Legislator Case Law & Legislation
691/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce judgment due to contradictory reasoning regarding grounds for separation.

Case Number 691/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against a first-instance divorce judgment, finding the lower court's reasoning contradictory regarding the grounds for separation. The appellant argued that the court failed to prove the separation was due to a valid cause, while the respondent was absent. The court ruled that the conflicting statements about the timing and nature of the separation rendered the original decision legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 583(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a judgment if the lower court's reasoning contains contradictions regarding the facts establishing the grounds for divorce, necessitating a new trial.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning grounds for divorce separation cause appeal admissibility new trial referral

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1389 of the Civil Code
Article 1390 of the Civil Code
Article 1391 of the Civil Code
Article 1493 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 583(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 691 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 691/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Θ., κατοίκου …….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: C. S. O. (…………..), κατοίκου ……, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2610/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1043/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2610/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1043/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. …./…/20… έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, αφού αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 , 1391 και 1493 του ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, ανεξάρτητα του αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και εφόσον κάποιος από αυτούς διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, που περιλαμβάνει και την εγκατάλειψή του από τον υπόχρεο προς διατροφή σύζυγο, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα κάθε μήνα προκαταβολικά και προσδιορίζεται αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης (ΑΠ 1210/2018).

Για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ' αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτούμενη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών (ΑΠ 873/2017, ΑΠ 605/2015, ΑΠ 773/2014).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Επομένως, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή σε σύζυγο κατόπιν διακοπής της έγγαμης συμβίωσης πρέπει να αναφέρεται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων και ότι o δικαιούχος της διατροφής σύζυγος διέκοψε o ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή κατ' επέκταση ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1217/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία διορθώθηκε με την υπ'αριθ. 1043/ 2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος-εναγομένου προς καταβολή διατροφής ύψους 800 ευρώ μηνιαίως στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη σύζυγό του, δεχόμενο ότι συνέτρεχε γι' αυτήν εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, έχοντας εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία είχε αναγνωρίσει μεγαλύτερο ποσό διατροφής.

Ειδικότερα, το Εφετείο σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη για την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αιτία δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 24-10-2006 στο Δημαρχείο …... Από το γάμο αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Πριν τη σύναψη του γάμου τους και ειδικότερα το έτος 1997, οι διάδικοι διέμεναν στο Λ.

και είχαν συνάψει μεταξύ τους από τότε ερωτικό δεσμό. Κατά το έτος αυτό ο μεν εναγόμενος και ήδη εκκαλών γεννηθείς το 1958, εργάζονταν στο Λ. ως στέλεχος διεθνών τραπεζών, η δε ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, γεννηθείσα το 1970, Κροατικής καταγωγής, απόφοιτος Λυκείου, είχε εγκατασταθεί στο Λ., ως πρόσφυγας, λόγω των τότε πολεμικών γεγονότων και των κινδύνων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, με σκοπό να πραγματοποιήσει σπουδές, ενώ παράλληλα εν όψει των συνθηκών επιβίωσής της απασχολούνταν σε επιχειρήσεις εστίασης.

Περαιτέρω, το έτος 2001 ο εναγόμενος επιστρέφοντας στην Ελλάδα ίδρυσε εταιρία τηλεπικοινωνιακών δικτύων με την επωνυμία “………..”., της οποίας, ανέλαβε ως διευθύνων σύμβουλος και στη συνέχεια, το έτος 2003, έφθασε στην Ελλάδα και η ενάγουσα, η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως γραμματέας της ως άνω εταιρίας και του διευθύνοντος συμβούλου, εγκαταστάθηκαν δε οι διάδικοι σε διαμέρισμα τριπλοκατοικίας-μεζονέτας επί της οδού …………..

στον ……………, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε την ψιλή κυριότητα και η μητέρα του την επικαρπία, η δε κατοικία αυτή απετέλεσε με το γάμο τους την συζυγική τους στέγη. Έκτοτε η ενάγουσα, παράλληλα με την καθημερινή εργασία της ως γραμματέας του εναγόμενου, ασκούσε τα καθήκοντά της ως σύζυγος, φροντίζοντας τόσο τον ίδιο και την άρρωστη μητέρα του, η οποία διαβιούσε σε διπλανό διαμέρισμα, όσο και κατά περιόδους τα ανήλικα τότε τέκνα του εναγόμενου από προηγούμενο γάμο, τα οποία διαμένουν στη Γ.

στη κατοικία της μητέρας τους. Περαιτέρω, στη διαδρομή της συζυγικής ζωής των διαδίκων ο γάμος δεν συνεχίσθηκε ομαλά, δεδομένου ότι, ο εναγόμενος το Μάρτιο του έτους 2010 αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία, αναχώρησε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ε,, προκειμένου να ζει κοντά στα ενήλικα τέκνα του από τον προηγούμενο γάμο του, εν όψει δε των γνωριμιών που διατηρούσε στην αγορά εργασίας, λόγω της προϋπηρεσίας του σε διεθνή τραπεζικά ιδρύματα, εξασφάλισε εργασία σε επιχείρηση διεθνών πωλήσεων στη Ζ,, απομακρυνθείς σωματικά και ψυχικά από την ενάγουσα δείχνοντας με κάθε τρόπο ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης, ενώ ζήτησε από την ενάγουσα να παραμείνει στην Αθήνα, προκειμένου να φροντίζει τα της εταιρίας του, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν η τελευταία.

Από την εξέλιξη αυτή της οικογενειακής κατάστασης επήλθε πλήρης συναισθηματική, ψυχική και σωματική αποξένωση των διαδίκων συζύγων. ........Τον Δεκέμβριο του έτους 2013 στις παραμονές των εορτών των Χριστουγέννων, ο εναγόμενος ήρθε στην Αθήνα και πληροφορήθηκε από την φιλοξενούμενη στη συζυγική κατοικία από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (2013) Ε.

Γ., ότι η ενάγουσα διατηρεί εξωσυζυγική σχέση, οπότε ο εναγόμενος απαίτησε την αποχώρηση της συζύγου του από την κατοικία και με την από 20-1-2014 αίτησή του ζήτησε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων τη μετοίκηση της ενάγουσας από την συζυγική κατοικία. Κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο η ενάγουσα άσκησε ανταίτηση λόγω της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής της από τον εναγόμενο χωρίς εύλογη αιτία με αίτημα, μεταξύ άλλων, την καταβολή από αυτόν προσωρινής διατροφής, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 3242/2015 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η ανταίτηση της συζύγου κα υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην τελευταία προσωρινή διατροφή 1.000 ευρώ μηνιαίως μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την κύρια αγωγή διατροφής.

Την 27-02-2015, ο εναγόμενος άσκησε αγωγή διαζυγίου, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη αμετάκλητη απόφαση. Τούτο, δείχνει ότι η απομάκρυνση από την ενάγουσα είναι μη αναστρέψιμη και επιθυμεί τη λύση του μεταξύ τους γάμου". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη για την ενάγουσα -αναιρεσίβλητη αιτία και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1391 ΑΚ.

Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων το Μάρτιο του έτους 2010 αποχώρησε από τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ε. προκειμένου να ζει κοντά στα ενήλικα τέκνα του και όπου εξασφάλισε εργασία, απομακρυνθείς σωματικά και ψυχικά από την αναιρεσίβλητη σύζυγό του δείχνοντας με κάθε τρόπο ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης, δεν εκθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ψυχική και σωματική απομάκρυνση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη και με ποιόν τρόπο έδειχνε ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της έγγαμης συμβίωσης, καθόσον μόνη η εγκατάσταση του ενός συζύγου σε άλλη χώρα και μάλιστα για επαγγελματικούς λόγους δεν συνιστά, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών του κλονισμού της έγγαμης σχέσης, εγκατάλειψη του άλλου συζύγου και εκδήλωση πρόθεσης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και έτσι λόγω των ελλείψεων αυτών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 1391 ΑΚ, τόσο ως προς το χρόνο διακοπής της έγγαμης συμβίωσης όσο και ως τη συνδρομή της εύλογης αιτίας στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, αντίφαση που επιδρά στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ε. προκειμένου να ζει κοντά στα ενήλικα τέκνα του και της παραδοχής σε άλλο σημείο του σκεπτικού ότι μετοίκησε στην Ε. λόγω οικονομικών δυσχερειών και εργάζεται εκεί σε επιχείρηση διεθνών πωλήσεων.

Επίσης, σε σχέση με το χρόνο διακοπής της συμβίωσης διαπιστώνεται αντίφαση και στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η απομάκρυνση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη είναι μη αναστρέψιμη και επιθυμεί τη λύση του γάμου τους μετά το Δεκέμβριο του έτους 2013, οπότε ανακάλυψε την εξωσυζυγική σχέση της τελευταίας με τον οδοντίατρό της, ενώ προηγούμενα δέχεται διακοπή της συμβίωσης από το Μάρτιο 2010.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εύλογη αιτία διακοπής της συμβίωσης, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης , λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2610/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1043/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ