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων, και στην καταρτισθείσα στα πλαίσια αυτής από 4.12.1999 προγραμματική σύμβαση και της από 5.1.2000 τροποποιητικής, της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚ και ΕΕΤΑΑ, με δικαιούχους φορείς του προγράμματος πρωτοβάθμιας ΟΤΑ και με έργο την υποστήριξη από αυτούς του σχεδιασμού του προγράμματος ενώ η ΕΕΤΑΑ ανέλαβε το έργο της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι φορέας της εργασιακής σχέσης με τον οποίο συνδέονται οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος νοείται ο οικείος ΟΤΑ Δήμος Γλυφάδας, αναφέρεται σε ερμηνεία της ανωτέρω ΥΑ 34100/1999 και στο πλαίσιο αυτής καταρτισθεισών προγραμματικών συμβάσεων και όχι στο συμφωνητικό συνεργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ ΕΕΤΑΑ, Δήμο Γλυφάδας (αναιρεσείον) και αναιρεσιβλήτων, ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας των συμφωνητικών αυτών.
Πρέπει επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας καίτοι διαπίστωσε κενό στις συμβάσεις με τους αναιρεσίβλητους ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγής, ενστάσεως κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς η σύνδεσή του με το διατακτικό του δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1198/2009).
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί παρά τα αναφερόμενα στη σύμβαση εργασίας των αναιρεσιβλήτων περί υποχρέου καταβολής της μισθοδοσίας τους, έκρινε αυτόν υπόχρεο, είναι αόριστος και απορριπτέος γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω στοιχεία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων μειωμένη κατ' άρθρον 281 §2 ν.963/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2013 αίτηση αναιρέσεως κατά των υπ' αριθμ. 3959/2013 και 5301/2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 569/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ