Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of grounds under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a first-instance judgment regarding social benefits. The appellant argued that the lower court violated substantive law by denying benefits under Article 35 of Law 3329/2005, but the court found no other grounds for review under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 KPolD; The appeal is inadmissible if no grounds for review under Article 560 of the Code of Civil Procedure exist, even if the appellant claims a violation of substantive law or res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 692 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 692/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημα του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δημιουργήθηκε από την συγχώνευση πέντε ΝΠΔΔ, μεταξύ αυτών και το "ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ του ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ-Η Μητέρα, πρώην Ν.Π.Δ.Δ "Κέντρο Βρεφών Μητέρα" και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Κωνσταντίνος Ροίδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Α. - Σ. του Κ.- κατοίκου ... -2. Δ. Α. του Χ.- κατοίκου ...- 3. Ε. Α. του Λ.- κατοίκου ... , 4 Ι. Β. του Γ.- κατοίκου ..., 5. Π. Β.- , Φ. του Θ.- κατοίκου ... - 6. Ξ. Γ. του Ε.- κατοίκου ... - 7. Ν. Γ. του Ε.- κατοίκου ... 8. Π. Γ. του Δ.- κατοίκου ... - 9. Ο. Δ. του Α.- κατοίκου ... -10 Μ. Κ. του Σ.- κατοίκου ... -11. Φ. Κ.- Κ. του Ν.- κατοίκου ...- 12.
Σ. Κ. του Γ.- κατοίκου ... ,13. Δ. Κ. του Ι.- κατοίκου ...- 14. Μ. Κ. του Δ.- 2 - 15. Α. Κ. του Χ.- κατοίκου ..., 16. Β. Κ. του Δ.- κατοίκου ... 17. Ε. Κ. του Γ.- κατοίκου ..., 18. Ε. Κ. Π., κατοίκου ... ,19. Μ. Κ.-Χ. του Β.- κατοίκου ..., - 20. Α. Λ. του Α.- κατοίκου ... - 21. Ε. Μ. του Δ.- κατοίκου ... , 22. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 23. Α. Μ. του Κ.- κατοίκου ..., 24. Σ. Μ. του Ν.- κατοίκου ..., 25.
Μ. Μ. Γ. του Δ.- κατοίκου ..., 26. Ι. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 27. Κ. Μ. του Δ.- κατοίκου ..., 28. Α. Μ. του Δ.- κατοίκου ..., 29 Ε. Μ. του Ν.- κατοίκου ..., 30. Ε. Μ. του Δ.- κατοίκου ..., 31. Μ. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 32.Α. Π.-Κ. του Α.- κατοίκου ... 33. Ν. Π. του Χ.- κατοίκου ...- 34. Σ. Π. του Γ.- κατοίκου ...- 35. Α. Π. Γ. του Π.- κατοίκου ...- 36. Α. Π.-Μ. του Σ.- κατοίκου ...- 37.
Ξ. Ρ. του Ε.- κατοίκου ...- 38. Π. Σ. του Δ.- κατοίκου ...- 39. Α. Σ. του Π.- κατοίκου ..., 40. Σ. Τ. του Χ.- κατοίκου ...- 41. Χ. Τ. του Γ.- κατοίκου ...- 42. Π. Τ. του Β.- κατοίκου ...- 43. Α. Τ.- Λ. του Ι.- κατοίκου ...- 44. Α. Τ. του Θ.- κατοίκου ... -45. Β. Τ. του Σ. - κατοίκου ... - 46. Γ. Τ. του Α. - κατοίκου ...,από τους οποίους οι με α/α 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14, 16, 17, 21, 23, 25, 28, 29, 30, 32, 34, 36, 38, 41, 42, 43, 44, 46 παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Πήττα, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Όλοι οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1266/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11208/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-7- 2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 119/2014, 2202/2014, 1361/2013). 2.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 11208/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εφέσεων), με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της 1266/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 12-12-2011` αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού και επιδικάσθηκε σε καθένα από αυτούς το αναφερόμενο ποσό που κρίθηκε ότι δικαιούνται για το ειδικό επίδομα του άρθρου 35 παρ. 1 του ν.3329/2005.
Η αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Β1 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτή δικάσιμο. Κατ' αυτή, οι εξής αναιρεσίβλητοι ήτοι οι 3. Ε. Α. του Λ.- κατοίκου ..., -11. Φ. Κ.- Κ. του Ν.- κατοίκου ...- - 15. Α. Κ. του Χ.- κατοίκου ..., 18. Ε. Κ. Π., κατοίκου ... ,19. Μ. Κ.-Χ. του Β.- κατοίκου ..., - 20.
Α. Λ. του Α.- κατοίκου ... -, 22. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., , 24. Σ. Μ. του Ν.- κατοίκου ..., , 26. Ι. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 27. Κ. Μ. του Δ.- κατοίκου ..., 31. Μ. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 33Ν. Π. του Χ.- κατοίκου ...- - 35. Α. Π. Γ. του Π.- κατοίκου ...- 37. Ξ. Ρ. του Ε.- κατοίκου ...- 39. Α. Σ. του Π.- κατοίκου ..., 40. Σ. Τ. του Χ.- κατοίκου ...- ...- -45 Β. Τ. του Σ. - κατοίκου ..., δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιό διάδικο μέρος επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και αν έχουν κλητευθεί για την σημερινή δικάσιμο. Επομένως, πρέπει ως προς αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, ενώ ως προς τους λοιπούς, υφιστάμενης μεταξύ αυτών και των απόντων αναιρεσιβλήτων σχέσης απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
3.Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων οι ενάγοντες εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 12.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 2687/19.12.2011 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε μετά από άσκηση εφέσεως από το ήδη αναιρεσείον η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11208/2017 απόφαση, του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου εξέθεταν ότι κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες για έκαστο εξ αυτών ημερομηνίες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν σε αυτό τις υπηρεσίες τους με τις ειδικότερα αναφερόμενες ειδικότητες για έκαστο εξ αυτών.
Ότι με τον Ν. 3329/2005 το εναγόμενο μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ότι το ίδιο υπάγεται στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ότι κατόπιν άσκησης από τους ίδιους κατά του εναγομένου σχετικής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι δικαιούνται το ειδικό επίδομα του άρθρου 35 παρ. 1 του Ν. 3329/2005 και κατά παραδοχή της αγωγής αυτής, επιδικάσθηκε σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 6.400 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2005 έως τις 09.10.2007 και η οποία κατέστη αμετάκλητη, με αποτέλεσμα να παράγεται εξ αυτής δεδικασμένο για το δικαίωμα του, που κρίθηκε.
Ότι κατόπιν άσκησης από τους ίδιους κατά του εναγομένου σχετικής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2714/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή η αγωγή και επιδικάσθηκε σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 8.750 ευρώ για την ίδια αιτία, ήτοι για το προαναφερόμενο ειδικό επίδομα, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από τις 10.10.2007.
μέχρι τις 02.03.2010. Ότι αυτοί εξακολουθούν να απασχολούνται στο εναγόμενο με την ίδια σχέση εργασίας και τους ίδιους όρους και κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και ότι παρά την ύπαρξη του δεδικασμένου από την υπ' αριθμόν 901/2008 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει σε αυτούς το ως άνω επίδομα, το οποίο δικαιούνται από τον νόμο και με βάση την αρχή της ισότητας για το χρονικό διάστημα από τις 03.03.2010 μέχρι και την 31.10.2011.
Με την 1266/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου) η αγωγή κρίθηκε ως παραδεκτή και νόμιμη, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον έγινε δεκτό ότι με τις αναφερόμενες δύο δικαστικές αποφάσεις κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίδικο βοήθημα για προγενέστερα χρονικά διαστήματα και ειδικότερα κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούται το επίδομα αυτό με ισχύ δεδικασμένου με την υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με βάση το μνημονευόμενο στην απόφαση πιστοποιητικό.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του εναγομένου και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξης: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν κατά την αναφερόμενη στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών ημερομηνία κατά τις ειδικότητες που περιγράφονται στην αγωγή και οι οποίες συνομολογήθηκαν από το εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Εξάλλου, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς και το ήδη εκκαλούν, στο οποίο συγχωνεύθηκε το αρχικώς εναγόμενο, υπόκεινται στον έλεγχο και στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Εξάλλου, άπαντες οι ενάγοντες με την από 22.01.2007 και με αριθμό κατάθεσης 566/2007 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορήγησε σε αυτούς το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης ύψους 200 ευρώ, το οποίο είχε χορηγηθεί στο προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου, στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, ζήτησαν να καταβληθεί σε έκαστο εξ αυτών το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης ποσού 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2005 έως τις 31.10.2007........
Στη συνέχεια, επί της προειρημένης αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων η υπ' αριθμόν 901/2008 αμετάκλητη απόφαση του έκρινε ότι με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 χορηγήθηκε από την 01.01.2005 μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης ύψους 200 ευρώ στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν υπαλλήλους και στο μετακλητό προσωπικό, ότι με την ανωτέρω διάταξη θεσπίσθηκε νέα παροχή επιδοματικού χαρακτήρα, η οποία χορηγήθηκε στο σύνολο αδιακρίτως του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι) και στους αποσπασμένους σε αυτήν, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, την ειδικότητα και τον κλάδο απασχόλησης, που αποσκοπεί ουσιαστικά στην αύξηση του εισοδήματος των συγκεκριμένων υπαλλήλων του ως άνω Υπουργείου χωρίς τούτο να υπαγορεύεται και να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού και -δημοσίου συμφέροντος και ότι η ανωτέρω ρύθμιση καθιερώνει ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος του προσωπικού των νοσοκομείων, στο οποίο εντάσσονται και οι ενάγοντες.
Προσέτι, με την προρρηθείσα απόφαση υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο των ενάγοντων για το χρονικό διάστημα από 1,1,2005 μέχρι τις 09.10.2007 το ποσό των 6.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε με την επιμέλεια των εναγόντων στο εναγόμενο στις 18.04.2008 συνταχθείσης προς τούτο της υπ' αριθμόν ….66Γ/18.04.2008 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Μ., το εναγόμενο, δε, ουδέν ένδικο μέσο άσκησε κατ' αυτής. Ως εκ τούτου, η μνησθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμόν 6406/20.06.2008 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών. Εντεύθεν, από την προαναφερόμενη απόφαση δημιουργείται δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση, εφόσον υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας και οι διάδικοι παρίστανται με την ίδια δικονομική ιδιότητα.
Το δεδικασμένο αυτό αποκλείει την διαφορετική κρίση στην προκείμενη δίκη του, εφόσον δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος το οποίο ίσχυε τόσο στην πρώτη δίκη, όσο και στη νέα, δεδομένου ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την ίδια σχέση εργασίας και υπό τις ίδιες συνθήκες σε σχέση με τις τοιαύτες, οι οποίες αφορούσαν στο πλαίσιο της περιγραφείσης δίκης.
Ήδη, δε έχουν καταβληθεί . στους ενάγοντες από το εναγόμενο τα επιδικασθέντα με την ανωτέρω απόφαση ποσά. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω από 22.01.2007 αγωγής και της ένδικης τοιαύτης, οι οποίες ασκήθηκαν από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής και η οποία, κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι αμετάκλητη, στις υποθέσεις αυτές υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, που παρίστανται με την ίδια δικονομική ιδιότητα, και ταυτότητα διαφοράς, ήτοι ταυτότητα του δικαιώματος και του αντικειμένου του, με το ίδιο αίτημα των εναγόντων για καταβολή του ειδικού επιδόματος του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 με βάση την αρχή της ισότητας και, έτσι, οι δύο αυτές αγωγές στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Δηλαδή, πρόκειται για διαφορά που θεμελιώνεται και στις δύο αγωγές στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005).
Συνεπώς, από την αμετάκλητη υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει παραχθεί δεδικασμένο για την κρινόμενη αγωγή. Το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την απόφαση αυτή, αποτελεί θετική διαδικαστική προϋπόθεση της νέας δίκης και το δεύτερο δικαστήριο όφειλε να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο. Περαιτέρω, την ανωτέρω διαδικαστική προϋπόθεση είχαν θέσει ως βάση της κρινόμενης αγωγής τους οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι και τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλουν και με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως άμυνα κατά της κρινόμενης έφεσης.
Κρίθηκε, κατ' ακολουθίαν, με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίμαχο επίδομα με βάση την αρχή της ισότητας και το δεδικασμένο αυτό αποτέλεσε τη βάση και της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Προσθέτως, σημειώνεται ότι κατόπιν άσκησης της από 22.03.2009 και με αριθμούς κατάθεσης 49658/1470/2009 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2714/2010 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 8.750 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ως επίδομα του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 για το χρονικό διάστημα από την 01.09.2007 έως τις 09.10.2007.
Κατόπιν άσκησης έφεσης από μέρους του εναγομένου κατά της προαναφερόμενης απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 7547/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (3° Τμήμα), με την οποία έγινε αυτή τυπικά δεκτή, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εναγομένου ύψους 500 ευρώ, διότι έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες δικαιούνται του επίμαχου επιδόματος για το προρρηθέν χρονικό διάστημα λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου, το οποίο απέρρεε από την υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, κατόπιν άσκησης αναίρεσης από μέρους του εναγομένου κατά της προειρημένης απόφασης εκδόθηκε ή υπ' αριθμόν 182/2016 άποφασή του Αρείου Πάγου (Β2' Πολιτικό Τμήμα), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ........δοθέντος ότι κρίθηκε ότι ορθώς με την υπ' αριθμόν 7547/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτό ότι από την υπ' αριθμόν 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παρήχθη δεδικασμένο για την ως άνω αναφερομένη (δεύτερη κατά σειρά ασκηθείσα) αγωγή.
Συνακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται του αιτούμενου και προβλεπόμενου στο άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 επιδόματος για το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω της αμετάκλητης υπ' αριθμόν 901/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και • δεν έσφαλε" Με τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος.
4. Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και διότι αυτή δεν επιδέχεται διασταλτική ερμηνεία και αναλογική εφαρμογή.
Ο μοναδικός αυτός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει ευθέως από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η κρίση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικέιου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφαση ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το προβλεπόμενο στο άρθρο 35 του Ν. 3322/2005 επιδόματος, εδράζεται στο απορρέον από την προγενέστερη υπ' αριθμ. 901/2008 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έγινε αμετάκλητη δεδικασμένο καθόσον όπως δέχεται η απόφαση "υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας και οι διάδικοι παρίστανται με την ίδια δικονομική ιδιότητα".
Το δεδικασμένο αυτό, το οποίο καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση ως ενιαίο όλο, δηλαδή τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση). Στην ιστορική αιτία (ελάσσονα πρόταση) και το δικαίωμα (συμπέρασμα) για το ζήτημα που κρίθηκε και κωλύει τη νέα έρευνα για το δικαίωμα που κρίθηκε, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και για την παραδοχή του (δεδικασμένου) δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 ΚπολΔ για παραβίαση δεδικασμένου, ούτε άλλωστε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφαση προκύπτει κάτι τέτοιο.
5. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορριπτει την από 20-7-2018 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ''ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ'' για αναίρεση της 11208/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Εφέσεων) ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση της ως άνω αίτησης ως προς τους αναιρεσιβλήτους : 3. Ε. Α. του Λ.- κατοίκου ..., -11. Φ. Κ.- Κ. του Ν.- ...- - 15. Α. Κ. του Χ.- κατοίκου ..., 18. Ε. Κ. Π., κατοίκου ... ,19. Μ. Κ.-Χ. του Β.- κατοίκου ..., - 20. Α. Λ. του Α.- κατοίκου ... -, 22. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., , 24. Σ. Μ. του Ν.- Νίκαια, , 26. Ι. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 27. Κ. Μ. του Δ.- κατοίκου ..., 31. Μ. Μ. του Χ.- κατοίκου ..., 33.Ν. Π. του Χ.- κατοίκου ...- - 35. Α. Π. Γ. του Π.- κατοίκου ...- 37. Ξ. Ρ. του Ε.- κατοίκου ...- 39. Α. Σ. του Π.- κατοίκου ..., 40. Σ. Τ. του Χ.- κατοίκου ...- ...- -45 Β. Τ. του Σ. - κατοίκου ...,
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ