Supreme Court dismisses appeal for vague substantive law violation and procedural defects not applicable to first-instance appeals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a promissory note dispute. The appellant alleged violations of substantive law and common sense principles but failed to specify the exact legal rule breached or connect the facts to a specific provision. The court ruled that such vague grounds are inadmissible for appeals against first-instance judgments, which are limited to specific statutory grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Code of Civil Procedure; Appeals against first-instance judgments are limited to specific grounds including violation of substantive law, which must be precisely identified with the specific rule breached, the factual premises accepted by the court, and the alleged error in interpretation or application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 691 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 691/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χριστοφίλη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζατζάνη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 701/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς? ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)
αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αντίστοιχοι με τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαριθμούνται περιοριστικώς και δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή των λοιπών λόγων αναιρέσεως του τελευταίου αυτού άρθρου (Ολ.
ΑΠ 45/1987). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 506, 566 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚπολΔικ), πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996, 27/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 701/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της 307/2003 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι: α) παραβιάσθηκαν τόσο κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, όσο και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού το έγγραφο της επιταγής είναι ομόλογο με αυξημένη αποδεικτική δύναμη και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν απαιτείται να σημειώνεται σ' αυτό η αιτία εκδόσεως του, αλλά ευθύνεται πάντοτε ο εκδότης για την πληρωμή του, ενώ το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με το αιτιολογικό ότι δεν νοείται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αυτός, ως έμπορος, να δεχθεί αντικατάσταση της επιταγής με δύο άλλες, χωρίς να αξιώσει να βεβαιωθεί το γεγονός αυτό, είτε επί του σώματος των επιταγών είτε επί άλλου εγγράφου, β) έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δ) στερείται νομίμου βάσεως, γιατί έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και ε) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της επιταγής.
Με αυτό το περιεχόμενο, ο πρώτος εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιος κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε ευθέως, ούτε συνεκδοχικά πώς η παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας συνέβαλε στην εσφαλμένη εφαρμογή αυτού του κανόνα δικαίου, ενώ εντελώς αποσπασματικά παρατίθενται και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν καθίσταται εφικτό να εκτιμηθεί σε τί συνίσταται η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και πώς συντελέσθηκε.
Εξάλλου οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, που προβάλλονται κατά το άρθρο 559 αριθ. 11, 12, 17, 19 και 20 ΚΠολΔ, το οποίο δεν εφαρμόζεται κατά το μέρος αυτό σε αποφάσεις Ειρηνοδικείων ή Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι όπως προβάλλονται δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις προβλεπόμενες με τη διάταξη, του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικές πλημμέλειες για αποφάσεις Ειρηνοδικείων ή Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 701/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ