Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest regarding non-appealable parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant lacked legal interest to challenge the lower court's decision regarding specific defendants. The appellant sought to overturn a final judgment against the Greek State and Eurobank, but the appeal contained no arguments targeting these entities. Consequently, the court ruled that the appeal was procedurally invalid for failing to address the correct parties and lacking standing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 577, 309, 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 68, 558, 566 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if filed against parties not affected by the alleged error, as the appellant lacks legal interest to challenge the decision regarding them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 690/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. - Φ. Μ. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Κ., 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος Ρόκας, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-11-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 18η Φεβρουαρίου 2019, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.13/2019 πρακτικό συνεδριάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και από την προσκομισθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-2-2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Αμαρουσίου του Νομού Αττικής Γε Κ. και κληρονομήθηκε από τους Ε. Π. του Α., Κ. Π. του Ά., Ν. Π. του Ά. και Α. Π. του Ά., από τους οποίους συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι: Ε. Π. του Α., Ν. Π. του Ά. και Α. Π. του Ά., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με: την από 26-6-2013 αγωγή, τις δύο από 12-9-2013 παρεμπίπτουσες αγωγές και την ασκηθείσα με τις έγγραφες προτάσεις αίτηση επίδειξης εγγράφων και λήψης ασφαλιστικών μέτρων του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25-6-2013 αγωγή, τις δύο από 16-9-2013 παρεμπίπτουσες αγωγές και την ασκηθείσα με τις έγγραφες προτάσεις αίτηση επίδειξης εγγράφων που κατέθεσε ο αρχικός διάδικος Γ. Μ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1997/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1029/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β, 577, 309 εδ. 1, 321, 495 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω κι' αν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 162/1997, ΑΠ 1470/2003), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ1βΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013). Και αυτό γιατί η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Το έννομο συμφέρον εξ άλλου του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιμπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει άν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) η από 26-6-2013 αγωγή κατά του εναγομένου Ά. Π. στην οποία o ενάγων ισχυρίσθηκε ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Μ., ( αδελφού του προαποβιώσαντος πατρός του), ότι ο θανών θείος του είχε αγοράσει εξ ιδίων χρημάτων και διατηρούσε στην τράπεζα EUROBANK με συνδικαιούχο τη σύζυγό του Π.
Π. τις αναφερόμενες στην αγωγή κινητές αξίες ότι η ανωτέρω συνδικαιούχος εκμεταλλευόμενη το γεγονός της νοσηλείας του συζύγου της σε κλινική, την αδυναμία μετακίνησής του και το γεγονός ότι την είχε καταστήσει συνδικαιούχου στο επίμαχο ως άνω χαρτοφυλάκιο, ρευστοποίησε και ανέλαβε μέρος αυτών πριν το θάνατό του, με συνέπεια κατά το χρόνο του θανάτου του Γ.
Μ. να ανευρεθούν στο οικείο χαρτοφυλάκειο κεφάλαια συνολικής αξίας 415.685,71 ευρώ, τα οποία διανεμήθηκαν μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του κατά το κληρονομικό μερίδιο εκάστου. Ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι η ως άνω συγκληρονόμος δεν προέβη προ του θανάτου της σε διανομή και των ποσών που ανέλαβε πριν το θάνατο του συζύγου της από τη ρευστοποίηση των αξιών κατά τα προεκτεθέντα, ζήτησε από τον εναγόμενο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και καθολικό της διάδοχο να του καταβάλει για την ως άνω αιτία την αναλογία της κληρονομικής του μερίδας και επί των τελευταίων αυτών κεφαλαίων με την αξία που θα είχαν κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου εάν δεν είχε προηγηθεί η επίμαχη ρευστοποίηση, (431.373,71 ευρώ) καθώς και τους αναλογούντες επ' αυτού τόκους με επιτόκιο 5% ετησίως από το θάνατο του θείου του μέχρι την άσκηση της αγωγής (89.151,76 ευρώ).
Παράλληλα άσκησε και τις από 12-9-2013 παρεμπίπτουσες αγωγές του :1) κατά του Ελληνικού Δημοσίου και 2) της Τράπεζας EUROBANK και υπό την επίκληση εννόμου προς τούτο συμφέροντος ζήτησε την επίδειξη εκ μέρους του εναγομένου της πρώτης ως άνω αγωγής των φορολογικών δηλώσεων, του αποβιώσαντος θείου του και της συζύγου του, των κατατεθέντων κατά την υποβολή αυτών εγγράφων και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή βεβαιώσεων από τις οποίες προκύπτουν τα εισοδήματά τους των ετών 1998 ως 2008, εκ μέρους δε της εναγομένης της δεύτερης αγωγής (ζήτησε) την επίδειξη των αιτήσεων του αποβιώσαντος κληρονομούμενου για το άνοιγμα του επίμαχου χαρτοφυλακίου, των αποδείξεων ή εγγράφων με τα οποία αγόρασε τις κινητές αξίες, το περιεχόμενο αυτού και τα πρόσωπα των συνδικαιούχων, την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών (αναλήψεις χρηματικών ποσών, αγορά κινητών αξιών), των εγγράφων που υπέγραψε η κληρονομηθείσα από τον εναγόμενο της κυρίας αγωγής (σύζυγος του αποβιώσαντος θείου του), την ιδιότητα με την οποία αιτήθηκε τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών ή τη μεταφορά τους σε άλλο χαρτοφυλάκιο, ποιοι οι συνδικαιούχοι αυτού, τις αποδείξεις που υπέγραψε για την κατάθεση του προϊόντος ρευστοποίησης σε λογαριασμούς, σε ποια ονόματα αυτοί τηρούνταν, της αίτησης του αποβιώσαντος για το άνοιγμα του συνδεδεμένου με το …/… χαρτοφυλάκιο τραπεζικού λογαριασμού , τα ονόματα των συνδικαιούχων, των κινήσεων των παραπάνω τραπεζικών λογαριασμών και των προσώπων που προέβαιναν σ' αυτές και με ποια ιδιότητα μέχρι το θάνατό του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1997/2014 απόφασή του αφού συνεκδίκασε την κύρια και τις παρεμπίπτουσες αυτής αγωγές απέρριψε την πρώτη κατά το αίτημα περί τόκων ως νομικά αβάσιμη κατά τα λοιπά δε κατ' ουσίαν και τις δύο παρεμπίπτουσες αγωγές ως μη νόμιμες . Κατά της αποφάσεως αυτής ( για το σύνολο των κεφαλαίων της) άσκησε ο ενάγων την από 22-1-2015 έφεση .
Το Εφετείο με την 1029/2017 απόφασή του που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου (κυρίως εναγομένου) απέρριψε την άνω έφεση κατ' ουσίαν όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο και το κεφάλαιο της κυρίας αγωγής που ως μη νόμιμη πρωτοδίκως απορρίφθηκε, καθώς και όσον αφορά τους εναγομένους των δύο παρεμπιπτουσών αγωγών, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο απέρριψε την κύρια αγωγή κατ' ουσίαν , εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος και την απέρριψε (στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας) ως νομικά αβάσιμη.
Η τελευταία αυτή απόφαση που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία (δυναμένη συνεπώς να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας όσον αφορά τον απολειπόμενο κυρίως εναγόμενο-εφεσίβλητο) προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως , στη δικονομική θέση δε του τελευταίου ως αναιρεσίβλητου υπεισήλθαν λόγω θανάτου οι κληρονόμοι του.
Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω (1029/2017) απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στον ερήμην δικασθέντα πρώτο εφεσίβλητο (ήδη αρχικό πρώτο αναιρεσίβλητο), ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τον αναιρεσείοντα, όπως δεν προκύπτει ούτε και επίκληση γίνεται και για το εάν ο ως άνω αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει εξακολουθητικά δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και να καθίσταται έτσι απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 45/2020).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση και να απορρίψει ως απαράδεκτη την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του κυρίως εναγομένου- πρώτου εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος και από τους τελευταίους εναντίον μόνο εκείνων απ` αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ’ αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός, οπότε, έναντι αυτών, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 1005/2012).
Εν προκειμένω από την επισκόπηση του περιεχομένου της υπό κρίση αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή δεν διαλαμβάνει αναιρετικούς λόγους που να αφορούν τους λοιπούς αναιρεσίβλητους- εφεσίβλητους- παρεμπιπτόντως εναγόμενους (το Ελληνικό Δημόσιο και την τράπεζα EUROBANK), δεν περιέχει δηλαδή λόγους που να στρέφονται κατ' αυτών, πλήττοντας την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς αυτούς επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε τις παρεμπίπτουσες κατ' αυτών αγωγές ως νομικά αβάσιμες. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα παρόντων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα ( υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2018 αίτηση του Δ.- Φ. Μ. για αναίρεση της 1029/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα: 1) του Ελληνικού Δημοσίου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ και 2) των κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Π. (Ε. Π., Ν. Π., Α. Π.) τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ