Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling on insolvency and property valuation grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt restructuring fund against two individuals and a bank regarding a final judgment on insolvency proceedings. The court found the appellant's arguments that the debtors did not face permanent insolvency and that the property valuation lacked legal basis were substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's factual findings were clear and the appellant attempted to challenge the court's assessment of property value without providing specific evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's findings of fact are clear and the appellant fails to provide specific evidence to challenge the court's assessment of property value or the existence of insolvency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 690/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Ε., 2) Ε. Β. του Ε., συζ. Α. Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αμαλία Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2015 αίτηση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 11-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../….-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 62/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν Ν.Π.Δ.Δ.
επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους.
ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (συντόμευση ΤΠΔ), με αριθ. ……/….-2023, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δημήτριου Παπαδημητρίου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 11-7-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ".
Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, από 5-11-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθ. ../…-2015), αίτησή τους κατά των καθών πιστωτών τους, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές τους, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στην αίτησή τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειάς τους.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 148/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, το χρέος τους προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, ενώ εξαίρεσε από τη ρευστοποίηση τη κύρια κατοικία τους.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, την, από 8-11-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2017), έφεση, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 3869/2010 και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης των αιτούντων-οφειλετών του.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή κατ' ουσία. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με τη παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ.
Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 9-11-2015, της ένδικης, από 5-11-2015, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:''.... Ο πρώτος αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, ο οποίος έχει γεννηθεί το 1968, εργάζεται ως μόνιμος διοικητικός υπάλληλος Δ.Ε.
στο Δ. Ηγουμενίτσας, με μηνιαίο μισθό 1070,76 ευρώ. Είναι έγγαμος με τη δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, η οποία είναι γεννηθείσα το έτος 1970 και εργάζεται ως μόνιμη υπάλληλος τεχνολογικής εκπαίδευσης στον ίδιο δήμο με μηνιαίο μισθό 1062,62 ευρώ και έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, γεννηθέντα τα δυο το 2006 και το τρίτο το 2007 αντίστοιχα.
Περαιτέρω, οι αιτούντες λαμβάνουν επίδομα τριτέκνων, ποσού ετησίως 1.980 ευρώ και επιπλέον αποκερδαίνουν μίσθωμα από την εκμίσθωση καταστήματος κυριότητας της δεύτερης αιτούσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης στο Γ. Η., κατά μέσο όρο 100 ευρώ μηνιαίως, ήτοι συνολικά το μηνιαίο τους εισόδημα ανέρχεται στα 2.400 ευρώ.
Άλλες πηγές εισοδήματος δεν έχουν οι αιτούντες και οι μηνιαίες δαπάνες τους περιορίζονται στην κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους (διατροφή, πάγιοι λογαριασμοί κοινής ωφελείας, θέρμανση, έξοδα μετακίνησης, ένδυση- υπόδηση, φόροι, τέλη κυκλοφορίας κ.λπ.), ενώ δαπανούν αυξημένα ποσά για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του τέκνου τους Κ…., περίπου 500 ευρώ μηνιαίως, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει ο τελευταίος.
Περαιτέρω, οι νυν εφεσίβλητοι, με την αίτησή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσδιόρισαν το μηνιαίο κόστος διαβίωσής τους για τη διατροφή των ιδίων και των τέκνων τους, μετά των εξόδων ένδυσης και υπόδησης καθώς για την κάλυψη των λογαριασμών ΔΕΚΟ, στο ποσό των 1,800,00 ευρώ. Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών των εφεσίβλητων πρέπει να ληφθεί υπόψη, το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι έχουν τρία ανήλικα και συνεπώς προστατευόμενα μέλη στην οικογένειά τους, με τη διατροφή των οποίων βαρύνονται, οι ανάγκες για τροφή, ένδυση - υπόδηση των ίδιων και των τέκνων τους, κοινόχρηστες δαπάνες, οι δαπάνες για μη καλυπτόμενη από τον κοινωνικοασφαλιστικό τους οργανισμό ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (αυξημένου κόστους όπως προαναφέρθηκε λόγω λογοθεραπειών, εργοθεραπειών κλπ.), οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες για υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση, μετακινήσεις καθώς και το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι ως οφειλέτες οφείλουν να μειώσουν στο ελάχιστο τις δαπάνες τους και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες (...).
Για το προσδιορισμό, δηλαδή, των βιοτικών αναγκών των εφεσιβλήτων αφενός μεν δεν λαμβάνεται υπόψη ένα γενικό, μέσο πρότυπο, αλλά οι συνήθεις συνθήκες ζωής των συγκεκριμένων εφεσιβλήτων, αφετέρου δε, λαμβάνεται υπόψη ότι διά της παρούσας διαδικασίας σκοπείται η απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του, εξαιτίας των οποίων περιήλθε σε κατάσταση υπερχρέωσης και τα οποία αδυνατεί να αποπληρώσει, γεγονός το οποίο κατά την καλή πίστη (...) λειτουργεί ως αντίβαρο στην ενσωμάτωση στις βιοτικές ανάγκες υπερβολικών απαιτήσεων (...).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις βιοτικές ανάγκες των αιτούντων στο ποσό των 1800 ευρώ, περίπου, λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημά τους, τα ανωτέρω επιμέρους έξοδά τους, όπως εξειδικεύονται κατά κατηγορία, ενώ ο δεύτερος λόγος έφεσης ότι αναιτιολογήτως αυτό δέχθηκε ότι οι βιοτικές ανάγκες των αιτούντων αποτιμώνται στο ποσό που ορίζουν με την αίτησή τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η εκκαλουμένη διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς αυτές, αναλύοντάς τες κατ' είδος και δίδοντας έμφαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η οποία εν προκειμένω διαφοροποιούνταν από τη συνήθη μιας οικογένειας που δεν είχε αυξημένες ιατρικές ανάγκες.
Περαιτέρω οι αιτούντες, διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία τους, στην Ηγουμενίτσα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, στο Ο.Τ. …, του οποίου αποτελεί το 1 οικόπεδο, στην 3η πολεοδομική ενότητα, στη θέση Ε….., η οποία ανήκει στην κυριότητα του πρώτου αιτούντος-εφεσιβλήτου, και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα α' ορόφου, εμβαδού 119,06 τ.μ.
Ο ίδιος έχει στην κυριότητά του ισόγειο διαμέρισμα ημιτελές, μη ηλεκτροδοτούμενο και κλειστό εμβαδού 68,82 τ.μ. που συνιστά χώρο πυλωτής που νομιμοποιήθηκε το 2010 ως κατοικήσιμος και χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο, εμβαδού 68,85 τ.μ. Όλα τα ανωτέρω βρίσκονται επί οικοδομής ανεγερθείσης το έτος 2006, υπό στοιχείο 3, η οποία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη κάθετη κατ' έκταση ιδιοκτησία με ποσοστό στο όλο οικόπεδο 368,60/1000 εξ αδιαιρέτου και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του οικοπέδου, έκτασης 279,20 τ.μ., το οποίο τμήμα, συνορεύει με πεζοδρόμους, με άλλο δημοτικό δρόμο και τμήμα του οικοπέδου στο οποίο έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης κατά τον προορισμό του ο εκάστοτε κύριος της 2 οικοδομής, με έκταση του όλου οικοπέδου 757,62 τ.μ.
και συνορεύει περιμετρικά με πεζοδρόμους. Η συνολική αντικειμενική αξία της προαναφερόμενης κύριας κατοικίας (κτίσματα και οικόπεδο) ανέρχεται σε 90.299,01 ευρώ. Η αξία αυτή δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με τέκνα, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή της από την εκποίηση, την οποία είχε ζητήσει ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος.
Επίσης, ο αιτών και πρώτος εφεσίβλητος είναι κύριος κατά 50% εξ αδιαιρέτου του αριθμ. κυκλοφορίας ΙΝΜ ….. αυτοκινήτου IX, εργοστασίου - κατασκευής H. M., τύπου C…, κυβισμού 1500 κ.εκ,, πρώτης κυκλοφορίας 2004, εμπορικής αξίας 2.250 ευρώ. Περαιτέρω, η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη, έχει στην κυριότητά της: 1) ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου επί ενός ελαιοπεριβόλου στη θέση Κ…..η, συνοικισμού Τ…., Τ.Κ.
Κ… Δ. Π. Π., μετά των επ' αυτού 50 ελαιόδεντρων, εκτάσεως 9.980 τ.μ. που συνορεύει με ιδιοκτησίες Θ. Ν. και Λ. Ν., το οποίο βαρύνεται με δουλεία διόδου, 2) σε ποσοστό 100% ένα κατάστημα με στοιχεία 17, εμβαδού 57,915 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και του λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους 62,44/1000 αδιαίρετα ανεγερθέν επί οικοπέδου 1.314,40 τ.μ.
εντός περιοχής Γ. Η. και στο υπ' αρ. 2 Ο.Τ. της 1ης Πολεοδομικής Ενότητας Γραικοχωρίου και Λαδοχωρίου, με πρόσοψη σε αδιαμόρφωτο χωματόδρομο. Επιπλέον, έχει την κυριότητα: 3) σε ποσοστό 5/12 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου στη θέση Π.., Γ. Η., έκτασης 3.404 τ.μ., με πραγματική έκταση 3.000 τ.μ. το οποίο συνορεύει με ρέμα, με ε.ο.
Η.- Π., με ιδιοκτησία Δ. Β. και Π. Β. και 4) το 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του υπ' αρ. κυκλοφορίας ΙΝΜ …. IX, εργοστασίου- κατασκευής H. M., τύπου C…, κυβισμού 1500 κ.εκ., πρώτης κυκλοφορίας 2004, εμπορικής αξίας 2.250 ευρώ. Εκτός των παραπάνω, οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν διαθέτουν άλλα περιουσιακά στοιχεία (τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, μερίσματα, κινητά αξίας, απαιτήσεις από τρίτους κ.α.).
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης και δη το έτος 2007, ο πρώτος ως οφειλέτης συμβλήθηκε με το εκκαλούν-καθ' ού ΤΠΔ και έλαβε στεγαστικό δάνειο δυνάμει της υπ' αριθμ. ../….76 σχετικής σύμβασης, που εξυπηρετήθηκε από τον υπ' αριθμ. …/…../01 λογαριασμό, το οποίο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε 60 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, παρακρατούμενες από το μισθό του πρώτου εφεσιβλήτου αιτούντος για χρονική περίοδο 30 ετών.
Το ανεξόφλητο υπόλοιπο αυτού του δανείου στις 31-12-2015 ήταν 65.385,58 ευρώ μετά των τόκων. Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, δεν είναι απαραίτητο να έχουν όλα τα χρέη του οφειλέτη το στοιχείο του ληξιπρόθεσμου κατά τη στιγμή της αδυναμίας πληρωμών (...), όπως εν προκειμένω, αφού η παρακράτηση από το μισθό του αιτούντος της μηνιαίας δόσης που όφειλε στο ΤΠΔ, σταμάτησε τον Ιανουάριο του 2016 δυνάμει της αριθμ.
…./2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκου του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας. Επιπλέον, ο πρώτος αιτών έλαβε από τη δεύτερη καθ' ής η αίτηση Τράπεζα Πειραιώς καταναλωτικό δάνειο, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του οποίου στις 24-7-2015 ανερχόταν σε 16.974,26 ευρώ μετά τόκων και άρα το συνολικό ποσό οφειλών του αιτούντος ανερχόταν σε 82.359,84 ευρώ.
Περαιτέρω, η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη έλαβε στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν-Τ.Π.Δ., το έτος 2007, δυνάμει της υπ' αριθμ. ../….77 σχετικής σύμβασης, που εξυπηρετήθηκε από τον υπ' αριθμ. ../…../…/01 λογαριασμό, το οποίο συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε 60 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, παρακρατούμενες από το μισθό της για χρονική περίοδο 30 ετών.
Το ανεξόφλητο υπόλοιπο του στις 31-12-2015 ήταν 100.870,30 ευρώ μετά τόκων. Ομοίως, δε η παρακράτηση από το μισθό της δεύτερης αιτούσας της μηνιαίας δόσης που όφειλε στο ΤΠΔ, σταμάτησε τον Ιανουάριο του 2016 δυνάμει της αριθμ. …/2015 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκου του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του το ΤΠΔ, ενέγραψε υποθήκη υπέρ αυτού στη κύρια κατοικία του αιτούντος για ποσό 200.000 ευρώ (τ.
…, α.α. … των βιβλίων Υποθηκών του Υποθ/κείου Ηγουμενίτσας). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, λόγω της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που διάγει η χώρα μας τα τελευταία έτη, αμφότεροι οι εφεσίβλητοι υπέστησαν μειώσεις στο μισθό τους (δεδομένου ότι από το 2012 καταργήθηκαν τα δώρα και επιδόματα που λάμβαναν), ώστε πλέον τα οικογενειακά εισοδήματά τους να είναι μικρότερα εκείνων που λάμβαναν όταν πήραν το παραπάνω δάνειο.
Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος-αιτών, λάμβανε κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής υποχρέωσης από το εκκαλούν, καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.031,81 ευρώ, ενώ η σύζυγος του, δεύτερη εφεσίβλητη, λάμβανε κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής της υποχρέωσης από το εκκαλούν, καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.100 ευρώ.
Επομένως, υπήρχε μείωση των συνολικών αποδοχών τους κατά 1.997 ευρώ, μηνιαίως περίπου. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, συγκρινόμενες με τα εισοδήματά τους κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, δεν επαρκούσαν για την κανονική εξυπηρέτηση των δανείων και την ταυτόχρονη κάλυψη των οικογενειακών αναγκών τους, καθόσον η μηνιαία δόση που καλούνται να καταβάλλουν γι' αυτά είναι ύψους 389,13 ευρώ ο πρώτος αιτών - εφεσίβλητος και 600,30 ευρώ η δεύτερη αιτούσα- εφεσίβλητη, ενώ η μηνιαία δόση προς την έτερη πιστώτρια του πρώτου αιτούντος-εφεσιβλήτου ανερχόταν σε 211,00 ευρώ.
Συνεπώς, εφόσον η σχέση αυτή των ληξιπρόθεσμων οφειλών και της ρευστότητάς τους κατά τη χρονική περίοδο που κρίθηκε πρωτοβαθμίως η αίτηση και εξακολουθεί, ήταν αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα δεν τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στον κύριο όγκο των οφειλών τους και δεν εμφάνιζε προοπτική βελτίωσης, άμεσα τουλάχιστον, ώστε να υπάρχει δυνατότητα τακτοποίησης των οφειλών στο επόμενο χρονικό διάστημα, ενώ παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονταν συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης του δανείου με τόκους υπερημερίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμών στο πρόσωπο τους.
Ειδικότερα, η μείωση των αποδοχών των αιτούντων, της τάξεως των 1.997 ευρώ μηνιαίως σε σχέση με τις αποδοχές του 2007 ως προεκτέθηκε, και των εύλογων δαπανών διαβίωσής τους, ήταν ιδιαίτερα υψηλή και απρόβλεπτη, ώστε να μην επιτρέψει σε αυτούς να εξυπηρετούν τις δανειακές υποχρεώσεις που είχαν λάβει από το εκκαλούν και από την έτερη πιστώτρια του πρώτου αιτούντος.
Εξάλλου, η παρακράτηση του ποσού της δόσης των 989,43 ευρώ από το Τ.Π.Δ., (και η οφειλή των 211,00 ευρώ μηνιαίως προς την έτερη πιστώτρια του πρώτου αιτούντος) οδηγεί τους εφεσιβλήτους να βιοποριστούν με ένα συνολικό ποσό ύψους 1.200,00 ευρώ περίπου, που δεν εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τους οφειλέτες και την οικογένεια τους, οι ανάγκες της οποίας προεκτέθηκαν, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, όπως αναφέρεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Από τα παραπάνω στοιχεία, και αντίθετα προς όσα ισχυρίστηκε το εκκαλούν πρωτοδίκως, αλλά δεν επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης δεν προέκυψε δολιότητα ως προς την αδυναμία πληρωμής, ούτε κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης και ανάληψης των χρεών, ούτε όμως και μετά την ανάληψη του χρέους αυτού από τους αιτούντες, ούτε αποσιώπηση ή απόκρυψη της οικονομικής κατάστασης τους.
Ειδικότερα, το ύψος των ληφθέντων στεγαστικών δανείων δικαιολογείται από το, κατά το χρόνο λήψεώς τους, ύψος του εισοδήματος των αιτούντων, που άφηνε περιθώρια παρακράτησης μέρος του υπέρ του εκκαλούντος. Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο περαιτέρω απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής, η οποία δεν επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, ενώ η αναφορά της στις προτάσεις του εκκαλούντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν μπορεί να διευρύνει το περιεχόμενο του εφετηρίου, εφόσον το ίδιο δεν δηλώνει ότι με τις προτάσεις του ασκεί πρόσθετους λόγους εφέσεως.....
Μετά ταύτα, εφόσον το προταθέν σχέδιο διευθέτησης των οφειλών των αιτούντων δεν έγινε δεκτό από τους καθ' ων η αίτηση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προέβη ορθά σε ρύθμιση των οφειλών τους προς αυτούς με μηνιαίες καταβολές από τα εισοδήματά τους για χρονικό διάστημα που αναφέρεται αμέσως κατωτέρω, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010).
Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης των οφειλών των αιτούντων, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική τους κατάσταση, τα μηνιαία εισοδήματά τους, τις βιοτικές και οικογενειακές τους ανάγκες, με βάση τις συνθήκες της ζωής τους και την ηλικία τους και τα περιουσιακά τους στοιχεία, το προς διάθεση στο εκκαλούν ΤΠΔ ποσό ορίσθηκε σε 238,17 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο αιτούντα και 400,00 ευρώ για τη δεύτερη αιτούσα για χρονικό διάστημα δύο ετών και ενός μήνα για έκαστο των αιτούντων....
Εξάλλου η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 θα συνδυαστεί με την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων του εκκαλούντος και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας τους, ιδιοκτησίας τους, από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο.
Βάσει της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατόπιν τροποποίησής του με το Ν. 4336/2015, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία των αιτούντων και υποχρέωσε τους αιτούντες να καταβάλουν για την διάσωσή της ποσοστό 80% της αντικειμενικής της αξίας, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 72.239,20 ευρώ.
Ειδικότερα στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3.869/2010 η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τον πιστωτή τους, ΤΠΔ, μετά τις καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 του ιδίου νόμου ανέρχεται στο ποσό των 71.559,84 ευρώ και είναι μικρότερη του 80% της αντικειμενικής αξίας της κυρίας κατοικίας του, ήτοι του ποσού των 72.239,20 ευρώ, πρέπει ο αιτών να καταβάλλει αυτό το ποσό για τη διάσωση της.
Επομένως ο αιτών υποχρεούται σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού των 71.559,84 ευρώ, ο δε χρόνος αποπληρωμής του με βάση το σύνολο του χρέους, την ηλικία του και τις οικονομικές του δυνατότητες, ορίζεται σε 18 έτη και η εξόφλησή του σε 216 μηνιαίες δόσεις (18 χρόνια Χ 12 μήνες), η καθεμία ποσού (71.559,84 : 216) = 331,29 ευρώ, συμμέτρως κατανεμημένες στους μετέχοντες πιστωτές, οι οποίοι θα λαμβάνουν μηνιαίως επί 18 έτη ποσό 263,01 ευρώ το εκκαλούν Τ.Π.Δ.
και ποσό 68,28 ευρώ η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε..... Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 148/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από 5-11-2015, αίτηση του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων.
Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων-αιτούντων στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Εξ άλλου, το δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων της χρηματικής τους οφειλής.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο, με επαρκή και σαφή αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων των αναιρεσίβλητων, του μεν πρώτου αναιρεσίβλητου στεγαστικό από το αναιρεσείον ΤΠΔ το έτος 2007και καταναλωτικό από τη τρίτη αναιρεσίβλητη σε χρόνο προγενέστερο του έτους από τη κατάθεση της αίτησης, της δε δεύτερης αναιρεσίβλητης στεγαστικό από το αναιρεσείον ΤΠΔ, το οποίο συνομολογήθηκε το έτος 2007, β) τα καθαρά εισοδήματα καθενός από αυτούς (αναιρεσίβλητους), κατά το ως άνω έτος ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, τα οποία ανέρχονταν του μεν πρώτου αναιρεσίβλητου, ως μόνιμου διοικητικού υπαλλήλου Δ.Ε.
στο Δήμο Ηγουμενίτσας, στο ποσό των 2.031,81 ευρώ, της δε δεύτερης αναιρεσίβλητης-συζύγου του, ως μόνιμης υπαλλήλου τεχνολογικής εκπαίδευσης στον ίδιο δήμο, στο ποσό των 2.100 ευρώ, γ) το έτος 2012 υπέστησαν μειώσεις και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το έτος 2015 τα καθαρά εισοδήματά τους μειώθηκαν συνολικά κατά 1.997 ευρώ και ανέρχονται του μεν πρώτου αναιρεσίβλητου στο ποσό των 1.070,76 ευρώ, της δε δεύτερης αναιρεσίβλητης στο ποσό των 1.062,62 ευρώ, ενώ λαμβάνουν επίδομα τρίτεκνων, ποσού 1.980 ευρώ ετησίως και από εκμίσθωση καταστήματος κυριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στο Γ.
Η., κατά μέσο όρο 100,00 ευρώ κατά μήνα και συνολικά το καθαρό μηνιαίο τους εισόδημα ανέρχεται πλέον στο ποσό των 2.400 ευρώ, δ) οι κατά μήνα δανειακές υποχρεώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον ανέρχονταν στο ποσό των 389,13 ευρώ και της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον στο ποσό των 600,30 ευρώ, ενώ η μηνιαία δόση του πρώτου αναιρεσίβλητου προς τη τρίτη αναιρεσίβλητη πιστώτριά του ανέρχονταν στο ποσό των 211,00 ευρώ, ε) την ηλικία των αιτούντων συζύγων και των τριών ανήλικων τέκνων τους, στ) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας τους, το οποίο προσδιορίζεται ανελέγκτως στο ποσό των 1.800 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και της οικογενείας τους, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών τους, η οποία ανέρχεται στο (συνολικό) ποσό των 989,43 ευρώ προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ. (και η οφειλή των 211,00 ευρώ κατά μήνα του πρώτου αιτούντος προς τη τρίτη αναιρεσίβλητη πιστώτριά του), το Εφετείο έκρινε ότι οι αιτούντες-οφειλέτες, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά και τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να καταγνωστεί ότι οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας (δεν επικαλείται έλλειψη παντελούς αιτιολογίας), καθόσον δεν εκτίθεται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) το χρονικό σημείο συνομολόγησης του δανείου του πρώτου αναιρεσίβλητου με τη τρίτη αναιρεσίβλητη, β) τα καθαρά ατομικά εισοδήματα των αναιρεσίβλητων-οφειλετών του κατά το έτος ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, γ) το ύψος των καθαρών ατομικών εισοδημάτων τους κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, δ) την εξέλιξη των καθαρών ατομικών και οικογενειακών εισοδημάτων τους από το χρόνο δανεισμού έως και το χρόνο κατάθεσής της αίτησής τους, ε) η μη παραπομπή σε έγγραφα τα οποία να αιτιολογούν την ασθένεια του τέκνου τους και στ) η προβλεπόμενη στο μέλλον εξέλιξη της ρευστότητάς τους σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμές οφειλές τους, κρίνονται, πέραν της κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικής αβασιμότητάς τους, απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της μη περιέλευσης των ως άνω αναιρεσίβλητων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής τους, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς οι σχετικοί από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για το ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Τέλος, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι το ύψος της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του πρώτου των αναιρεσίβλητων ανέρχεται στο ποσό των 90.299,01 ευρώ, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία σε κρίσιμο ζήτημα που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, διότι α) δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα από τα οποία έκρινε ότι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας ανέρχεται στο ως άνω ποσό και β) δεν δικαιολογεί την απόκληση της ως άνω αξίας από το έτος 2007 έως το έτος 2015, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης από το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) το οποίο προέβη στην εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (όπως άλλωστε απαιτεί η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4336/2015 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης), αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 834/2021).
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 11-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../19-7-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 62/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ