Legislator Case Law & Legislation
690/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling the lower court misapplied the law regarding the debtor's potential future residence.

Case Number 690/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance eviction order, finding the lower court misapplied the law. The appellant argued that the lower court failed to properly assess his unique circumstances, specifically his inability to find permanent employment in Kerkyra and the impossibility of using his current residence as a future primary home. Consequently, the court ruled that the lower court erred in interpreting the statutory requirements for exempting the debtor's property from auction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 9(2) last paragraph of Law 3869/2010; The court must rigorously verify that a debtor lacks other assets, resides abroad due to serious reasons, and that the spouse has no suitable housing before granting an exemption for a potential future primary residence.

Keywords

AI generated
eviction exemption potential future residence debtor's primary home Law 3869/2010 property auction spousal housing serious reasons abroad

Cited Legislation

AI generated
Article 9(2) last paragraph of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 690 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 690/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ντούγια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου δι' απορρόφησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου δι' απορρόφησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN EGNATIA BANK AE" και 5) Ν. Π., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως διορισμένου εκκαθαριστή διά της υπ' αριθμ. 475/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5386/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ...8-2-2019, .../8-2-2019, .../12-2-2019, ...'/13-2-2019 και ...'/11-4-2019 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 7-12-2018 και με αύξοντα ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 180/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2020) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσβλήτους: α) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", β) "CITIBANK A.E.", γ) "ALPHA BANK A.E"., δ) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και ε) Ν. Π., με την ιδιότητά του ως διορισμένου εκκαθαριστή. Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).

Επί της από 4-7-2011 (αρ. καταθ. δικογρ. 92/2011) αιτήσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κατά των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με αιτήματα τη δικαστική ρύθμιση των προς αυτές χρεών του κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της ευρισκόμενης στην Κέρκυρα κατοικίας του, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 475/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία έγινε δεκτό το πρώτο από τα παραπάνω αιτήματα (ρύθμιση των χρεών του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές 230 ευρώ προς τις πιστώτριες τράπεζες), ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμο το αίτημα περί εξαίρεσης από την εκποίηση της ως άνω κατοικίας του. Μετά την από 19-10-2012 (ειδ. αρ. καταθ. 2370/2012) έφεση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5386/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ευρισκόμενη στην Κέρκυρα κατοικία του αποτελεί τη δυνητική κύρια κατοικία του και πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση, απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών-εκκαλών άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 "Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής...".

Εξάλλου, στην παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013 και εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (25-7-2012) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (4-12-2015), κατά το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος...". Περαιτέρω, στην παρ. 2 εδαφ.

τελευταίο του ίδιου άρθρου 9 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "...Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.

Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κυρίως από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ' άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο δικαστήριο να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και όχι δυνητική.

Μάλιστα, με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 εισάγεται εξαίρεση και μπορεί να προστατευθεί από την εκποίηση το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που δυνητικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία, έστω και αν σε αυτήν δεν διαμένει ο οφειλέτης και η οικογένειά του για σοβαρούς λόγους (π.χ.

υπηρεσιακούς, εργασιακούς κλπ), εξαιτίας των οποίων διαμένει σε ξένο ακίνητο που βρίσκεται σε άλλη πόλη. Προστατεύεται δηλαδή το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον ως κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του, εφόσον διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγός του δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης, συνάγεται ότι, για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας του οφειλέτη, δεν απαιτείται η τήρηση άλλων προϋποθέσεων και ιδίως δεν απαιτείται οι λόγοι που κωλύουν τον οφειλέτη να διαμένει στη μοναδική του κατοικία, να έχουν χρονική πρόβλεψη, χρονικές προϋποθέσεις και χρονικούς περιορισμούς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1α ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ. 1α, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, εφόσον πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο), με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το να κρίνει απορριπτέα την αίτησή του ως προς το αίτημα εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση της ευρισκόμενης στην Κέρκυρα μοναδικής κύριας κατοικίας του, για το λόγο ότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του εργάζονται σε ιδιωτικές εταιρείες που βρίσκονται στην Αττική και το ως άνω ακίνητο δεν μπορεί να αποτελέσει τη δυνητική κύρια κατοικία του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με το ως άνω ζήτημα: "...Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι ο εκκαλών-αιτών και η σύζυγός του τέλεσαν το γάμο τους στην Αττική (στο Δημαρχείο του Δήμου Κηφισιάς), εργάζονται σε επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Αττική και υπόκεινται φορολογικά σε Δ.Ο.Υ.

στην Αττική (Δ.Ο.Υ. Παλλήνης), η δε σύζυγος του εκκαλούντος παρακολουθούταν ανά 10 ημέρες, υποβαλλόμενη σε θεραπεία υποβοηθούμενης γονιμοποίησης από ιατρικό κέντρο που εδρεύει στην Αττική. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι το διαμέρισμα στην … αποτελεί τη μοναδική και κύρια κατοικία του αιτούντος...

Εξάλλου το γεγονός ότι ο εκκαλών-αιτών αδυνατούν να εξεύρουν εργασία στην … και μόνο στην Αττική υπάρχουν δυνατότητες εργασίας, πέραν του γεγονότος ότι καθιστά αυτούς οικονομικούς μετανάστες, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, καταδεικνύει και το γεγονός ότι αμφότεροι θα πρέπει να παραμείνουν στην Αττική μέχρι το τέλος του εργασιακού τους βίου, δηλαδή για τα επόμενα τουλάχιστον είκοσι έτη (δεδομένου ότι ο εκκαλών γεννήθηκε το 1971 θα συνταξιοδοτηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το έτος 2036, οπότε θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας).

Άλλωστε και ο εκκαλών, κατά την ανωμοτί εξέτασή του στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ανέφερε επί λέξει "κάναμε την αγορά στην Κέρκυρα για να μετακομίσουμε εκεί, δεν καταφέραμε να πάμε, δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά", επομένως αναγνωρίζει και ο ίδιος ότι είναι απίθανο να εξεύρει εργασία στην Κέρκυρα και η μόνη διέξοδος για να εργάζεται είναι να παραμείνει στην Αττική.

Με βάση όλα τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι το διαμέρισμα στην … δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε και δυνητική κύρια κατοικία του εκκαλούντος καθόσον, με βάση τα ανωτέρω, αυτός πρέπει να παραμείνει στην Αττική για όλη τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, δηλαδή τουλάχιστον για τα επόμενα 20 έτη, το διαμέρισμα δε της Κέρκυρας μόνο ως εξοχική του κατοικία μπορεί να χρησιμεύσει...".

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο και ειδικότερα με το να απαιτήσει για την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντος, πρόσθετα στοιχεία από αυτά που προβλέπονται στο νόμο για την εξαίρεση από την εκποίηση του ως άνω ακινήτου, και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι, ναι μεν σοβαροί (εργασιακοί) λόγοι εμποδίζουν τον υπερχρεωμένο οφειλέτη και την οικογένειά του να μετοικήσουν στην Κέρκυρα, όπου βρίσκεται η μοναδική κατοικία του, πλην όμως αυτό θα συμβεί καθόλη τη διάρκεια του εργασιακού του βίου (τουλάχιστον επί εικοσαετία μέχρι τη συνταξιοδότησή του), γιατί είναι αδύνατη η ανεύρεση μόνιμης εργασίας στην Κέρκυρα, και το ως άνω διαμέρισμα στην Κέρκυρα δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε δυνητική κύρια κατοικία, παραβίασε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 9 παρ. 2 εδαφ.

τελευταίο του ν. 3869/2010, κατά το οποίο επιτρέπεται η διάσωση και της δυνητικής κατοικίας που μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία, καθόσον αξίωσε πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, από την οποία προκύπτει ότι μοναδικές προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι:

α) ο οφειλέτης να μην διαθέτει άλλο ακίνητο, β) να διαμένει σε ξένο ακίνητο εξαιτίας σοβαρών λόγων (π.χ. επαγγελματικών κλπ) και γ) η σύζυγός του να μη διαθέτει ακίνητο ικανό να καλύψει τις στεγαστικές τους ανάγκες. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ.

τελευταίο του ν. 3869/2010 με εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό της διάταξης αυτής και συνακόλουθα ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να αναιρεθεί (κατά το μέρος που αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος για εξαίρεση από την εκποίηση του μοναδικού ακινήτου του), ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου και τελευταίου αναιρετικού λόγου που αφορά το μέρος αυτό, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5386/2016 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε. Και Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατάθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ