Supreme Court dismisses appeal for failure to consider inadmissible witness testimony under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to consider sworn witness statements, claiming they were relevant to the case. The court ruled these statements were inadmissible because the trial followed a standard procedure with a preliminary ruling mandating evidence collection, rendering the specific sworn testimony invalid as a proof medium.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346, 559(11)(c), 559(12) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all legally offered evidence without separate evaluation, and an appeal ground is inadmissible if the evidence in question was legally inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 691 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 691/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανασόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Δαλιάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2001 μη οριστική, 15/2005 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση των δύο εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-8-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-11-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-8-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των 15/2005 και 5/2001 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335,338,339,340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισµα, αναφορικά µε τους πραγµατικούς ισχυρισµούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόµιµα επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, το Εφετείο, προκειµένου να καταλήξει στο περιεχόµενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισµα, ως προς τους κρίσιµους πραγµατικούς ισχυρισµούς των διαδίκων και ιδίως ως προς το ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ποτέ δεν άσκησε νομή με διάνοια κυρίου στο επίδικο, αλλ' ότι τούτο το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία πριν από την άσκηση της αγωγής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και οι αναφερόμενοι κατά σειρά δικαιοπάροχοί του, έλαβε υπόψη του και εκτίµησε, μαζί µε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που δόθηκαν ενώπιον του εντεταλµένου δικαστή Ειρηνοδίκη Καλύµνου, οι οποίες και περιέχονται στην επικαλούµενη και προσκοµιζόµενη υπ' αριθ. 1/2001 εισηγητική έκθεση του εντεταλµένου αυτού δικαστή".
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασµό µε το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόµενης αποφάσεως, όπου ειδικώς µνηµονεύονται και αξιολογούνται χωριστά οι προαναφερόµενες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του ως άνω εντεταλµένου δικαστή, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίµησε και τις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόµισε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.2, 270 παρ.6 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους µε τα άρθρα 5, 12 και 16 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου (ΑΠ 1470/1998, 969/1996). Στην προκείμενη περίπτωση επί της ένδικης από 22-6-1998 αναγνωριστικής της κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου αγωγής εκδόθηκε, επί της εφέσεως του ίδιου κατά της εκδοθείσας ερήµην αυτού 64/1999 οριστικής απόφασης του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Κω, η 5/2001 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία έταξε αποδείξεις και όρισε ότι οι µάρτυρες θα εξεταστούν είτε ενώπιον του διορισθέντος ως εντεταλµένου δικαστή νεότερου κατά διορισµό εµµίσθου παρέδρου ή πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Κω, είτε ενώπιον των αρµοδίων προξενικών αρχών.
Συνεπώς, η εξέταση ενώπιον του συµβολαιογράφου Καλύµνου Ιωάννη Ρήγα των µαρτύρων ... και ..., για την οποία συντάχθηκε η ...ένορκη βεβαίωση κατόπιν σχετικής κλήσεως του αναιρεσιβλήτου, δεν ήταν επιτρεπτή και η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση δεν ήταν παραδεκτή ως αποδεικτικό µέσο, εφόσον η κρινόµενη αγωγή εκδικάστηκε µε την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, µε την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, γι' αυτό και η προσβαλλόµενη απόφαση, που δεν την έλαβε υπόψη προκειµένου να σχηµατίσει την κρίση της για το αποδεικτικό του πόρισµα, έστω και µε την εσφαλµένη αιτιολογία ότι ελήφθη κατά τη διάρκεια της δίκης και για να χρησιµοποιηθεί σ' αυτήν ως αποδεικτικό µέσο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πληµµέλεια και επομένως ο δεύτερος, κατά το πρώτο µέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιµος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται να το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος.
Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να λάβει υπόψη του την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση ούτε ως τεκμήριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν ήταν παραδεκτή ως αποδεικτικό μέσο, αφού η κρινόμενη αγωγή εκδικάστηκε με την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ και έτσι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόµενη απόφαση δεν διέταξε την αυτοπρόσωπη εµφάνιση των διαδίκων και την ανώµοτη εξέταση αυτών στο ακροατήριο, προκειµένου να αρθούν οι αµφιβολίες από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούµενη ως άνω πληµµέλεια δεν ιδρύει κανένα λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόµενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-8-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση των 15/2005 και 5/2001 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ