Supreme Court partially allows appeal on holiday bonuses while dismissing claim for non-employment contract benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal regarding holiday bonuses and allowances, overturning the lower court's decision on this specific issue. While the court found the employment relationship inapplicable to the overall contract, it ruled that the specific claim for holiday benefits remained valid and required further examination. Consequently, the lower court's judgment was annulled only for the section concerning these specific payments, and the case was remanded for retrial on this point.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1993; Where a contract is not deemed an employment contract under labor law, claims for holiday bonuses and allowances based on such legislation are inadmissible, yet the court retains jurisdiction to examine the validity of the appeal regarding these specific items if the lower court's decision on them is contested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 690/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δήμου- Δημητρίου Παπαναστασίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1534/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4947/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-4-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επομ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1993 που κρίθηκε με την υπ` αριθ. 324/1994 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Εργατικού Δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας και στο μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο, αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς τις οδηγίες του. Άλλα δε κριτήρια για τον χαρακτηρισμό της εργασιακής σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας αποτελούν η υποχρέωση του μισθωτού να εκτελεί αυτοπροσώπως την εργασία ο πειθαρχικός έλεγχος η υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ κλπ).
Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ.
Α.Π. 19/2007). 2. Με το Ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις" όπως ισχύει τώρα, ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α` άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (τμήμα Β`) άρθρα 59 έως 118). Στο άρθρο 1 του Νόμου αυτού ορίζεται ότι "Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επόμ.
ΑΚ ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες" εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία" (παρ.1) "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, η αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής".
Οικονομικές ή άλλες παροχές που δίνονται από αθλητικά σωματεία ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου. Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας παρ. 2.
Επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ιδίου Νόμου "Με απόφαση που Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της οικίας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί να καθορίζεται ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του, στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή.
Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι όροι ίδρυσης και λειτουργίας ΤΑΑ και ΑΠΕ στο συγκεκριμένο κλάδο" (παρ. 1) "Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνονται υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξης του (παρ. 2) και του άρθρου 64 "σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του ΤΑΑ.
Σε περίπτωση μη υπάρξεως ΤΑΑ λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου" (παρ. 1) "Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του ΤΑΔ ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών".
Κατά τα λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 του ιδίου ως άνω Νόμου "Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί ΤΑΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών (παρ.2) "Κατ` εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου (παρ. 3) "Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και του νόμου αυτού (παρ. 4).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο Νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίες είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.
Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών.
Έτσι έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και ΤΑΑ αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης που με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω Νόμου) καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο ή κατάρτιση τέτοιας σύμβασης.
Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί ΤΑΑ συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία κατά τις επιταγές του ανωτέρω Νόμου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.
Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (361 ΑΚ) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω τη δι' αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξη του Δικαίου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ).
Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά και αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος-μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει.
Συνεπώς η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή καλαθοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα η σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω Νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σ' αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησης του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του. Επομένως στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών άδειας επιδόματα αδειών (ΑΠ 1045/1997). Ούτε οι διαφορές που πηγάζουν από τη σύμβαση αυτή υπάγονται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. 4.
Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998). Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει ότι το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο αντικαθιστά την εσφαλμένη αιτιολογία και απορρίπτει την αναίρεση, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εννόμου συμφέροντος για αποτροπή δεδικασμένου, γεγονός που συμβαίνει όταν ο αναιρεσείων βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης με τη δημιουργία από αυτή δεδικασμένου σε βάρος του σε άλλη δίκη, οπότε αναιρεί την απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 2315/2009).
Έτσι η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998) και συνεπώς, αν με βάση τις παραδοχές αυτές το συμπέρασμα του δικαστηρίου (διατακτικό) είναι ορθό, η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών (ελάσσονος πρότασης) σε λανθασμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (μείζονα πρόταση) δεν θεμελιώνει τις πλημμέλειες των παραπάνω αναιρετικών λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δύο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 & 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και όχι από τις διατάξεις του Ν. 2725/1999 και με την παραδοχή αυτή να υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τα φερόμενα ως οφειλόμενα σ' αυτόν ποσά, που αντιστοιχούν στην μηνιαία αμοιβή του αναιρεσείοντος καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας και διακοπών τα οποία συνάδουν με τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της μεταξύ τους ένδικης σχέσης ο οποίος δεν είχε την ιδιότητα του μισθωτού παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
5 'Οπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη "Δυνάμει σχετικής συμβάσεως που καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων τον Οκτωβρίου 2006 το εναγόμενο, εδρεύον στη ..., αθλητικό σωματείο "...", το οποίο διατηρεί ερασιτεχνικό ανδρικό τμήμα κολύμβησης Α' Αγωνιστικής Κατηγορίας Αθλητών, προσέλαβε τον ενάγοντα ως αθλητή κλασικής κολύμβησης Α' Κατηγορίας και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει σε αυτό τις αθλητικές του υπηρεσίες, εντασσόμενος στο ανδρικό τμήμα κολύμβησης Α' Αγωνιστικής Κατηγορίας Αθλητών του εναγομένου, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Οκτώβριο 2006 έως και τον Αύγουστο 2008, με αποκλεισμό του ενάγοντος για παράλληλη αθλητική δραστηριότητα σε άλλο σωματείο, αντί μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος (μισθού) 1.200 ευρώ, που ήταν καταβλητέο στο τέλος εκάστου μηνός,, ,Ό ενάγων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αγωνιζόταν για λογαριασμό του εναγομένου και μετείχε σε όλες τις υποχρεώσεις και αγωνιστικές εκδηλώσεις του προαναφερομένου τμήματος του εναγομένου.
Ειδικότερα, συμμετείχε σε όλες τις προπονήσεις της ομάδας, υπό τις οδηγίες των αρμοδίων προπονητών κατά τις ημέρες, ώρες και τόπους που καθορίζονταν από το εναγόμενο, και στους αγώνες του διεξαγομένου εγχωρίου πρωταθλήματος και κυπέλλου αλλά και στους αγώνες διεθνών διοργανώσεων, όπου το εναγόμενο είχε συναφείς υποχρεώσεις.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, καθίσταται σαφές ότι οι συμβαλλόμενοι διάδικοι απέβλεψαν στην επ' αμοιβή και κατ' αποκλειστικότητα παροχή των αθλητικών υπηρεσιών του ενάγοντος προς το εναγόμενο, με καθορισμό από το τελευταίο του τρόπου, του χρόνου και του τόπου της παροχής αυτής, ώστε η ένδικη σύμβαση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της απόφασης, είχε τον χαρακτήρα έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με συνέπεια να έχουν εν προκειμένω• εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παράλληλα με την αθλητική τοιαύτη.
Επομένως, οι ανταποδεκτικοί ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση δεν διεπόταν- από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, άλλως ότι η μεταξύ τους σύμβαση ήταν άκυρη ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διότι αντιβαίνει σε. απαγορευτικές διατάξεις του Ν. 2725/1949, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα υπόλοιπο μισθού 800 ευρώ για τον Δεκέμβριο 2007, καθώς και τους μισθούς του Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2008 συνολικού ποσού 10.400 [800 ευρώ + (1.200 ευρώ χ 8 μήνες)] ευρώ. Εξάλλου, το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το επίδομα εορτής Πάσχα των ετών 2007 και 2008, το επίδομα εορτής Χριστουγέννων του έτους 2007, αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων του έτους 2008 καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας των ετών 2007 και 2008 (άρθρα 1 Ν/ 1082/1980 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 επόμ.
ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει 1 Ν. 1346/1983, 3 περ. 16 Ν. 4504/1966, 8 Ν 549/1977, 1 Ν 3302/2004). Ειδικότερα, το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα: α) για επιδόματα εορτής Πάσχα 2007 και 2008 το ποσό των 600 ευρώ, αντιστοίχως, που ισούται με μισό μηνιαίο μισθό (ήτοι 1.200: 2), β) για επίδομα εορτής Χριστουγέννων 2007 το ποσό των 1.200 ευρώ, που ισούται μ' ένα μηνιαίο μισθό, γ) για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων του έτους 2008 621,12 ευρώ, που ισούται με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης (ήτοι 1.200 ευρώ: 25 ημ. = 48 ευρώ x 2 = 96 ευρώ χ (123 ημ. : 19) 6,47), δ) για αποδοχές άδειας των ετών 2007 και 2008 το ποσό των 1.200 ευρώ, αντιστοίχως και ε) για επίδομα άδειας των ετών 2007 και 2008 το ποσό των 600 ευρώ, αντιστοίχως υπό τα ανωτέρω εκτιθεμένα, το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.021,12 (10.400 + 600 + 600 + 1.200 + 621,12 + 1.200 + 1.200 +600+600) ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή, για τη νομική θεμελίωση της οποίας, πέραν των προαναφερομένων, δεν είναι αναγκαία στοιχεία η μνεία της καταρτίσεως της συμβάσεως εργασίας εγγράφως ή προφορικώς, της αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου περί καταρτίσεως αυτής ούτε του προσώπου, το οποίο εκπροσώπησε το εναγόμενο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το τελευταίο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την κύρια βάση της, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.021,12 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα εκάστου επί μέρους κονδυλίου, ήτοι από την πρώτη ημέρα κάθε επομένου μηνός που έκαστος μηνιαίος μισθός κατέστη απαιτητός, από την 1/5/2007 και 1/5/2008, αντιστοίχως, για τα επιδόματα Πάσχα των ετών 2007 και 2008, από 1/1/2008 για το επίδομα Χριστουγέννων 2007, από 1/9/2008 για την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2008, λόγω της λήξεως της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος τον Αύγουστο του έτους 2008, από 1/1/2008 για τις αποδοχές και το επίδομα άδειας του έτους 2007 και από 1/9/2008 για τις αποδοχές για το επίδομα άδειας του έτους 2008, ομοίως, λόγω της λήξεως της συμβάσεως τον Αύγουστο του έτους 2008".
Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως αόριστη και αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά τα ιστορούμενα σε αυτή, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή.
6. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει με σαφήνεια ότι το εναγόμενο-ήδη αναιρεσείον αθλητικό σωματείο δεν είναι επαγγελματικό αλλά ερασιτεχνικό, αφού δεν διατηρεί τμήματα αμειβομένων Αθλητών. Επομένως η συμφωνία για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών από τον ενάγοντα δεν διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θα μπορούσε να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή και ΤΑΑ αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης που με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ν. 2725/21999) καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο ή κατάρτιση τέτοιας σύμβασης.
Η επίδικη σύμβαση του ενάγοντα αθλητή του Αθλητικού Σωματείου, που δεν διατηρεί ΤΑΑ, συνήφθη στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία κατά τις επιταγές του ανωτέρω Νόμου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.
Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών.
Οι παροχές αυτές συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι' αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξη του Δικαίου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ).
Συνεπώς η συναφθείσα μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου συμφωνία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις νομικές σκέψεις 1 και 2 της αποφάσεως αυτής, δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 του ανωτέρω Νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση, κατά το άρθρο 361 ΑΚ.
Κατ' αυτήν ο αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σ' αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησης του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν, που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του και τις οποίες δικαιούται να λάβει σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία.
Το ύψος των οποίων κατά την προσβαλλόμενη ανέρχεται στο ποσό των 10.400 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι, με την υπαγωγή των πιο πάνω περιστατικών στον ορθό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, δεν θίγεται το ορθό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τα δικαιούμενα από τον ενάγοντα μηνιαία χρηματικά ανταλλάγματα (μισθούς) βάσει της ως άνω συμφωνίας δεν συντρέχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης κατά το εν λόγω εσφαλμένο αιτιολογικό της αναφορικά με τα συμφωνηθέντα ως άνω μηνιαία ανταλλάγματα (μισθούς) αλλά δικαιολογείται η αντικατάσταση απλώς της εσφαλμένης αιτιολογίας ως προς τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως του ενάγοντος με την ορθή αιτιολογία και ως προς την αιτία επιδίκασης των ως άνω μηνιαίων χρηματικών ανταλλαγμάτων και η απόρριψη των λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 33, 85 παρ. 1, 2 και 4 και 86 του ν. 2725/1999.
7. Η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ρητά ότι προσέλαβε τον ενάγοντα ως αθλητή κλασικής κολύμβησης Α' Κατηγορίας..... αντί μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος (μισθού) 1.200 ευρώ, που ήταν καταβλητέο στο τέλος εκάστου μηνός" δέχεται στη συνέχεια, όσον αφορά την καταβολή επιδομάτων δώρων εορτών και αδειών τα εξής: πρέπει να καταβληθούν στον ενάγοντα και δώρα εορτών, επιδόματα και αποζημίωση αδείας σύμφωνα, όπως επί λέξει αναφέρει "με τα άρθρα 1 Ν/ 1082/1980 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 επόμ. ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει 1 Ν. 1346/1983, 3 περ. 16 Ν. 4504/1966, 8 Ν 549/1977, 1 Ν 3302/2004".
Συνεπώς, εφόσον επιδικάζονται τα πιο πάνω ποσά, το ύψος των οποίων ανέρχεται κατά την προσβαλλόμενη σε 6.621,12 ευρώ κατ' εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, ενώ δεν υπάρχουν παραδοχές ότι επιδικάζονται λόγω της ένδικης ή άλλης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, στην οποία, όπως προκύπτει από τα παραπάνω δεν περιλαμβάνονται οι παροχές αυτές, όπως, αντιθέτως συμβαίνει με τα μηνιαία χρηματικά ανταλλάγματα έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στον αριθμό 2 της απόφασης αυτής. Τούτο δε διότι δεν έχει εφαρμογή η εργατική νομοθεσία και θα μπορούσαν να χορηγηθούν οι παροχές αυτές μόνον αν είχαν συμφωνηθεί κατά το άρθρο 361 ΑΚ. Τέτοια επιπρόσθετη συμφωνία για την καταβολή δώρων και επιδομάτων και αποδοχών αδείας η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι έγινε μεταξύ των διαδίκων. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι εφόσον δεν έχει εφαρμογή η εργατική νομοθεσία δεν εφαρμόζονται και τα άρθρα 1 Ν/ 1082/1980 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 επόμ. ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει 1 Ν. 1346/1983, 3 περ. 16 Ν. 4504/1966, 8 Ν 549/1977, 1 Ν 3302/2004 ". είναι βάσιμος.
8. Με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της που αφορά στην επιδίκαση δώρων εορτών, επιδομάτων και αποδοχών αδείας. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ως άνω κεφάλαιο της και εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (Κ.ΠολΔ 580 παρ. 3 εδ.
α') και ειδικότερα να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα ως προς τους σχετικούς λόγους της που αφορούν τα εν λόγω κονδύλια. Περαιτέρω, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος, της εφέσεως εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως η αγωγή κρίθηκε ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς όλα τα αιτούμενα κονδύλια, πρέπει να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αιτήματός της για επιδίκαση δώρων εορτών, επιδομάτων και αποδοχών αδείας.
Εν όψει του ότι με την ένδικη αγωγή ζητείτο η καταβολή των κονδυλίων τούτων κατ' εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας η οποία, όπως αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο της αποφάσεως αυτής, δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του προαναφερόμενου χαρακτήρα της ένδικης συμφωνίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών αντισυμφωνηθέντος μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος και της μη επίκλησης από τον ενάγοντα επιπρόσθετης συμφωνίας για καταβολή πλέον του συμφωνηθέντος μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος και χρηματικών ανταλλαγμάτων για δώρα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας συνολικού ύψους 6.621,12 ευρώ, η αγωγή όσον αφορά το κεφάλαιο τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη.
9. Τα δικαστικά έξοδα ενόψει της μερικής νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, κατανεμόμενα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4947/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της εκδίκασης στον ενάγοντα δώρων εορτών, επιδομάτων και αποζημίωσης αδείας.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση καθώς και την από 30.7.2010 αγωγή ως προς το κεφάλαιο τούτο.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 1534/2012, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ως άνω κεφάλαιο της.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο τούτο.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ