Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's evaluation of evidence under special labor procedure rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court erred by considering specific documents, including minutes from the employer's board, which the appellant claimed were inadmissible or improperly weighted. The court ruled that under the special procedure for labor disputes, the appellate court must consider all submitted evidence, even documents issued by the opposing party, and that the lower court's evaluation was not arbitrary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(12) and 671(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Under the special procedure for labor disputes, the court must consider all submitted evidence, including documents issued by the opposing party, and the appellate court cannot overturn the lower court's evaluation of such evidence unless it is arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 691 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 691/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Λωλίδου - Παγίδα.
Της αναιρεσίβλητης: Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Ηλεκτρολόγων Εγκαταστατών Π.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τσιαντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1252/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7171/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 13-2-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, εκτός των μνημονευόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, και των εγγράφων, τα οποία νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αναφερόμενα έγγραφα, δηλαδή α) την υπ΄ αριθ. 5535/2004 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, β) τη χωρίς όρκο έκθεση εξετάσεως ως μάρτυρα του ..... , γ) τις από 17-3-1999 και 31-3-1999 εξωδίκους δηλώσεις του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και δ) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..... , που διεξήχθη στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας (προφανώς εκείνη της οποίας έγινε επίκληση ως προσκομιζόμενης με τις κατ΄ έφεση υποβληθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται υπό το στοιχείο Ε΄ στη σελίδα 10 των προτάσεων αυτών), τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων (εφόσον δεν γίνεται μνεία για το αντίθετο στην εν λόγω απόφαση), έστω και αν, εκτός από την ως άνω υπό το στοιχείο γ΄ από 17-3-1999 εξώδικη δήλωση, καθώς και, όπως εκτιμάται, την επίσης ως άνω υπό το στοιχείο β΄ μαρτυρική κατάθεση, τις οποίες ρητώς αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και τις αξιολογεί, τα λοιπά από τα εν λόγω έγγραφα δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά και παρά το ότι, αντιθέτως, στην απόφασή του αυτήν κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων, επειδή τους αποδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα ως προς ορισμένα από τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις της μη λήψεως υπόψη των πιο πάνω υπό τα στοιχεία α΄, β΄, γ΄, και δ΄ εγγράφων, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-
2.- Επειδή, ως "πράγματα" που προτάθηκαν από τους διαδίκους, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.
ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για το ότι αυτός δικαιούτο αποζημιώσεως λόγω απολύσεώς του από την αναιρεσίβλητη, στην οποία εργαζόταν με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Όπως όμως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον ΄Αρειο Πάγο, το αίτημα της αγωγής αυτής για καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας στηριζόταν όχι σε καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αλλά σε καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που είχε γίνει από τον τελευταίο, επειδή αυτός "θεώρησε ότι η μη πληρωμή των μισθών του γινόταν λόγω κακοτροπίας και δόλου της εναγομένης" (αναιρεσίβλητης).
Μάλιστα το Εφετείο δέχτηκε σχετικώς, ότι ο δεύτερος λόγος της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονούνταν ότι εσφαλμένως είχε απορριφθεί με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση το αίτημα για καταβολή αποζημιώσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης λόγω καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος (καταγγελία που οφειλόταν σε υπαιτιότητα της πρώτης), ήταν αβάσιμος και, κατόπιν τούτου τον απέρριψε ως τέτοιο, ακριβώς διότι το σχετικό αγωγικό αίτημα πράγματι ήταν νομικά αβάσιμο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ακριβώς διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Επομένως ο ως άνω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-
3.- Επειδή δεν υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις στις αιτιολογίες της, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή με την απόφαση αυτήν, κατά τα με το λόγο αυτόν αναιρέσεως υποστηριζόμενα, δεν διευκρινίζεται ποια μαρτυρική κατάθεση είναι εκείνη που αναφέρεται στο 4ο φύλλο της "με τη διατύπωση "βλ.
κατάθεση μάρτυρα ....", "όταν μάλιστα στην ένδικη υπόθεση υπάρχει ένας μάρτυρας με στοιχεία "..." και όχι "..... ", ο οποίος έχει εξεταστεί α) κατά την 30-10-2001 ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του..... Ανακριτή Αθηνών, 18ου Τμήματος, β) ως μάρτυρας, με όρκο..... ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου....." και έτσι δεν προκύπτει σε ποια από τις δύο καταθέσεις αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι σχετικές ως πλημμέλειες της αποφάσεως προβαλλόμενες αφορούν αποκλειστικά και μόνο ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και στη δικαιολόγηση του σαφούς πορίσματος που από αυτές εξήγαγε το Εφετείο και ειδικότερα στην εκτίμηση των ως άνω μαρτυρικών καταθέσεων και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνουν τον από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.-
4.- Επειδή, κατά τις διατάξεις του α΄ εδαφίου του άρθρου 670 και του α΄ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ΄ έφεση δίκη, αφενός "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (εδ.
α΄ άρθρου 670) και αφετέρου "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου" (εδ. α΄ της παρ. 1 άρθρου 671). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών.
Από αυτά συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του εδ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικώς κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία (πρ. βλ. ΑΠ 1273/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή είχε επικαλεστεί και είχε δηλώσει ότι προσάγει, μεταξύ άλλων εγγράφων, και απόσπασμα του βιβλίου πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της, στη συνέχεια δε το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό.
΄Ηδη με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη το έγγραφο αυτό, υπέπεσε αφενός στην από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή του προσέδωσε, όπως δεν θα έπρεπε, μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχε και αφετέρου (όπως εκτιμάται) και στην από τον αριθμό 11 περ.
α΄ του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού το εν λόγω έγγραφο είχε εκδοθεί από την αναιρεσίβλητη και έτσι αποτελούσε, κατά το λόγο αναιρέσεως, μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του.
Και δη : α) Κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ μέρος του, ως απαράδεκτος, διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Και β) κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ μέρος του ως αβάσιμος, αφού το προαναφερόμενο έγγραφο επιτρεπτώς λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, έστω και αν είχε εκδοθεί από την ίδια την αναιρεσίβλητη.- Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 7171/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ