Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the lower court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the appellate court improperly evaluated documentary evidence, yet the court found their appeal arguments baseless. Consequently, the appeal was dismissed, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 559, 340, 352, 438 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for procedural violations or errors in applying legal rules to evidence, but it does not re-evaluate the free assessment of evidence unless the lower court assigned it a legal weight different from that prescribed by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 691 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 691/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Κ. του Δ., 2)Δ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Βεργανελάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Κ. του Ε., 2)Σ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι ο μεν 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φωτεινάτο, ο δε 2ος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:50/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, 394/2009 και 104/2013 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 22-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε μεν αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της από 22-12-2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 104/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον, όπως προκύπτει, από την υπ’ αριθ. ... /1-7-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Χανίων Σ.
Α., αντίγραφο τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (5-10-2016) επιδόθηκε νομότυπα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο (άρθρο 127 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς, πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982 και 984 ΑΚ προκύπτει ότι αφενός η νομή, που ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου και χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα, προσβάλλεται με διατάραξη ή με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του και αφετέρου αν ο αντιπρόσωπος του νομέα ακινήτου θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού εκείνος λάβει γνώση της αντιποίησης, το δε ελάττωμα της (αποκτηθείσας με αποβολή) επιλήψιμης νομής αντιτάσσεται και κατά των κληρονόμων του νομέα.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του μεν άρθρου 1113 ΑΚ, αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου κατ’ ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία, του δε άρθρου 1884 του ίδιου Κώδικα, αν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι, η κληρονομία γίνεται κοινή κατά το λόγο της μερίδας του καθενός και αν δεν ορίζει διαφορετικά ο νόμος, στην κοινωνία μεταξύ των κληρονόμων εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για την κοινωνία, όπως εκείνη του άρθρου 787 ΑΚ, κατά την οποία, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ λόγος που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που εκφέρεται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κυρία που στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αλυσιτελής.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "... Με το .../7.8.2002 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βάμου Αποκορώνου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη - Βελεγράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, ο δεύτερος ενάγων, Δ.
Κ., φέρεται να μεταβιβάζει, λόγω γονικής παροχής, στον πρώτο ενάγοντα, γιο του, την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, εκτάσεως, κατά μεν τον τίτλο κτήσης, 200 τετραγωνικών μέτρων, κατά δε την πρόσφατη καταμέτρηση, 176,58 τετρ. μέτρων, εντός του οποίου υπάρχει παλαιό πετρόκτιστο χωρίς σκεπή κτίσμα, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης, 42 τετραγωνικών μέτρων περίπου και κατά την πρόσφατη καταμέτρηση 52,27 τετρ.
μέτρων, υπάρχει ακόμη, κατά τις περιγραφές του συμβολαίου, το 1/2 εξ αδιαιρέτου από ένα πατητήρι και μία στέρνα και περικλείεται (το οικόπεδο) από τα στοιχεία ... στο προσκομιζόμενο από 8/9/2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ν. Ν. και συνορεύει γύρωθεν, Βόρεια επί πλευράς μήκους 6,60 μέτρων με τον επαρχιακό δρόμο ..., Δυτικά επί πλευράς τεθλασμένης μήκους 26,40 μέτρων με το υπό στοιχ.
I ακίνητο της αγωγής, Ανατολικά επί πλευράς μήκους 14,10 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Α. και Νοτιοανατολικά επί πλευράς τεθλασμένης μήκους 18,30 μέτρων, με παλιό αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Α.. Την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου κράτησε ο δεύτερος ενάγων εφ’ όρου ζωής. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο και τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το εν λόγω ακίνητο απέκτησε ο δεύτερος ενάγων με άτυπη αγορά από την Ά.
Λ. σύζυγο Ε. Β. το έτος 1948, έκτοτε δε νέμεται και το κατέχει με διάνοια κυρίου, γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Αποδείχθηκε, ωστόσο, από το σύνολο του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, ότι ο δεύτερος ενάγων ουδέποτε υπήρξε κύριος αυτού, τούτο δε για τους ακόλουθους αναλυτικά λόγους:
Αρχική συγκυρία του οικοπεδικού τούτου τμήματος μετά της επ’ αυτού οικίας, όπως και της ευρύτερης οικοπεδικής έκτασης συνολικού εμβαδού 322,34 τ.μ., με το εντός αυτής πετρόκτιστο κτίσμα (παλαιά οικία), εμβαδού 101,99 τ.μ., και δη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, υπήρξε πράγματι η Ά. Λ. χήρα Ε. Β.. Το ακίνητο τούτο περιήλθε στην κυριότητά της κατά το προαναφερθέν ποσοστό από κληρονομιά του κατά το έτος 1930 αποβιώσαντος συζύγου της.
Το πρόσωπο του, κατά το χρόνο εκείνο, ιδιοκτήτη του υπολοίπου ποσοστού συγκυριότητας (50%) επί του ακινήτου δεν αποδείχθηκε από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό. Με το .../6.9.1933 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του τότε Συμβολαιογράφου Βάμου Αποκορώνου Λεωνίδα Τζιανουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα..., η ανωτέρω Ά. Β.
δώρισε στον ανιψιό της Κ. Λ. "...το ήμισυ εξ αδιανεμήτου των εξής κτημάτων κειμένων εντός της κτηματικής περιφερείας του χωρίου ...... ήτοι 1) εις θέσιν "..." μίαν οικίαν ισόγειον εξ ενός δωματίου (καμαροσπίτου) μετά της αυλής και της εν αυτώ στέρνας και συνεχομένης αμπέλου ενός και ημίσεος στρέμματος με ό,τι έχει, συνεχομένου χωραφίου τριών στρεμμάτων με ό,τι έχει, συνορευομένης κτήμασι Δ.
Γ., Ν. Α., Ε. Λ., Γ. Μ. και δρόμο". Από το δωρηθέν ακίνητο, η έκταση του ενός και ημίσεος στρέμματος, που αναφέρεται στην άμπελο, καθώς και η έκταση και των τριών στρεμμάτων, που αναφέρεται στο συνεχόμενο χωράφι, είναι αδιάφορες για την παρούσα υπόθεση. Ενδιαφέρον στην κρινόμενη υπόθεση παρουσιάζει η οικοπεδική έκταση των 322,34 τετρ.
μέτρων, με τη σ’ αυτή υπάρχουσα πλινθόκτιστη οικία, το πατητήρι και τη στέρνα, και η οποία έκταση περικλείεται από τους αριθμούς ... στο από Ιούλιο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονος αγρονόμου τοπογράφου Μηχανικού Γ. Σ., που συνοδεύει την από 29.7.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από τη μικρότερη τούτη έκταση των 322,34 τ.μ.
ο δωρεοδόχος Κ. Λ., τμήμα αυτής, εμβαδού 169,84 τ.μ., περικλειόμενο στο αυτό άνω τοπογραφικό από τους αριθμούς..., στο οποίο περιλαμβάνεται και τμήμα της πλινθόκτιστης οικίας (την οποία χώρισε στο σημείο της καμάρας) (πρόκειται για το επίδικο ακίνητο, υπό στοιχείο II της αγωγής), πώλησε, κατά πλήρη κυριότητα, μετά από λίγο διάστημα άτυπα στον Ι.
Κ. του Γ., ο οποίος νεμόταν και κατείχε αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, διαβιώντας εκεί μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου κατέρρευσε η οροφή του. Εν συνεχεία ο τελευταίος το μεταβίβασε άτυπα, με δωρεά εν ζωή, στον γιο του Ι. Κ. του Ι., ο οποίος συνέχισε καλόπιστα τη διανοία κυρίου νομή του δικαιοπαρόχου του, ακολούθως δε, ομοίως με άτυπη δωρεά εν ζωή, μεταβίβασε το ακίνητο, προ τριάντα και πλέον ετών, στον γιο του Α.
Κ. του Ι., κάτοικο ..., που συνέχισε (και συνεχίζει έκτοτε) τη νομή των δικαιοπαρόχων του, επισκεπτόμενος αυτό και επιβλέποντάς το για τυχόν καταπάτησή του από τρίτους και εκμισθώνοντάς το στους εναγομένους κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριάντα περίπου ετών, γενόμενος έτσι κύριος τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι εναγόμενοι ειδικότερα, εδώ και 23 και πλέον χρόνια από το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (3.11.2005), σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος Δ. Κ., είναι οι πραγματικοί κάτοχοι του ακινήτου, ως μισθωτές δε αυτού σταυλίζουν στους χώρους του τα ζώα τους (πρόβατα), το έχουν περιφράξει με πλέγματα και τοποθέτησαν κυψέλες για τις μέλισσές τους, ενώ εδώ και πολλά χρόνια έχουν εγκαταστήσει δίκτυο ύδρευσης των ζώων (βλ.
και προσκομιζόμενη με επίκληση έγγραφη απόδειξη είσπραξης νερού για την περίοδο κατανάλωσης 1.7.2004 μέχρι 30.9.2004 στο όνομα του Σ. Κ. (δευτέρου εναγομένου), που φέρει ημερομηνία είσπραξης 17.5.2005 και την υπογραφή του Ταμία του Δήμου ... Β. Κ.). Οι ενάγοντες ουδεμία πράξη νομής άσκησαν επί του οικοπεδικού τούτου τμήματος.
Τα ανωτέρω συνάγονται ευχερώς από την εμπεριστατωμένη κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, Δ. Κ., που περιέχεται στα προαναφερθέντα πρακτικά συνεδριάσεως, τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου και ο οποίος με σαφήνεια, έχοντας ο ίδιος προσωπική γνώση και ιδία αντίληψη, ως συγγενής (εξάδελφος και ανιψιός αντίστοιχα) των εναγόντων και κάτοικος Ρεθύμνου, αναφέρθηκε με σαφήνεια στο όλο ιστορικό του ακινήτου, όπως ακριβώς αυτό ανωτέρω περιγράφεται και στις διακατοχικές επ’ αυτού πράξεις.
Σε αντίθεση, η κατάθεση του μάρτυρος των εναγόντων δεν κρίνεται εξίσου πειστική, αφού αυτός το έτος 1959, σε ηλικία δηλαδή τεσσάρων περίπου ετών, εγκατέλειψε οριστικά τα Χανιά, με αφορμή μία "βεντέτα" που είχε δημιουργηθεί στην οικογένειά του, και έκτοτε κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα, επισκεπτόμενος κατά αραιά χρονικά διαστήματα, κατά τους δικούς του ισχυρισμούς, την περιοχή.
Έτσι, αναφέρθηκε με γενικότητα σε διακατοχικές πράξεις από τους ενάγοντες, κατά τις αφηγήσεις της θείας του Ά.-Λ. Μ., μιας εκ των τριών εξ αδιαθέτου κληρονόμων (τέκνων) του προαναφερθέντος Κ. Λ.. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο δεύτερος από αυτούς αγόρασε άτυπα το επίδικο, το έτος 1948, από την Ά. Β., κρίνεται αβάσιμος, αφού η κυριότητα του ακινήτου τούτου, όπως και της όλης οικοπεδικής έκτασης των 322,34 τ.μ. (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου) είχε ήδη μεταβιβαστεί από την πραγματική κυρία, το έτος 1933, με δωρητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε, σε τρίτο πρόσωπο (Κ.
Λ.), ενώ από κανένα στοιχείο [δεν] προέκυψε ότι η ίδια μεταβίβασε αργότερα, το αυτό ακίνητο, στον δεύτερο ενάγοντα (πράγμα που, και εάν ακόμη είχε λάβει χώρα, δεν θα οδηγούσε σε κτήση από αυτόν της κυριότητας του ακινήτου, αφού κατά το έτος 1948 δεν ήταν αυτή πλέον κυρία τούτου). Εξάλλου, είναι μάλλον απίθανο να έχει προβεί ο δεύτερος ενάγων σε μια τέτοια δικαιοπραξία, που απαιτεί γνώση και ωριμότητα σκέψης, αφού κατά το χρόνο εκείνο ήταν 14 μόλις ετών, δεδομένου του ότι γεννήθηκε το έτος 1934, σύμφωνα και με το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό του Δημάρχου Δήμου ....
Ισχυρίζεται, βέβαια, με την προσθήκη των προτάσεών του και προς αντίκρουση σχετικού σχολιασμού των εναγομένων, ότι στην αγοραπωλησία αυτή προέβη στην πραγματικότητα ο πατέρας του για δικό του λογαριασμό, πράγμα που, και αυτό, δεν κρίνεται βάσιμο, αφού κανένας προφανώς λόγος [δεν] συνέτρεχε να δηλωθεί το όνομα ανηλίκου προσώπου σε μια αγοραπωλησία που είχε καταρτιστεί ατύπως.
Αβάσιμος, συνεπώς, κρίνεται ο ισχυρισμός τους περί του ότι δήθεν από το έτος 1948 και εντεύθεν νέμονται οι ίδιοι και μόνο το επίδικο, αφού κάτι τέτοιο δεν κατατέθηκε με πειστικότητα από τον μάρτυρα απόδειξης, ενώ διαψεύστηκε από τον μάρτυρα των εναγόμενων. Οι δε, υπό ημερομηνία 3.6.1998 και 19.1.1998 βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ..., περί του ότι ο δεύτερος ενάγων "...έχει στην κτηματική περιφέρεια ...
και εις θέση ... ένα πετρόκτιστο σταύλο 50 χρόνων και άνω" ή ότι ο αυτός και πάλι ενάγων "...έχει στην χρήση, νομή και κατοχή του πάνω από 35 χρόνια στην θέση ... μια παλαιά λιθόκτιστη αγροικία χωρίς στέγη προϋφιστάμενη του 1900...", καθώς και η από 7.7.2003 βεβαίωση του Δημάρχου ... περί του ότι "... η παλαιά οικία που κατέχει ο Ι.
Κ.... έχει κτιστεί πριν το έτος 1923", που προσκομίζονται μεν παραδεκτά από αυτούς, αφού έχουν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο και όχι προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη δίκη τούτη, δεν αναιρούν την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου, που με ασφάλεια στηρίχθηκε στο προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό.
Τέλος, ούτε η προσκομιζόμενη από τους ίδιους από 11.10.2002 Υπεύθυνη Δήλωση (του Ν. 1599/1986) του Ε. Λ., τέκνου και ενός εκ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Λ., που θεωρήθηκε αυθημερόν για το γνήσιο της υπογραφής από τον Γενικό Πρόξενο του ... και η οποία ομοίως δεν έχει συνταχθεί ενόψει της παρούσας δίκης (που δεν είχε ακόμη κατά το χρόνο εκείνο αρχίσει), σύμφωνα με την οποία ο ανωτέρω δηλώνει ότι δεν έχει "....καμία απαίτηση από την οικία ενός δωματίου, αυλής κλπ.
άνευ στέγης, που βρίσκεται στην τοποθεσία ... ..., διότι το έχουμε παραχωρήσει στην αδελφή μου Ά. Λ. Μ. από εικοσαετίας και πλέον", μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα. Τούτο δε καθόσον είναι προφανές ότι αναφέρεται σε άλλο ακίνητο και όχι στο επίδικο, το οποίο, τόσο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όσο και κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή της Ά.
Λ. Μ.. Τα ανωτέρω ενισχύονται εξάλλου και από το περιεχόμενο της διενεργηθείσας άνω πραγματογνωμοσύνης, κατά το πόρισμα της οποίας το επίδικο ακίνητο (υπό στοιχ. II της αγωγής) περιλαμβάνεται στη δωρηθείσα με το .../1933 άνω δωρητήριο συμβόλαιο οικοπεδική έκταση. Πρέπει να τονιστεί στο σημείο τούτο ότι η ανάγκη διεξαγωγής της πραγματογνωμοσύνης ανέκυψε στον δεύτερο βαθμό όταν, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσής τους οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε στην ουσία (κατά το υπό στοιχ.
II ακίνητο) την αγωγή, βασισθείσα στο εν λόγω δωρητήριο συμβόλαιο, που όμως αφορούσε σε άλλο ακίνητο και όχι στο επίδικο, ισχυρισμό που μετέβαλαν εκ νέου μετά το πόρισμα του πραγματογνώμονα, διατεινόμενοι πλέον (βλ. προτάσεις τους της παρούσας συζήτησης) ότι αυτό που εν τέλει πώλησε το έτος 1948 η Ά. Β. προς τον δεύτερο ενάγοντα ήταν το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου του αυτού ακινήτου (στην πράξη διαιρετό τμήμα αυτού).
Ωστόσο, η Ά. Β., έχουσα στην κυριότητά της το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και μόνον του όλου ακινήτου των 322,34 τετρ. μέτρων, δεν είχε πλέον, μετά τη δωρεά του ποσοστού της αυτού προς τον ανιψιό της Κ. Λ. (που αντιστοιχεί σε 161,17 τετρ. μέτρα, όσο δηλαδή περίπου και το εμβαδόν της επίδικης, υπό στοιχ. II έκτασης), υπόλοιπο για να πωλήσει μεταγενέστερα προς τον δεύτερο των εναγόντων, ως αβασίμως τούτος ισχυρίζεται.
Βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, έπρεπε να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι είναι νόμιμοι κάτοχοι του επιδίκου, ως μισθωτές αυτού δυνάμει ατύπου συμβάσεως μισθώσεως που συνήψαν με τον αληθή κύριο Α. Κ. του Ι., που αποτελεί ένσταση εκ δικαιώματος τρίτου και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη κατά το ακίνητο τούτο...".
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται, κατ’ ορθή εκτίμηση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ όσον αφορά τον γενόμενο δεκτό από εκείνο (Εφετείο) ισχυρισμό (ένσταση εκ δικαιώματος τρίτου) των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, ότι είναι νόμιμοι κάτοχοι του επιδίκου, ως μισθωτές αυτού δυνάμει άτυπης σύμβασης που συνήψαν με τον αληθή κύριο τούτου.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής καθόσον, μετά την κρίση του Εφετείου, ότι "οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) ουδεμία πράξη νομής άσκησαν επί του οικοπεδικού τούτου τμήματος (επιδίκου)", η αγωγή των τελευταίων κατέστη εξ αυτού και μόνον του λόγου απορριπτέα ως αναπόδεικτη και εντεύθεν κατ’ ουσίαν αβάσιμη, χωρίς ανάγκη περαιτέρω έρευνας και αποδοχής της προβληθείσας, ως άνω, ένστασης και συνακόλουθα επιστήριξης του απορριπτικού διατακτικού της πληττόμενης απόφασης.
Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου (και συνενούμενη αρνητική) αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη (μη) απόδειξη του αποδεικτέου θέματος της με έκτακτη χρησικτησία κτήσης της επί του επιδίκου κυριότητας από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα, στην οποία στηριζόταν η αγωγή, χωρίς ανάγκη άλλης αιτιολογίας ως προς τον, ως άνω, ισχυρισμό, ο δε τ’ αντίθετα, κατ’ εκτίμηση, υποστηρίζων δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον το Εφετείο δεν προσέδωσε στα προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και δη στις από 3-6-1998 και 19-1-1998 βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ...
και στην από 7-7-2003 βεβαίωση του Δημάρχου ..., την προσήκουσα αποδεικτική δύναμη προς απόδειξη του περί της από το 1948 νομής του δευτέρου τούτων επί του επιδίκου ακινήτου ισχυρισμού τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα ανωτέρω έγγραφα, ως αποδεικτικό μέσο, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτά ο νόμος, αλλά τα συνεκτίμησε, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικώς αυτά, με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα με επίκληση εκατέρωθεν λοιπά έγγραφα.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του πρώτου παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2015 αίτηση των Ι. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 104/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ