Legislator Case Law & Legislation
692/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor arbitration award for salary increase misclassification as profit distribution.

Case Number 692/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Labor Court's decision regarding a €250 payment to employees. The court found the lower court erred by classifying the payment as a profit distribution rather than a salary increase, violating specific labor laws. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to a different judge for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 51(1) of Law 3871/2010; Art. 34(1)(d) of Law 2190/1920: A payment made by an employer to an employee as consideration for work constitutes a salary increase regardless of its source, and such increases are prohibited without a specific shareholders' resolution.

Keywords

AI generated
salary increase classification profit distribution distinction labor arbitration award shareholders resolution requirement remittitur for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 51(1) of Law 3871/2010
Art. 34(1)(d) of Law 2190/1920
Art. 22(2) of the Constitution
Law 1876/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 692/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ACS ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ACS Α.Ε.Ε. με την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου κατόπιν απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ACS ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ Α.Ε.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Επιχειρησιακού σωματείου " Σωματείο Εργαζομένων ACS Ταχυδρομικές Υπηρεσίες Α.Ε.Ε.", όπως μετονομάσθηκε η αρχική αναιρεσίβλητη, "Συνδικαλιστική οργάνωση" με την επωνυμία Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ACS A.E.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καίσαρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1500/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4544/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-5-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης 4544/2013 του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης παρέσχε την ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα διαιτησίας, που εκείνος κρίνει σκόπιμο, για τη διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

Περαιτέρω, με το ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", καθιερώθηκε σύστημα επιλύσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας, με τη θέσπιση του θεσμού του μεσολαβητή (άρθρα 14, 15) και με την ανάθεση της διαιτησίας σε όργανα ενός Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (άρθρα 16, 17), που ο νόμος αυτός ίδρυσε.

Ειδικότερα, ο ν. 1876/1990, αφού όρισε ότι, αν οι διαπραγματεύσεις των μερών αποτύχουν, αυτά μπορούν να ζητήσουν τις υπηρεσίες μεσολαβητή ή να προσφύγουν στη διαιτησία (άρθρο 14 παρ. 1) και ότι οι όροι και η διαδικασία της προσφυγής καθορίζονται με ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων ή με κοινή συμφωνία των μερών, ελλείψει δε αυτών, με τις διατάξεις του νόμου τούτου (άρθρο 14 παρ. 2), στη συνέχεια ορίζει ότι ιδρύεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, ο "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας" (ΟΜΕΔ), με έδρα την Αθήνα.

Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι η διαδικασία της μεσολαβήσεως αρχίζει με αίτηση, που υποβάλλουν τα μέρη από κοινού ή χωριστά (άρθρο 15 παρ. 2), ότι ο μεσολαβητής επιλέγεται από ειδικό κατάλογο μεσολαβητών, επί ασυμφωνίας δε των μερών ορίζεται με κλήρωση (άρθρο 15 παρ. 3), ότι αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία για επίλυση της διαφοράς τους μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ο μεσολαβητής μπορεί να υποβάλει δική του πρόταση, η οποία, αν μεν γίνει δεκτή και υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη, εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας, αν δε όχι, θεωρείται απορριφθείσα (άρθρο 15 παρ.

δ). Τέλος, προβλέπεται ότι προσφυγή στη διαιτησία γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων, με κοινή συμφωνία των μερών, είτε μονομερώς από το ένα μέρος, όταν το άλλο αρνείται τη μεσολάβηση, είτε από τους εργαζομένους, όταν αποδέχονται την πρόταση του μεσολαβητή, που απορρίπτει ο εργοδότης ή, κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένες περιπτώσεις (οργανισμών κοινής ωφελείας κ.λ.π.) και αντιστρόφως (άρθρο 16 παρ. 1), ότι ο διαιτητής όπως και ο μεσολαβητής (άρθρο 15 παρ. 3) επιλέγεται με κοινή συμφωνία των μερών από ειδικό κατάλογο, άλλως με κλήρωση (άρθρο 16 παρ. 4) και ότι η απόφαση του, που ισχύει από την επομένη της υποβολής της αιτήσεως για μεσολάβηση, εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας (άρθρο 16 παρ. 6).

Από όλα τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι οι μεσολαβητές και οι διαιτητές, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συνιστούν όργανα του ιδρυθέντος από τον ίδιο νόμο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας", (ΟΜΕΔ), με τον οποίο συνδέονται με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και επομένως οι πράξεις του διαιτητή του ΟΜΕΔ (διαιτητικές αποφάσεις) δεν αποτελούν πράξεις διοικητικής αρχής και συνεπώς δικαιοδοσία για την κρίση του κύρους και της νομιμότητας τους έχουν τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια, διότι, με την αμφισβήτηση της νομιμότητας τους, προκαλούνται ιδιωτικές διαφορές, των οποίων η επίλυση ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο παραπάνω δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων από τα πολιτικά δικαστήρια μπορεί να έχει τη μορφή είτε παρεμπίπτοντος ελέγχου, στα πλαίσια, δηλαδή, μιας ατομικής εργασιακής διαφοράς, είτε του απ1 ευθείας ελέγχου με την άσκηση θετικής ή αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον.

Η διαιτητική απόφαση δεν ελέγχεται για την ουσιαστική ορθότητά της ή για τη σκοπιμότητά της, αλλά ο έλεγχος αναφέρεται μόνον στις εξής περιπτώσεις α) αν ρυθμίζει θέματα, τα οποία δεν μπορούν κατά το νόμο να είναι αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων, β) αν δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία και διαδικασία, που προβλέπει ο Ν. 1870/1990 ψα την έκδοσή της, γ) αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα με μονομερή (υπέρ των εργαζομένων) ή αμφιμερή ενέργεια και δ) αν φέρει άλλα τυπικά ελαττώματα ή ελλείψεις (ΑΠ 464/2012).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν.3871/2010 (με τον οποίο ελήφθησαν μέτρα δημοσιονομικής διαχείρισης και τροποποιήθηκαν διατάξεις τουΝ.2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού) ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "οι εκδοθησόμενες από τη δημοσίευση του παρόντος με τη διαδικασία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) διαιτητικές αποφάσεις, προς επίλυση συλλογικών διαφορών, δεν ισχύουν και δεν παράγουν κανένα νομικό αποτέλεσμα, εφόσον χορηγηθούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, μισθολογικές αυξήσεις για το 2010 και το πρώτο εξάμηνο του 2011".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ και 1 και 95 της Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή την οποία, σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή, όχι μόνο η κυρία παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1082/2010, ΑΠ 1276/2001).

Η ίδια έννοια του μισθού συνάγεται και από τις παρακάτω νομικές διατάξεις των άρθρων: 1) 2 περίπ. ε’ του Ν.3896/2010 (ενσωμάτωση των διατάξεων της οδηγίας 2006/54/ΕΚ στην Ελληνική έννομη τάξη) από την οποία προκύπτει ότι αμοιβή είναι: "οι πάσης φύσεως μισθοί και αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από κάθε πηγή, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, εξαιτίας ή και με αφορμή την απασχόληση του τελευταίου", 2) 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΠΕΕ), κατά την οποία ως αμοιβή "νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας". 3) 45 παρ. 4 και 54 παρ. 1 Ν.2238/1994 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος όπου ορίζεται, αφενός, ποιές εργοδοτικές παροχές δεν συνιστούν εισόδημα (χωρίς να συγκαταλέγονται σ’ αυτές οι έκτακτες εργοδοτικές παροχές και το διανεμόμενο στο προσωπικό ανώνυμης εταιρείας μέρος των κερδών αυτής) και αφετέρου, γίνεται λόγος περί "αμοιβών εργατοϋπαλληλικού προσωπικού" για τα διανεμόμενα στο προσωπικό ανώνυμης εταιρείας κέρδη πέραν του μισθού και 4) 22 παρ. 2 β’ Ν.2084/1992, η οποία αναφέρεται στον υπολογισμό εισφορών υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και ορίζει ότι: "ως αποδοχές για τον υπολογισμό των κατά τα ανωτέρω εισφορών νοούνται οι πάσης φύσεως αποδοχές, εξαιρουμένων των εκτάκτων παροχών λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς ασθένειας του μισθωτού και των μελών του οικογένειάς του".

Ενώ, τέλος, η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 δ’ Ν.2190/1920 (περί ανωνύμων εταιρειών) ορίζει ότι η γενική συνέλευση ανώνυμης εταιρείας είναι μόνη αρμόδια ν’ αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για τη διάθεση των ετησίων κερδών. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ότι το εναγόμενο-εφεσίβλητο-αναιρεσίβλητο (Σωματείο Εργαζομένων ACS A.E.E.) αποτελεί "πρωτοβάθμια επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση" των εργαζομένων της ενάγουσας-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (ACS Ταχυδρομικές Υπηρεσίες Α.Ε.Ε.) που έχει αντικείμενο μεταφορές πραγμάτων.

Από το έτος 1997 οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της, ρυθμίζονται συλλογικά με Σ.Σ.Ε. που υπογράφονται ανάμεσα στους διαδίκους ή με αντίστοιχες διαιτητικές αποφάσεις. Το εφεσίβλητο με την από 21.1.2010 καταγγελία-πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα και στην Επιθεώρηση Εργασίας Άνοιξης στις 22.1.2010, και στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας στις 25.1.2010, κατήγγειλε την από 1.1.2009 επιχειρησιακή σ.σ.ε.

και κάλεσε την εκκαλούσα σε συνάντηση διαπραγματεύσεων στις 26.1.2010 για τη σύναψη νέας επιχειρησιακής σ.σ.ε για το έτος 2010, προτείνοντας ταυτόχρονα τους όρους της νέας σ.σ.ε. Λόγω δε της απροθυμίας της εκκαλούσας για την πραγματοποίηση της συνάντησης, το εφεσίβλητο στις 29.1.2010, υπέβαλε αίτηση στον ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ (ΟΜΕΔ) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 και του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του ν. 1876/1990, ζητώντας μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς των διαδίκων ως προς τα παραπάνω ζητήματα.

Επειδή δεν επήλθε συμφωνία για υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, κινήθηκε η διαδικασία της μεσολάβησης και ο ορισθείς μεσολαβητής κατέθεσε την υπ’ αριθ. 897/17.5.2010 πρότασή του. Την εν λόγω πρόταση αποδέχθηκε μόνο το εφεσίβλητο σωματείο, το οποίο ακολούθως υπέβαλε προς τον ΟΜΕΔ την υπ’ αριθμό πρωτ.958/029Δ/26.5.2010 αίτησή του ζητώντας την έναρξη της διαδικασίας διαιτησίας για την έκδοση διαιτητικής απόφασης.

Τηρηθείσας της νόμιμης διαδικασίας, εξεδόθη η υπ’ αριθμό 28/17.6.2010 διαιτητική απόφαση, η οποία στο άρθρο 2 όρισε ότι ο βασικός μισθός για όλες τις ειδικότητες των εργαζομένων, όπως ίσχυε την 31.12.2009, σύμφωνα με την από 24.4.2009 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., αυξάνεται από 30.1.2010 κατά ποσοστό 1,5%. Η ως άνω Δ.Α. κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας Άνοιξης στις 25.6.2010 με αριθμό πράξης 2.

Μετά τη δημοσίευση του νόμου 3871/2010 στις 17.8.2010, η εκκαλούσα άσκησε την από 30.8.2010 έφεσή της κατά της ως άνω διαιτητικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.2 του νόμου 3845/2010, ζητώντας την ακύρωσή της. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, οι διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία ισχύος του ν. 3845/2010 (6.5.2010) και χορηγούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο μισθολογικές αυξήσεις, πέραν αυτών που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, υπόκεινται σε έφεση εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος εκ μέρους των μερών που συμμετείχαν στη σχετική συλλογική διαφορά ή εκ μέρους του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ενώπιον των διαιτητών του ΟΜΕΔ με τριμελή σύνθεση, η οποία αναδεικνύεται κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990.

Επί της εφέσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 3-Εφ/2010 διαιτητική απόφαση, την αναγνώριση της ακυρότητας της οποίας ζητεί με την αγωγή της η εκκαλούσα. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα εξής: "...Ο νομοθέτης κρίνοντας ότι δεν μπορεί να παρέμβει στην συνταγματικά (άρθρο 22 και 23) και με ΔΣΕ (98 ΔΣΕ) κατοχυρωμένη συλλογική αυτονομία και να καταργήσει με νόμο ρυθμίσεις που δημιουργήθηκαν με την έκδοση μιας Δ.Α., δημιούργησε ένα όργανο για την επανεξέταση των ήδη εκδοθεισών Δ.Α.

με σκοπό τη μεταρρύθμιση ή την εξαφάνισή τους, στο πλαίσιο όμως των αρμοδιοτήτων του διαιτητή, όπως ορίζονται στο ν.1876/1990....Από το χρόνο έκδοσης της προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη Δ.Α. δεν έλαβε και δεν μπορούσε να λάβει υπόψη της την ΕΓΣΣΕ των ετών 2010, 2011 και 2012 και τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 3871/2010.

Όπως προκύπτει από την ΕΓΣΣΕ, οι κοινωνικοί εταίροι συμφώνησαν να αφήσουν αμετάβλητα τα κατώτατα όρια των μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων της χώρας για το έτος 2010 και επεσήμαναν ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σε περιβάλλον έκτακτων συνθηκών λόγω του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, που οδήγησε τη χώρα στην ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ και στην υιοθέτηση των μέτρων που προβλέπονται στο σχετικό Μνημόνιο και στο Νόμο 3845/2010.

Τη ρύθμιση της ΕΓΣΣΕ υιοθέτησε, κατά περιεχόμενο, και ο νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.1 του ν. 3871/2010, που έχει ως εξής: "Οι εκδοθησόμενες από τη δημοσίευση του παρόντος με τη διαδικασία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) διαιτητικές αποφάσεις, προς επίλυση συλλογικών διαφορών, δεν ισχύουν και δεν παράγουν κανένα νομικό αποτέλεσμα, εφόσον χορηγούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο μισθολογικές αυξήσεις για το 2010 και πρώτο εξάμηνο του 2011...".

Παρά τις επιφυλάξεις για τη συνταγματικότητα του νόμου (θέμα που δεν εξετάζεται εδώ), κατά την πλειοψηφούσα άποψη η ρύθμιση του νόμου δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν μπορεί να καταργήσει ή να περιορίσει γεννημένες απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, η διαιτητική απόφαση μπορεί να επιχειρήσει την διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας της συλλογικής ρύθμισης και των συμφερόντων των δύο πλευρών θεσπίζοντας άλλες παροχές, αρκεί αυτές να μην έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, με την έννοια της ενσωμάτωσής τους στο νόμιμο, κατά την ισχύουσα σ.σ.ε, μισθό (βλ.

ΑΠ 389/2008 Τ.Ν.Π.-ΝΟΜΟΣ). Προφανώς δε η συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, όπως αποτυπώνεται στην ΕΓΣΣΕ δεν αποκλείει την καταβολή παρόμοιων μη μισθολογικών παροχών, εφόσον η ίδια, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 5 αυτής προτρέπει τις κερδοφόρες εταιρίες, όπως είναι η εργοδότιδα εταιρία, να διανείμουν στους εργαζομένους τους, μερίδιο της καθαρής κερδοφορίας τους .....

Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, για την απόφαση μας λάβαμε υπόψη περαιτέρω: α) την αδυναμία σύγκλισης απόψεων μεταξύ των μερών... β) τις προβλέψεις της ΕΣΥΕ για τον Δείκτη τιμών Καταναλωτή (5,5%) και τον εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (5,6%) κατά το έτος 2010 (Αυγ.2009- Αυγ. 2010) καθώς και τα στοιχεία για τη μείωση του ΑΕΠ κατά 3,7% (Β’ τρίμηνο 2010), γ) την πρόσφατα δημοσιευμένη πρόβλεψη του ΟΟΣΑ για την εξέλιξη των οικονομικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2010 και ιδίως την προβλεπόμενη ετήσια μεταβολή του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος για το έτος 2010 (-3,7%) και για το 2011 (-2,5%), δ) το γεγονός της ύπαρξης υψηλής κερδοφορίας της υπό κρίση εταιρίας, η οποία κατά το έτος 2009 υπερέβαινε τα 2.900.000 Ευρώ, ε) ότι η υποχώρηση του πραγματικού μισθού των εργαζομένων, λόγω της ύπαρξης πληθωρισμού που προσεγγίζει το 6% είναι πολύ μεγαλύτερη της παροχής της Δ.Α., η οποία απλώς απάμβλυνε τις οικονομικές συνέπειες της γενικότερης δυσμενούς κατάστασης που αντιμετωπίζει η χώρα, στ) ότι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης ΔΑ 28/2010 το μισθολογικό κόστος της εταιρίας, όπως δηλώθηκε κατά την διαδικασία ενώπιον μας, θα ανερχόταν στο ποσό των 150.000 ευρώ, ήτοι, κατά χονδρικό προϋπολογισμό (δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι είναι 440) στο ποσό των 340 ευρώ ανά εργαζόμενο, ζ) ότι η επιβάρυνση της εταιρίας από τη χορήγηση ισόποσης εφάπαξ παροχής ύψους 250 Ευρώ, θα επιβαρύνει την εταιρεία με ποσό (250 Χ 440=) 110.000 Ευρώ, ήτοι πολύ μικρότερο του ποσού των 150.000 ευρώ, η) προφανώς, δε, εφόσον δεν πρόκειται για μισθολογική αύξηση, δεν θα επιβαρύνει το μισθολογικό κόστος της εταιρίας για το έτος 2011...

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ 1. Ομόφωνα για την μεταρρύθμιση της 28/2010 Διαιτητικής Απόφασης. 2. Επί του περιεχομένου της ΔΑ, κατά πλειοψηφία, ως εξής:. ... Άρθρο 2.

1. Oι βασικοί μισθοί για όλες τις ειδικότητες των εργαζόμενων, παραμένουν για το έτος 2010 όπως ίσχυαν την 31.12.2009, σύμφωνα με την από 24.4.2009 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. 2. Στους υπαγόμενους στο πεδίο ισχύος της παρούσας καταβάλλεται μέχρι την 31/12/2009 εφάπαξ παροχή, η οποία δεν εντάσσεται στο νόμιμο ή συμβατικό μισθό, ύψους διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ".

Από το παραπάνω περιεχόμενο της υπ’ αριθμό 3-Εφ/2010 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ προκύπτει ότι η εφάπαξ παροχή των 250 ευρώ που προβλέφθηκε για κάθε εργαζόμενο της επιχείρησης της εκκαλούσας δεν έχει το χαρακτήρα "μισθολογικής αύξησης", την οποία ρητά απαγορεύει το άρθρο 51 παρ.1 του ν. 3871/2010. Αποτελεί έκτακτη παροχή διανεμόμενων κερδών της εκκαλούσας στους μισθωτούς της επιχείρησής της, που δεν ενσωματώνεται στους μισθούς τους, αυξάνοντας τους για το μέλλον, οφείλεται δε μόνο για το έτος 2010, χωρίς να γεννάται υποχρέωσή της για εκ νέου διανομή κερδών για το επόμενο έτος.

Γι’ αυτό και στη διαιτητική απόφαση γίνεται επίκληση του άρθρου 5 της ΕΓΣΣΕ που προτρέπει τις κερδοφόρες εταιρίες, όπως είναι η εργοδότιδα εταιρία, να διανείμουν στους εργαζομένους τους μερίδιο της καθαρής κερδοφορίας τους. Είναι βέβαια αληθές ότι το αμέσως παραπάνω άρθρο παρέχει τη δυνατότητα διανομής των κερδών μόνο στις ίδιες τις εργοδότριες εταιρίες και δεν δίνει εξουσία στο διαιτητή να αποφασίζει μονομερώς για τέτοιου είδους παροχές στον εργαζόμενο.

Το γεγονός αυτό επισημαίνει ο διαιτητής που μειοψήφησε στην υπ’ αριθμό 3-ΕΦ/2010 απόφαση ο οποίος στο σκεπτικό του μεταξύ άλλων αναφέρει: "Σε αυτήν την προσπάθεια, ετέθη σαν εναλλακτική πρόταση το θέμα της διάθεσης μικρού μέρους των κερδών της επιχείρησης, ως εφάπαξ παροχή, αντί της χορήγησης ποσοστιαίας μισθολογικής αύξησης, η οποία θα δημιουργούσε και νέα βάση υπολογισμού του βασικού μισθού και, επομένως θα αύξανε επί πλέον το κόστος της επιχείρησης.

Ο συλλογισμός αυτός βασίστηκε στο άρθρο 5 της ΕΓΣΣΕ ετών 2010, 2011 και 2012, κατά το οποίο " Εταιρίες οποιασδήποτε μορφής και τύπου μπορούν με απόφαση τους να διανέμουν σε κάθε διαχειριστική χρήση μέρος των ετήσιων καθαρών κερδών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό τους. Τα συμβαλλόμενα μέρη θα επιδιώξουν από κοινού την εφαρμογή κατάλληλων φορολογικών ρυθμίσεων, ώστε να ενθαρρύνεται η συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη των επιχειρήσεων με αυτόν τον τρόπο".

Κατά την άποψη αυτή, ο διαιτητής δεν δύναται να χορηγήσει μία εφάπαξ παροχή, ακόμη και όταν δεν εντάσσεται στο νόμιμο ή συμβατικό μισθό, εφόσον δεν έχει ζητηθεί ή/και συμφωνηθεί από τα μέρη και ούτε διαφαίνεται περίπτωση συμφωνίας. Εξάλλου και το άρθρο 5 της ΕΓΣΣΕ ορίζει ότι η διανομή μέρους των ετήσιων καθαρών κερδών αποφασίζεται από τις εταιρίες και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα επιδιώξουν από κοινού την εφαρμογή ρυθμίσεων.

Επομένως αφήνει τη ρύθμιση του θέματος αυτού στους εργοδότες και στη συμφωνία των μερών". Εντούτοις, ακόμη και αν εσφαλμένα ερμηνεύοντας το άρθρο 5 της ΕΓΣΣΕ των ετών 2010, 2011 και 2012 η πλειοψηφία των διαιτητών στην υπ’ αριθμ. 3-ΕΦ/2010 Δ.Α. θεώρησε ότι είχε εξουσία να προβεί σε διανομή των κερδών της επιχείρησης της εκκαλούσας στους μισθωτούς της, χωρίς τη συναίνεση της εργοδότριας(εκκαλούσας), η φύση της αποφασισθείσας αυτής παροχής παραμένει έκτακτη και μη μισθολογική σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη.

Ως εκ τούτου, η παράγραφος 2 του άρθρου 2 της εν λόγω Δ.Α. του ΟΜΕΔ δεν είναι αντίθετη στο άρθρο 51 παρ.1 του ν. 3871/2010, που απαγορεύει τις μισθολογικές αυξήσεις και δεν μπορεί για το λόγο αυτό να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με την αγωγή της και επαναφέρει τον ισχυρισμό αυτό με την έφεσή της.

Ειδικότερα η εκκαλούσα με την αγωγή της, επικαλέστηκε την ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης ως προς τη διάταξή της με την οποία χορηγήθηκε η εφάπαξ παροχή των 250 ευρώ, με βάση την αντίθεσή της προς τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 51 του ν.3871/2010, θεωρώντας (η εκκαλούσα) ότι πρόκειται για μισθολογική αύξηση αποδοχών για το έτος 2010, που απαγορεύεται.

Το γεγονός δε αν είχε εξουσία η πλειοψηφία των διαιτητών να προβεί σε διανομή των κερδών της επιχείρησής της δεν αποτελεί αντικείμενο της δίκης αυτής". Με τις παραδοχές δε αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το διατακτικό της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης, σε σχέση με την παροχή των 250 €, δεν έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν.3871/2010, θεωρώντας ότι αυτή (παροχή) δεν είναι μισθολογική αύξηση.

Στη συνέχεια, δε, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης 1500/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της τελευταίας για ακύρωση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο ουσίας, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί της εννοίας του μισθού, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, δεχόμενο ότι η πιο πάνω παροχή των 250 € δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν.3871/2010.

Και τούτο γιατί στην έννοια του μισθού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, υπάγεται κάθε παροχή την οποία, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας του, με τη μορφή οφέλους για τον τελευταίο, από κάθε πηγή, είτε άμεσα είτε έμμεσα.

Συνεπώς, αύξηση στις αποδοχές του εργαζομένου, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, είναι κάθε ποσό που προστίθεται σ’ αυτές. Για το λόγο αυτό και η διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν.3871/2010 είναι απαγορευτική, γενικώς, για κάθε μισθολογική επιβάρυνση του έτους 2010, χρησιμοποιώντας, μάλιστα, τη διατύπωση "καθ’ οιονδήποτε τρόπο μισθολογικές αυξήσεις". Κατά συνέπεια, η χορηγηθείσα παροχή των 250 € για το έτος 2010, με την πιο πάνω διαιτητική απόφαση, θεσπίστηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν.3871/2010. Δεχόμενη δε περαιτέρω η απόφαση ότι η παροχή των 250 € δεν έχει μισθολογικό χαρακτήρα, επειδή πρόκειται για διανομή κερδών της αναιρεσείουσας εταιρείας, παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1δ’ του Ν.2190/1920, καθόσον χαρακτήρισε την πιο πάνω παροχή ως "διανομή κερδών" και όχι "μισθολογική αύξηση", παρά το γεγονός ότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσείουσας εταιρείας (Α.Ε.), η οποία (Γ.Σ.) και ήταν η μόνη αρμόδια ν’ αποφασίσει για κάτι τέτοιο. Ούτε, μπορούσε, τέλος η διαιτητική απόφαση να δώσει το ποσό αυτό σαν ποσοστό διανεμομένων κερδών.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι και οι τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται, κατ’ ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 4544/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν ολικά, καθόσον, πρόκειται για διαφορά, στην οποία η ερμηνεία των σχετικών κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (Κ.Πολ.Δ. 179, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4544/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και Συμψηφίζει, ολικά, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ