Legislator Case Law & Legislation
692/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding football player contract termination and injury claims.

Case Number 692/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision terminating the football player's contract. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence regarding his injury and contract interpretation, but the court found these were matters of fact and legal assessment within the labor dispute procedure. The court ruled that the appeal arguments were inadmissible or unfounded because they challenged the court's evaluation of evidence rather than its application of law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 569, 570, 571 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate the factual assessment of evidence or the interpretation of contracts by the court of first instance in labor disputes.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure contract termination injury compensation claims inadmissible appeal grounds evaluation of evidence legal assessment review football player contract

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 503/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 692 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 692/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και προσωρινά ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μόκκα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Π.Α.Ε. "ΗΡΑΚΛΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4125/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 987/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-8-2003 αίτησή του και τους από 9-9-2005 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε τις από 25-11-2004 και 24-1-2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του από 9-9-2005 δικογράφου των προσθέτων λόγων για αναίρεση της 987/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως απαραδέκτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους...". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 571 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "ο εισηγητής της υπόθεσης οφείλει να συντάξει έκθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".

Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, και 4, 570 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ. και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σαφώς συνάγεται, ότι η άσκηση μεν των προσθέτων λόγων ολοκληρώνεται δια της καταθέσεως του, περιέχοντος αυτούς, δικογράφου εις την γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, για το παραδεκτό όμως αυτών απαιτείται κατά νόμο η επίδοση του σχετικού δικογράφου πριν από την ίδια προθεσμία, ήτοι των τριάντα ημερών, πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, ως τέτοιας νοουμένης της υπό του Προέδρου του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) αρχικώς ορισθείσας και όχι της μεταγενέστερης, που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή εξ αυτής ή ματαίωση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, η παράλειψη της κατάθεσης, του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πριν από την ως άνω προθεσμία ή η παράλειψη της επίδοσης αυτού (δικογράφου) προ της αυτής προθεσμίας, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης αυτού, επάγονται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων, ελλείψει προδικασίας, και την εκ τούτου απόρριψή των και αυτεπαγγέλτως (Ολ.

ΑΠ 143/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα αυτών, η συζήτηση της κρινόμενης από 12-8-2003 αίτησης αναίρεσης κατά της 987/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο της 7-12-2004, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-2-2006, ενώ το δικόγραφο των από 9-9-2005 προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-9-2005, ήτοι, μετά την αρχική (7-12-2004) δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, εκπρόθεσμα.

Επομένως, το δικόγραφο αυτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ. 19 Κ.Πολ.

Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ( ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.

Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το αριθ. του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που την είχε δεχθεί στην ουσία, απέρριψε την ένδικη (από 19-2-2001) αγωγή του αναιρεσείοντος, ποδοσφαιριστή της αναιρεσίβλητης Π.Α.Ε., ότι στερείται νόμιμης βάσης, άλλως, επαρκούς αιτιολογίας.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθεται μόνο οι απόψεις του αναιρεσείοντος για το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και η (κατ' αυτόν) παράλειψη της απόφασης να συγκρίνει και να αξιολογήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και τις προσκομισθείσες αποδείξεις, προχωρώντας σε αυθαίρετες και αναπόδεικτες σκέψεις και συμπεράσματα, απέχοντα "παρασάγγας" από την πραγματικότητα, ενώ δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη και στερούμενη νόμιμης βάσης κρίση του.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου - του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα - δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίο πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος. 3. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η ως άνω απόφαση πλήττεται, διότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι : α) την από 24-1-2000 πρόσκλησή του προς 1) την αναιρεσίβλητη, 2) την Ε.Π.Α.Ε. και 3) τον Αθλητικό Δικαστή, προκειμένου να επανορθώσει την εις βάρος του παράλειψή της να αποστείλει εμπρόθεσμα στην Ε.Π.Α.Ε.

προς επικύρωση το από 15-8-1999 συμβόλαιό τους, συνυπογράφοντας νέο μέχρι 30-6-2000, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού 2 (Κ.Ε.Π.), με τους ίδιους του προηγούμενου όρους και με υποχρέωση κατάθεσής του εντός 5 ημερών, στην οποία (πρόσκληση) εκείνη δεν ανταποκρίθηκε. Και β) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι τα αναφερόμενα στο πρώτο σκέλος αυτών έγγραφα - από το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσαν μόνο να συναχθούν επιχειρήματα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος - και οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια της άνω διάταξης.

Σημειώνεται ότι οι αιτιάσεις αυτές, αν εκτιμηθούν ότι στηρίζουν λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, αφού βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από τις αιτιολογίες της, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις και βεβαιώσεις των μαρτύρων.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας δεν όφειλε να τάξει αποδείξεις, για τα αναφερόμενα θέματα που αφορούν στην αλήθεια ή μη του τραυματισμού του αναιρεσείοντος και σε καταφατική περίπτωση την επίδραση ή μη αυτού στην αγωνιστική του ικανότητα, αφού δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 670 ΚΠολΔ), στην δε προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του τούτο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς δεν υπέπεσε σε καμιά από τις πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αφού, ούτε όφειλε να τάξει απόδειξη, ούτε αποφάνθηκε χωρίς αποδείξεις. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που περιέχονται στον τρίτο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέες, η μεν ως απαράδεκτη, η δε ως αβάσιμη. Επίσης, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην άνω απόφαση η αιτίαση ότι οι αιτιολογίες της, εκτός του ότι περιέχουν αντιφάσεις μεταξύ τους στην εκτίμηση των αποδείξεων θεμελιώνουν και λόγο από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υπάρχει αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης και όχι στις αιτιολογίες της.

Τέλος, ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωση του περιεχομένου του από 15.8.1999 συμβολαίου του αναιρεσείοντος, διότι το Εφετείο δέχθηκε γεγονότα που προέκυπταν από άλλα διαβλητά, σύμφωνα με τις τότε επισημάνσεις του αναιρεσείοντος, αποδεικτικά στοιχεία και ήταν αντίθετα προς εκείνα που αναφέρονται στο άνω συμβόλαιο.

Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με τις παραπάνω αιτιάσεις δεν αποδίδεται στο Εφετείο κακή ανάγνωση του περιεχομένου του πιο πάνω συμβολαίου, αλλά λανθασμένη εκτίμηση του συμβολαίου αυτού, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, δηλαδή αναφέρεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 503/1996).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-8-2003 αίτηση του Γ. Κ., για αναίρεση της 987/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ