Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding property acquisition via acquisitive prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Athens. The State argued that the defendants acquired the property through acquisitive prescription, but the lower court correctly ruled that the property never became theirs as successors to the Ottoman State. The court found no legal errors in the lower court's application of substantive law and evidence rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies substantive law and evidence rules, and the appellant fails to identify other grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 690/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ν. και της Ε., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Σ. Π. του Ν. και της Ε., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Χούντα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Σ. Π. του Ν. και της Ε., κατοίκων ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3823/2017 μη οριστική, 7867/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3535/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως εάν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδάφ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευτεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευτεί ή δεν είχε κλητευτεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (Α.Π. 259/2024, Α.Π. 500/2022, Α.Π. 11/2018, Α.Π. 404/2017, Α.Π. 322/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον άσκησε κατά της υπ' αριθμ. 3535/22.05.2020 την από 18.03.2021 αίτηση, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Οι αναιρεσίβλητοι επιμελήθηκαν επιμελήθηκαν του προσδιορισμού της άνω αιτήσεως και κλήτευσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα το αναιρεσείον για την ορισθείσα δικάσιμο της 01.03.2023 (βλ. τη με στοιχεία ....2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Α.). Κατά τη δικάσιμο της 01.03.2023, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο (17.04.2024) που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητοι απουσίαζαν, μη παραστάντες με πληρεξούσιο δικηγόρο και μη εκπροσωπηθέντες από τέτοιο. Ωστόσο, επειδή η κλήτευση του αναιρεσείοντος για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο έλαβε χώρα με επιμέλειά τους, δεν ήταν αναγκαία η κλήτευσή τους για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά τα ανωτέρω παρατεθέντα.
Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθούν ωσάν παρόντες και η συζήτηση να προχωρήσει περαιτέρω.
Επειδή, η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 556 παρ. 1, 558 εδάφ. α', 564 παρ. 1, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/15.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 89 της 16.01.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενεργείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.: 4992/22.01.2021 - Φ.Ε.Κ.
Β' 186 της 23.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία 6877/29.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 341 της 29.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π. οικ. 8378/05.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 454 της 05.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 534 της 10.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9769/12.02.2021 - Φ.Ε.Κ.
Β' 586 της 13.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 10969/19.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 648 της 20.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/26.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 793 της 27.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/03.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 843 της 03.03.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 14453/ 05.03.2021 - Φ.Ε.Κ.
Β' 895/06.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320/12.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 996 της 13.03.2021, κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, 83 του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4792/2021). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 3535/22.05.2020) υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι αναιρεσίβλητοι (Κ. Π. του Ν. και της Ε., Σ. Π. του Ν. και της Ε., Σ. Π. του Ν. και της Ε.) ήγειραν κατά του αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 12.11.2014 αγωγή από το άρθρο 6 του ν. 2664/1998, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 3823/09.05.2017 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως της αγωγής για να λάβουν χώρα όσα στο σκεπτικό της αναφέρονται.
Ακολούθως, η αγωγή επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 30.11.2017 κλήση των αναιρεσίβλητων, συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 7867/19.07.2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 05.12.2018 έφεσή του που έστρεψε κατά των αναιρεσίβλητων και απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών το αναιρεσείον.
Η έφεση συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 3535/22.05.2020 τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε το αναιρεσείον την από 18.03.2021 αίτησή του που έστρεψε κατά των αναιρεσίβλητων και απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο με την οποία ζητεί την αναίρεση της άνω τελεσίδικης αποφάσεως για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους.
Οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, έχουν, κατ' αντιγραφήν, ως ακολούθως: "Στους ενάγοντες από κοινού και δη κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών, παραδόθηκε το έτος 1975, δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα τους Ν. Π. του Κ., η νομή ενός ακινήτου, κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου Παιανίας Αττικής, έκτος σχεδίου πόλεως, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ.
Χ., με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β- Γ-Δ-Α και σύμφωνα με αυτό έχει επιφάνεια 246,16 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Α-Β μήκους 5,5μ με αγροτική οδό που φέρει τον ΚΑΕΚ ..., βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 32,16μ με ιδιοκτησία που φέρει τον ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 31,13μ με ιδιοκτησία που φέρει τον ΚΑΕΚ ...
και νοτιοδυτικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 7,8 μ με ιδιοκτησία που φέρει τον ΚΑΕΚ ... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Θ. Λ. και Δ. Α., προέκυψε ότι οι ενάγοντες από την παράδοση της νομής του εν λόγω ακινήτου σε αυτούς κατά τον προαναφερθέντα χρόνο και εφεξής, νέμονταν από κοινού και κατείχαν διαρκώς το ως άνω ακίνητο, ασκώντας επ'αυτού με διάνοια συγκυρίων τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους από οποιονδήποτε.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1975 έως το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής στις 16-1-2015, καλλιεργούσαν τα ελαιόδενδρα που βρίσκονται εντός του επιδίκου γεωτεμαχίου, όργωναν και καθάριζαν την επιφάνεια του και επέβλεπαν τα όριά του. Τις ίδιες δε πράξεις νομής, διενεργούσαν στο επίδικο γεωτεμάχιο τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ν.
Π. του Κ., κατά τα έτη ... έως ..., όσο και ο δικαιοπάροχος αυτού, Κ. Π., ο οποίος παρέδωσε την άσκηση της νομής του επιδίκου κατά το έτος 1950 στον υιό του Ν. Π., έχοντας καλή πίστη και διάνοια κυρίου περί του ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρηστικτησίας, καθόσον καλλιεργούσε τα υπάρχοντα σε αυτό ελαιόδενδρα, συλλέγοντας τους καρπούς, εκμεταλλευόμενος την ξυλεία των υπαρχόντων σε αυτό δένδρων, καθαρίζοντας αυτό από την αραιή θαμνώδη βλάστηση και γενικά επιβλέποντας και επιτηρώντας τα όριά του, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων επ'αυτού, για χρονικό διάστημα 50 ετών τουλάχιστον.
Τα ως άνω στηρίζονται στις καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων αποδείξεως, καθώς και στην από Μαρτίου 2018 τεχνική έκθεση του γεωπόνου -φυτοτέχνη Σ. Ν., εκ της οποίας προκύπτει ότι τα υφιστάμενα εντός του επιδίκου ελαιόδενδρα έχουν ηλικία πλέον των εκατό ετών. Από όλα τα προαναφερθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των ως άνω άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο των τελευταίων η άσκηση συνεχούς και αδιατάρακτης νομής στο επίδικο ακίνητο επί εκατό έτη προ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής, χωρίς κατά το χρονικό αυτό διάστημα να προβληθεί επ'αυτού δικαίωμα ιδιοκτησίας εκ μέρους τρίτων ή του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Το τελευταίο, με τον δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, με τους οποίους επαναφέρονται οι προβαλλομένοι παραδεκτά πρωτοδίκως ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ισχυρίζεται ότι το επίδικο γεωτεμάχιο ανήκει στην κυριότητά του και δη ότι περιήλθε στην κυριότητά του α) δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2- 1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7- 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου ως ανήκουσα στο Τουρκικό Δημόσιο και περιελθούσα έκτοτε με κυριαρχικό δικαίωμα στην κυριότητά του άλλως β) ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833, αλλιώς γ) βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτη, αλλιώς δ) με τακτική χρησικτησία, ή με έκτακτη χρησικτησία.
Εκ των ανωτέρω ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις και το εκκαλούν φέρει το βάρος απόδειξής τους, ο υπό στοιχείο γ) ισχυρισμός του περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου ως αδέσποτης έκτασης δικαίωμα πολέμου, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς η περιοχή της Αττικής, στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του Ελληνικού Κράτους στις 31-3-1833, κατ'εφαρμογή της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Περαιτέρω, πρωτίστως το εκκαλούν δεν προσκομίζει μετ' επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή δημεύτηκαν, ούτε ότι ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι ή αδέσποτο, ούτε ότι το νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Αντίθετα, από το προσκομισθέν με αριθ. πρωτ. 1707/5-2-2015 έγγραφο της περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αττικής, προκύπτει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο δεν αποτελεί καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών. Επίσης, από το προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. 364/20-2-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολιτικής Γής - Τμήμα Τοπογραφίας Εποικισμού και Αναδασμού της Περιφέρειας Αττικής, προκύπτει ότι το επίδικο δεν εμπίπτει σε δημόσιες εκτάσεις, που διαχειρίζεται η ως άνω υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 4061/2012, ενώ τέλος από το με αριθ.
πρωτ. ...-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, προκύπτει ότι το επίδικο δεν αποτελεί δασική έκταση. Επομένως, δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενες από το εκκαλούν οι ως άνω παραβιάσεις πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/λεως, του ΒΔ/τος 2/12-12-1833, του από 10-7-1837 νόμου περί διακρίσεως κτημάτων ως αδέσποτη καθώς και των περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων του προϊσχύσαντος, του Αστικού Κώδικα, ΒΡΔ, για το μέχρι τις 11.9.1915 διάστημα, δεν προσδίδεται στο επίδικο δημόσιος χαρακτήρας και δεν δημιουργείται τεκμήριο κυριότητας υπέρ του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό εξουσιάσεως με έκτακτη χρησικτησία κατά το άρθρο 1045 ΑΚ και οι ενάγοντες, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είχαν αποκτήσει την συγκυριότητα του επιδίκου γεωτεμαχίου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με έκτακτη χρησικτησία, κατά το χρόνο των πρώτων εγγραφών στο δήμο Παιανίας Αττικής.".
Επειδή, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.
τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.
τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.
Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Όροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).
Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμία αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013).
Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..
Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.
Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ.
του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).
Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).
Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α', β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αόριστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής του σχετικού ισχυρισμού, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου, ειδικότερα περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής) κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 του Α.Κ. στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσεώς του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (Α.Π. 333/2021) αν και είναι δικονομικά επιτρεπτό η ακριβής περιγραφή του ακινήτου να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (Α.Π. 621/2014).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως, 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).
Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως.
Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επελεύσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κτλ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π. 1182/2018, Α.Π. 148/2016). Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), έπρεπε να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι οι ενάγοντες.
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την υποβολή εκ μέρους του σχετικού παραπόνου, έκρινε την από 12.11.2014 αγωγή των αναιρεσίβλητων ορισμένη καίτοι στο δικόγραφό της, αν και αυτή (αγωγή) είχε ως μοναδική νομική βάση αυτή της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αναφέρονταν πράξεις ασκήσεως νομής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων και του κοινού δικαιοπαρόχου τους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικόγραφου της αγωγής, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι ως ενάγοντες ανέφεραν πλήθος πράξεων νομής επί του επίδικου (όπως ενδεικτικά, φροντίδα των ελαιοδέντρων, κλάδεμα, ράντισμα, μάζεμα των ελαιοκάρπων συχνές επισκέψεις, εμβαδομέτρηση, όργωμα και σπορά του αγρού με ψυχανθή κλπ) χωρίς να είναι αναγκαίο.
Κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη οι πράξεις αυτές να ανάγονται πριν από τις 11.09.1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα ετών προηγουμένως. Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν στην αγωγή τους ότι απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία δημόσιο κτήμα αλλά ιδιωτικό ακίνητο (αγρό) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς δεν κήρυξε το επικαλούμενο από το αναιρεσείον απαράδεκτο.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα ως ένσταση τον ισχυρισμό του περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από το ίδιο πριν από τους αναιρεσίβλητους και, ότι, επομένως, από τις 11.09.1915, αυτό (επίδικο ακίνητο) ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι, όπως ήδη σημειώθηκε στην οικεία ως άνω βλ. νομική σκέψη, ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά ένσταση αποδεικτέα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον και τούτο διότι ο άνω ισχυρισμός χωρίς την παράλληλη προβολή του ισχυρισμού περί πράγματος ανεπίδεκτου χρησικτησίας θα ήταν αλυσιτελής.
Τέλος, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι συνάπτονται στενά με τους προηγηθέντες, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αφενός μεν τις διατάξεις ν. 20 παρ. 6, πανδ. (5,3), ν. 27 πανδ. (18,1), Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν. 5 πανδ. (41,8), ν. 3 πανδ. (41,10), ν. 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.04), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του βζρδ, 51 Εισ.Ν.Α.
Κ. αφετέρου δε τις διατάξεις των άρθρων της από 9ης Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", των από 21.01/03.02.1830, 4/16.06.1830, 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και 16 του ν. της 26.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", με αποτέλεσμα να αρκεστεί, για την κτήση του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, στις σχετικές προϋποθέσεις του Αστικού Κώδικα και, ακολούθως, να δεχτεί ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητά του, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παρατέθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο ελέγχου των πρώτου και δεύτερου λόγου, καθόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο ακίνητο ήταν αγρός του οποίου οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΑΚ, και ουδέποτε αποτέλεσε δημόσιο κτήμα ενώ ο τέταρτος λόγος απαράδεκτα προβάλλεται διότι αφορά στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσίβλητων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσίβλητων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.03.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Κ. Π. του Ν. και της Ε., Σ. Π. του Ν. και της Ε. και Σ. Π. του Ν. και της Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3535/22.05.2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις15 Απριλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου