Legislator Case Law & Legislation
692/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding procedural errors and res judicata in labor dispute.

Case Number 692/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the appeal was inadmissible due to vague arguments and improper legal grounds. The appellant claimed procedural violations regarding evidence assessment and the rejection of a counter-appeal, but the court found these arguments lacked specificity and relied on procedural rather than substantive law. Consequently, the Second Instance Court's rejection of the appeal was upheld, and the appellant was ordered to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 520, 522, 534 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague or fail to specify the exact legal errors, and appeals based solely on procedural rules without substantive violation are rejected.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural error res judicata litigation costs code of civil procedure labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 520, 522 and 534 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178 and 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αν με την προηγούμενη αγωγή ή απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης. Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ. Όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Επομένως, καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος.

Αριθμός 692/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Ι. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.

Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Ειδικών Παίδων Μαγνησίας - Άσπρες Πεταλούδες", που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρος τους) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ και 2) να απορριφθούν α) οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος τους και β) οι πέμπτος, έβδομος και όγδοος λόγοι στο σύνολό τους.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-10-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (20-3-2012), η από 22-9-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 320/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στη νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική, δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, δεν εμφανίστηκε το αναιρεσίβλητο, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο.

Από την προσκομιζόμενη έκθεση επιδόσεως, υπ' αριθμ. 65Β/10-2-2011, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18-10-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στο αναιρεσίβλητο.

Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Εξάλλου, από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 ψηφ. γ', 322 παρ. 1, 324, 331, 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή ή απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον, και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.

Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2002 και 20/2002). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που με μεταγενέστερη αγωγή διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, εφόσον κατά το επόμενο αυτό χρονικό διάστημα δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο.

Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την εκ νέου έρευνα των προϋποθέσεων της απαίτησης, εφόσον προβλήθηκε ήδη και κρίθηκε το όλον της απαίτησης για τον προγενέστερο χρόνο (Ολ.ΑΠ 1/2003). Εξάλλου, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρ. 656 Α.Κ., κατά την έννοια της οποίας, όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη, έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτό όλες τις απολαβές που θα έπρεπε να του καταβάλει, κατά το ίδιο διάστημα, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχομένης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως.

Ο κανόνας αυτός, βέβαια, δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού τότε μόνο δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κ.λπ.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι "κατά την πληρωμή των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας πληρωμής των μισθών, η καταβολή της εργοδοτικής και της εισφοράς του ασφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότη".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να παρακρατεί από το μισθό την εργατική εισφορά, που υπολογίζεται στις πραγματικές αποδοχές του εργαζομένου και αποτελεί μέρος αυτών καθώς και να καταβάλει αυτή στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, διαφορετικά βαρύνεται ο ίδιος με την καταβολή σε περίπτωση που δεν εκπληρώσει την υποχρέωση της παρακρατήσεώς τους, δηλαδή ενέχεται πλέον αυτός έναντι του ΙΚΑ.

Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι ο εργοδότης που κατέβαλε ήδη τις εν λόγω εισφορές δεν μπορεί να τις αναζητήσει από τον εργαζόμενο. Περαιτέρω, τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως είναι και οι ανωτέρω υπέρ του ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές, περιλαμβάνονται στον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο μισθό του εργαζομένου, ο οποίος και αποτελεί αντικείμενο της περί αποδοχών δίκης.

Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στο ΙΚΑ τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξιώσεως του εργαζομένου, για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι στις 21-4-2003 η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΣΠΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ, για να προσφέρει υπηρεσίες υπαλλήλου και συγκεκριμένα παιδοκόμου.

Ο μισθός της καθορίστηκε στο ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως (καθαρά) για πλήρη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, παρείχε δε την παραπάνω εργασία στο Ίδρυμα μέχρι την 13-1-2006, που το τελευταίο κατήγγειλε την εργασιακή αυτή σύμβαση και αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της. Ότι η ενάγουσα, με την από 20-6-2006 προηγούμενη αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άνω καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως επίσης να υποχρεωθεί να της καταβάλει, λόγω της υπερημερίας του, ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών της και ως προς την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών της, τις οφειλόμενες αποδοχές της.

Εκδόθηκε η 124/2006 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Βόλου, µε την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Με την 81/2008 απόφαση του (Εφετείου Λάρισας), η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της συµβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη και ότι είναι υποχρεωμένο το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, τις οποίες τούτο απέκρουσε για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2006 έως 23-1-2006, ήδη δε η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, µετά την έκδοση της 285/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, µε την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του εκκαλούντος Κοινωφελούς Ιδρύµατος.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη αυτή κρίση καλύπτονται από δεδικασμένο το κύρος της συµβάσεως εργασίας, το είδος της εργασίας της εφεσίβλητης, η ακυρότητα της καταγγελίας, η εντεύθεν υπερημερία του εκκαλούντος και οι αποδοχές της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της καταγγελίας. Επίσης, δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την άνω απόφαση, καλύπτει το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας για το ήδη επίδικο διάστηµα, αφού το ύψος αυτό (750 ευρώ) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας, όχι βέβαια ως αυτοτελές πραγματικό περιστατικό, αλλά ως κοινό στοιχείο της ίδιας και στις δύο δίκες ιστορικής αιτίας.

Επομένως, αφού το εκκαλούν μετά την τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης της εφεσίβλητης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας της τελευταίας, καθίσταται υπερήμερο, κατά το άρθρο 656 ΑΚ και παρέχει στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό της, η ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει ό,τι ακριβώς θα ελάμβανε ως "μισθό" αν το εναγόμενο δεν απέκρουε την προσφορά της εργασίας της και ειδικότερα α) αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 24-1-2006 έως 31/3/2008, β) επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, γ) αποδοχές αδειών και επιδόματα αδείας, για το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Λόγω της μη μεταβολής του νομικού καθεστώτος, που διέπει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας (υπ' αριθ. 12191/06 - ΦΕΚ 11198Β/17-8-2006 απόφαση των Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας "καθορισμός των όρων αµοιβής και εργασίας για το προσωπικό που απασχολείται στα πάσης φύσεως Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, (Κοινωφελή Ιδρύµατα, Οργανισµοί, Σωματεία, Σύλλογοι, Κληροδοτήματα κ.λπ.)" τόσο κατά το χρονικό διάστηµα που αφορούσε στην αγωγή της εφεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 81/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όσο και κατά το διάστηµα της κρινόμενης αγωγής, λόγω του ανωτέρω δεδικασμένου, οι αξιώσεις της ενάγουσας θα υπολογισθούν µε βάση το μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ, που αυτή ελάµβανε.

Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο η ενάγουσα, λόγω υπερημερίας του εναγομένου, δικαιούται για το χρονικό διάστηµα από 24/1/06 έως 31/3/08: Α) Μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού ύψους 19.680 ευρώ. Β) 1) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2006 ποσό ύψους 406,24 ευρώ. 2) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2006 ποσό ύψους 781,24 ευρώ. 3) Για επίδοµα εορτής Πάσχα έτους 2007 ποσό ύψους 406,24 ευρώ. 4) Για επίδοµα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ποσό 781,24 ευρώ. 5) Για επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2008 ποσό ύψους 242,18 ευρώ.

Γ) 1) Για αποδοχές αδείας του έτους 2006 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 (1/2 Χ 750 ευρώ) 2) Για αποδοχές αδείας του έτους 2007 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό 375 ευρώ 3) Για αποδοχές αδείας του έτους 2008 ποσό ύψους 750 ευρώ (ένα μισθό) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους ποσό ύψους 375 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 25.672,14 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι καλύπτονται από δεδικασμένο, μεταξύ των άλλων και οι μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, αφού το ύψος αυτό (750 ευρώ) αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στην τελευταία αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε, όπως δέχθηκε, δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται, (δηλαδή το δεδικασμένο από την προηγούμενη δίκη καλύπτει και στην παρούσα δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της αναιρεσείουσας), δεν δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, πως υπάρχει δεδικασμένο.

Και τούτο, διότι υφίσταται πράγματι δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας, διότι η τελευταία είχε ζητήσει με την προηγούμενη αγωγή της το σύνολο του μηνιαίου μισθού που αυτή δικαιούτο, το οποίο επιδίκασε το δικαστήριο με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, αφού δέχτηκε τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών με βάση το αξιούμενο μηνιαίο μισθό.

Επομένως, το δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση καλύπτει και στην προκειμένη δίκη το ύψος του μηνιαίου μισθού της ενάγουσας, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις δικαιούμενες αποδοχές, δοθέντος ότι δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος προσδιορισμού του μισθού της.

Έτσι, η αναιρεσείουσα εμποδιζόταν από το δεδικασμένο αυτό να επανέλθει με την υπό κρίση αγωγή και να ζητήσει τις επίδικες αποδοχές της, με βάση μεγαλύτερο μηνιαίο μισθό. Επομένως οι σχετικοί, πρώτος και τρίτος (κατά το τέταρτο μέρος τους) λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος που αφορούν την παραδοχή του δεδικασμένου, ως προς τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, προσδιόρισε τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό που προαναφέρθηκε, ανεξάρτητα αν το αναιρεσίβλητο πρότεινε παραδεκτώς την ένσταση καταβολής στο ΙΚΑ των εργατικών εισφορών με τις οποίες βαρυνόταν, οι λόγοι αναιρέσεως πρώτος, δεύτερος, τρίτος, έκτος (κατά το πρώτο και τρίτο μέρη τους) και τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), με τους οποίους προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 9 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο 1) παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 26 παρ. 5 α.ν. 1846/1951, 22 και 32 του ν. 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), και 2) άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής, περί καταβολής των αποδοχών της αναιρεσείουσας, που αντιστοιχούν στις ασφαλιστικές παροχές, είναι απαράδεκτοι, ελλείψει νομίμου προϋποθέσεως.

Περαιτέρω, οι ίδιοι, (πλην του τέταρτου, που δεν περιέχει σχετική αιτίαση) λόγοι, είναι απαράδεκτοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το αριθμό 8 του ΚΠολΔ, αφού δεν προσδιορίζονται τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, αλλά αορίστως, γίνεται επίκληση μόνο της διάταξης αυτής.

Εξάλλου και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με το να μην επιδικάσει και το μέρος των αποδοχών της, που αναλογούν στις ασφαλιστικές εισφορές, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την έλλειψη εξουσίας για την επιδίκαση των, αλλά δεχόμενο την δικαιοδοσία του, ερευνώντας δε την υπόθεση, απέρριψε το σχετικό αίτημα, ως κατ' ουσία αβάσιμο.

Τέλος, με το δεύτερο, (κατά το τέταρτο), από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι η παραδοχή της, ειδικά ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της, είναι ασαφής και στηρίζεται σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ύψους των μηνιαίων αποδοχών της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, διότι στην, απόφαση, με την παραδοχή του δεδικασμένου, ως προς το ύψος αυτών, σαφώς εκτίθεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 750 ευρώ. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν τόσες οι ανάγκες του εκκαλούντος που χρειάσθηκε να απασχολήσει άλλον εργαζόμενο σε ημέρες αργίας για την ίδια εργασία, σταθερά και μόνιμα, ώστε να υπάρχει αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή αμοιβής, κατά τις ημέρες ανάπαυσης, ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι με την σύμβαση εργασίας χορηγήθηκε σ' αυτήν, ως προσαύξηση ταυ μισθού, η αμοιβή σε ημέρες αναπαύσεως, ώστε να δικαιούται την αμοιβή, για τις εν λόγω αιτίες, ύψους 4.147,5 ευρώ, όπως αιτείται αβάσιμα με την αγωγή της.

Συνεπώς τα εν λόγω αγωγικά κονδύλια, που δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της άνω απόφασης, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, από το αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, πράγματι, δεν προκλήθηκε δεδικασμένο, από την απόφαση που προαναφέρθηκε, ως προς αυτές τις επίδικες αξιώσεις της, οι οποίες αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και στηρίζονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που διαλαμβάνονται στην παραπάνω απόφαση. Επομένως είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 523 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αντέφεση, όταν ασκείται με τις προτάσεις και δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση, πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της εφέσεως που προσβάλλονται με αυτήν (έφεση) ή σε εκείνα που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 532 ΚΠολΔ.

Ως κεφάλαια της εφέσεως νοούνται οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες αναφέρονται σε αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία αυτό έκρινε, ενώ, αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες (είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων), έτσι ώστε, τυχόν διάφορη επί των συνεχόμενων αυτών κεφαλαίων, κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 § 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως και συνεπώς και της αντεφέσεως, πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους εφέσεως. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.

Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν κατά το αίτημα της εφέσεως την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της.

Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 529 παρ. 1, 2 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο, από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται και στην περίπτωση κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της αντέφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δε γίνεται μνεία ορισμένων λόγων.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 522 και 534 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος έφεσης, προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο διατακτικό, χωρίς να χρειάζεται για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται τα σχετικά με την εκτίμηση πράγματα, διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά εξαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε αντέφεση, που περιέχεται στις εμπροθέσμως, κατά τις 19.3.2009 και πριν από την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο επί της εφέσεως, κατατεθείσες προτάσεις αυτής, η οποία δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση. Με αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, πλήττεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που απορρίφθηκε το κονδύλιο της αγωγής, περί επιδικάσεως απαιτήσεων της αναιρεσείουσας, για υπερωρίες κατά τα Σάββατα.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλονται αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1, 14, 8 και 9 του ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη της αντεφέσεως, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, να εξειδικεύονται, με σαφήνεια, οι αντίστοιχες πλημμέλειες και να διαγράφονται, επακριβώς, τα σφάλματα που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αφού, εν προκειμένω, δεν αναφέρονται με σαφήνεια οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις, οι συνιστάμενες σε παραδρομές του δικάσαντος δικαστηρίου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, στο σύνολό του. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την έφεση, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στις, από τους αριθμούς 1, 14, 8 και 9 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες και είναι απορριπτέος, ο, περί του αντιθέτου, έβδομος λόγος αναιρέσεως.

Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να μην επιδικαστούν δικαστικά έξοδα, αφού το αναιρεσίβλητο ερημοδίκησε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 320/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ