Supreme Court allows appeal against bank's refusal of early retirement severance due to incorrect interpretation of consent requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of her claim for early retirement severance. The appellant argued that her resignation was valid under the law, while the bank contended that its internal regulations required prior consent for such departures. The Court ruled that the bank incorrectly interpreted its own regulations and failed to apply the mandatory statutory provision granting severance upon resignation, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 33 para. 2 of the Bank's Employment Regulations: Employees resigning from indefinite-term contracts are entitled to statutory severance regardless of employer consent, and internal rules requiring consent are invalid if they contradict mandatory law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 693 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 693/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1629/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2346/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων αμφοτέρων των μοναδικών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α΄ του ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ΄ αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 και παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ. ΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α΄ του ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων (Α.Π. 371/2007, 283/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ : Η αναιρεσείουσα, που έχει γεννηθεί στις 18-5-1953, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 27-7-1973 και υπηρέτησε στην τελευταία συνεχώς μέχρι την 1-4-2001, οπότε και η εν λόγω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λύθηκε.
Ειδικότερα, στις 8-3-2001, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στην αρμόδια Διεύθυνση Προσωπικού της αναιρεσίβλητης την παραίτησή της, με το από 8-3-2001 έγγραφο που η ίδια υπογράφει, το οποίο έχει το ακόλουθο περιεχόμενο : "Καταγγελία συμβάσεως Εργασίας....... Προς την.... Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", Με την παρούσα σας γνωρίζω ότι καταγγέλλω μονομερώς κατ΄ άρθρ. 4 του ν. 2112/20, τη μεταξύ μας υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 1-4-2001, αφ΄ ης και θα πάψω να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου, χωρίς να εξαρτώ το κύρος ή την ισχύ της εν λόγω καταγγελίας από οποιαδήποτε σύμπραξη ή συγκατάθεσή σας".
Η ως άνω καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που όταν πραγματοποιήθηκε είχε περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια συνεχούς υπηρεσίας στην αναιρεσίβλητη, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της, κατέστησε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση από την αρχή σύμβαση αορίστου χρόνου. Η αναιρεσίβλητη όμως, όχι μόνο δεν συγκατατέθηκε στην πιο πάνω αποχώρηση της αναιρεσείουσας από την εργασία της, αλλά ρητώς εναντιώθηκε σ΄ αυτή με έγγραφο που της απεύθυνε αυθημερόν, δηλαδή στις 8-3-2001, το οποίο αναφέρει επί λέξει τα εξής : "Σας γνωρίζουμε ότι λάβαμε σήμερα την από 1-4-2001 καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας και σας δηλώνουμε ότι δεν την αποδεχόμαστε και την αποκρούουμε κατηγορηματικά.
Επίσης σας γνωρίζουμε ότι επιφυλασσόμαστε παντός νομίμου δικαιώματός μας λόγω μη τήρησης από εσάς της προβλεπόμενης από το άρθρο 4 του ν. 2112/1920 προθεσμίας". Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι από την αδιάστικτη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 33 παρ. 2 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι η τελευταία έχει εκ των προτέρων δώσει τη συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των μισθωτών της, ενώ, αντίθετα, τα διαλαμβανόμενα στο άνω άρθρο, ότι η έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου επιφέρει τη λύση της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, δεν ενέχουν εκ των προτέρων συγκατάθεση της τελευταίας στην παραίτηση των υπαλλήλων της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο τελικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με βάση και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, αφού απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθ. 1629/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 25-9-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 33 του ως άνω νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και 8 εδ.
α΄ του ν. 3198/1955. Και αυτό γιατί με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα, αποχωρώντας από την υπηρεσία της στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατόπιν της προαναφερόμενης έγγραφης παραιτήσεώς της, δεν δικαιούτο την προαναφερόμενη αποζημίωση, έστω και αν η αποχώρησή της έλαβε χώρα χωρίς ειδικώς δηλωθείσα συγκατάθεση της τελευταίας, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 33 του ως άνω Κανονισμού Εργασίας, κατά το οποίο προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχωρήσεως του μισθωτού με έγγραφη παραίτησή του από την υπηρεσία του, και στη συνέχεια, ακριβώς εξαιτίας των εσφαλμένων αυτών ερμηνείας και εφαρμογής της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως, παρέλειψε να εφαρμόσει το πράγματι εφαρμοστέο άρθρο 8 εδ.
α΄ του ν. 3198/1955 και να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα την από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενη αποζημίωση. Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και ο ταυτόσημος δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 2346/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ