Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to consider ownership declarations and improper exercise of possession rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed two specific grounds of appeal against a final eviction order issued by the Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to consider his ownership declarations regarding the property and improperly found he exercised possession rights on behalf of others without proper legal basis. The court agreed that these omissions deprived the lower judgment of a legal foundation, necessitating the annulment of the eviction order and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a final judgment if the lower court fails to consider evidence of ownership or improperly determines the scope of possession rights exercised by a party, thereby depriving the decision of a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 690/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Καραμπά.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. χήρας Δ. Κ., 2) Β. Κ. του Δ., 3)Σ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή 23-1-2009 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 56/2014 μη οριστική, 48/2015 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 28-8-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και πέμπτος κατά το τρίτο μέρος που αφορά την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγοι της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 17-2-2016, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ... /9-11-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...
Α. Μ., τις αντίστοιχες τρεις από 9-11-2015 αποδείξεις παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. ... Υπαστυνόμου Α’ Σ. Δ. και τις αντίστοιχες τρεις από 9-11-2015 βεβαιώσεις του υπαλλήλου των ΕΛΤΑ Χ. Μ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου προς συζήτησή της και κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.
Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2016). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση.
Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 5-10-2016 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά βάσιμος αν, παρά τη βεβαίωση του τελευταίου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, αλλ’ αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες περί του εάν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008).
Η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου, δέχθηκε μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../21-8-1970 προσυμφώνου ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ...
Χρήστου Γκολομπία ο Τ. Ε. του Α. υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους 1. Σ. Α. του Κ., 2. Β. συζ. Σ. Α. και 3. Κ. Α. του Σ.(ενάγοντα) και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην νέα επέκταση του σχεδίου πόλεως του ..., στο ΟΤ ..., επί των δημοτικών οδών ...
και πεζοδρόμου ... αρχικής εκτάσεως 298,04 τ.μ. και ήδη 303,87 τ.μ. μετά την ρυμοτόμηση τμήματός του 0,87 τ.μ. και την προσκύρωση σ’ αυτό οικοπεδικού τμήματος 7,78 τ.μ. με την υπ’ ...1994 πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ’ αριθ. .../1994 απόφαση του Νομάρχη .... Επί του ως άνω οικοπέδου υφίστανται α) διώροφη παλαιά οικία αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 68,45 τ.μ.
και τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο εμβαδού 68,45 τ.μ. (κάθε όροφος έχει τρία δωμάτια, κουζίνα και λουτροκαμπινέ), και β) παράπλευρη ισόγεια παλαιά οικία εμβαδού 14,80 τ.μ. Αμέσως μετά την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου ο πωλητής παραχώρησε τη νομή, κατοχή και χρήση του οικοπέδου και των επ’ αυτού κτισμάτων προς τους προαναφερθέντες αγοραστές.
Ο ενάγων τέλεσε νόμιμο γάμο το έτος 1971 με την Σ. Π. και έκτοτε διαμένει στην οικία του επιδίκου οικοπέδου μαζί με την σύζυγό του και τα δύο τέκνα που απέκτησαν κατά τον γάμο τους, την θυγατέρα τους Β., που γεννήθηκε την 16-8-1974 και τον υιό τους Σ., που γεννήθηκε την 15-8-1975, ασκώντας επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στο κύριο διακατοχικές πράξεις και πράξεις νομής(και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων του ακινήτου, ήτοι των Σ.
Α. του Κ. και Β. συζ. Σ. Α.) και έτσι οι ως άνω από το έτος 1991 κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. .../25-6-2003 συμβολαίου γονικής παροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Σοφίας Λεουσίδου ο πατέρας του ενάγοντος Σ. Α. του Κ., συγκύριος του επιδίκου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου , κατά τα προεκτεθέντα, παραχώρησε και μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του επιδίκου προς τον ενάγοντα και έτσι ο τελευταίος κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου.
Τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο, ούτε από τους εξ αδιαθέτου νομίμους κληρονόμους του, που συνεχίζουν την δίκη. Η Β., συζ. Σ. Α., συγκυρία του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατά τα προεκτεθέντα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. .../3-10-2006 συμβολαίου γονικής παροχής μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου προς τον εναγόμενο.
Η αιτίαση του ενάγοντος ότι η ανωτέρω κατά τον χρόνο συντάξεως του προαναφερθέντος συμβολαίου δεν ήταν συγκυρία του επιδίκου , αφού ήδη από το έτος 1975 είχε παραχωρήσει ατύπως την συννομή της επί του επιδίκου (1/3 εξ αδιαιρέτου) προς αυτόν λόγω δωρεάς και έκτοτε νέμεται και κατέχει το επίδικο και κατά το εν λόγω ποσοστό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και έτσι κατέστη συγκύριος αυτού και κατά το εν λόγω ποσοστό της μητέρας του, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Η προταθείσα από τον ενάγοντα μάρτυρας Ε. Σ., αδελφή των διαδίκων, κατέθεσε , εκτός των άλλων ότι "το 1975 ο ενάγων βάπτισε το παιδί του και του έδωσε το όνομα της μητέρας μου. Τότε στον χώρο της εκκλησίας είπε η μητέρα μου στον αδελφό μου "χάρηκα που έδωσες το όνομα στο παιδί και σου χαρίζω το μοιράδι μου από το σπίτι", πλην όμως τα ως άνω κατατεθέντα υπό της μάρτυρος δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και αναιρούνται από μια σειρά γεγονότων και ειδικότερα α)από την από 16-10-Ι984 δήλωση καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητή του ΟΤΕ(αριθμός τηλ.
συνδέσεως ...) και την από 16-10-1984 απόδειξη εισπράξεως της εφάπαξ εισφοράς της ως άνω τηλεφωνικής συνδέσεως. Την σχετική αίτηση προς τον ΟΤΕ (την 8-3-1978) την είχε υποβάλει ο εναγόμενος (για λογαριασμό της μητέρας του), η σχετική δήλωση καταρτίσεως από τον ΟΤΕ απευθύνθηκε προς αυτόν, ο ίδιος εξόφλησε την εφάπαξ εισφορά, η δε τηλεφωνική σύνδεση εγκαταστάθηκε επί της οδού ... ...
στο ..., ήτοι στο επίδικο(στο ισόγειο, το οποίο μισθωνόταν προς τρίτους-βλ. κατάθεση μάρτυρος Α. Κ.). Αν πράγματι είχε δωρηθεί το έτος 1975 το μερίδιο της μητέρας των διαδίκων προς τον ενάγοντα, κατά λογική αλληλουχία τις ως άνω ενέργειες (δήλωση καταρτίσεως κλπ.) θα πραγματοποιούσε ο ενάγων. Με ενέργειες του τελευταίου αποδεικνύεται ότι εγκαταστάθηκε στο επίδικο άλλη τηλεφωνική σύνδεση (η υπ’ αριθ. ...) η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα.
Β) από την από 5-10-1999 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 που υπέβαλε ο ενάγων προς την Υπηρεσία Κτηματολογίου. Στην δήλωση αυτή ο ενάγων δηλώνει ότι "είναι κύριος, νομέας και κάτοχος οικοπέδου στο ..., στην οδό ... ...... το οικόπεδο με την οικία το κατέχει από αγορά με προσύμφωνο κατά το 1/3 και από γονική παροχή κατά το 1/3 επίσης, συνολικά το κατέχει κατά τα 2/3...".
Η γονική παροχή , στην οποία αναφέρεται ο ενάγων δεν αφορά στο ποσοστό της μητέρας του, το οποίο, κατά τις αιτιάσεις του, του δώρησε ατύπως το έτος 1975, αλλά στο ποσοστό του πατέρα του Σ. Α., ο οποίος δυνάμει του υπ’ αριθ. .../21-12-1995 προσυμφώνου συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Γκολομπία, εις εκτέλεση του οποίου συνετάγη το υπ’ αριθ. .../2003 συμβόλαιο, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, είχε υποσχεθεί και ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει λόγω γονικής παροχής προ τον ενάγοντα το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του(1/3) επί του επιδίκου.
Από την σύνταξη του εν λόγω προσυμφώνου "η νομή, κατοχή και χρήση και εκμετάλλευση του ποσοστού αυτού μεταβιβάσθηκε στον δεχόμενο την παροχή...". Βάσει των προεκτεθέτων ο ενάγων είναι συγκύριος του επιδίκου οικοπέδου κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και όχι αποκλειστικός κύριος, όπως αβασίμως αυτός διατείνεται.
Κατά το υπόλοιπο ποσοστό(1/3 εξ αδιαιρέτου) συγκύριος του επιδίκου κατέστη ο εναγόμενος δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου γονικής παροχής (.../2006). Κατά το εν λόγω ποσοστό ο ανωτέρω εμφαίνεται ως συγκύριος του επιδίκου και στις αρχικές εγγραφές του κτηματολογικού Γραφείου .... Ο Δ. Κ. (εναγόμενος) απεβίωσε την 30-6-2010 άνευ διαθήκης και κληρονομήθηκε από την επιζώσα σύζυγό του Α.
χήρα Δ. Κ., και τα τέκνα του Β. Κ. και Σ. Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του ανωτέρω-στην οποία περιλαμβάνεται και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτού επί του επιδίκου- με την νομίμως μεταγεγραμμένη υπ’ αριθ. .../2010 δήλωση αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Κωνσταντίνου Γκολομπία και έτσι οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του Δ.
Κ. κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 2/24 (2/8X1/3), 3/24 (3/8X1/3) και 3/24 (3/8X1/3) εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως. Βάσει των προεκτεθέτων η αγωγή κατά την κυρία βάση της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και αναγνώρισε τον ενάγοντα αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο του επιδίκου, εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις.
Επομένως ο σχετικός λόγος της εφέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή κατ’ ουσίαν από το παρόν δικαστήριο και ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων να απορριφθεί ως προς την κυρία βάση της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Ενόψει δε του ότι έγινε δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή ως προς την κυρία βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς τις επικουρικές, το παρόν (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κυρία βάση της, είναι υποχρεωμένο να κρατήσει το ίδιο την υπόθεση και να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα των επικουρικών βάσεων οι οποίες επίσης έχουν αχθεί ενώπιον του βάσει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία- εν σχέσει με τις ερευνώμενες επικουρικές βάσεις της αγωγής- αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...30-5-2006 πληρεξουσίου ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Σοφίας Λεουσίδου η Β. συζ. Σ. Α. διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της το Δ.
Κ. (εναγόμενο), προς τον οποίο χορήγησε την ειδική ανέκκλητη εντολή, ισχύουσα για κάθε περίπτωση ακόμη και θανάτου και δικαιοπρακτικής ανικανότητας, εκτός των άλλων, "να συνιστά γονικές παροχές προς οποιοδήποτε από τα παιδιά της και προς τον εαυτό του ακόμη με αυτοσύμβαση". Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. .../3-10-2006 συμβολαίου γονικής παροχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργους Ορεστικού Σοφίας Λεουσίδου, όπως προελέχθη, η Β.
συζ. Σ. Α. παραχώρησε το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου προς τον εναγόμενο. Στο εν λόγω συμβόλαιο ο εναγόμενος Δ. Κ. ενήργησε αφενός μεν ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της Β. συζ. Σ. Α., αφετέρου δε για τον εαυτό του ατομικά. Ο ενάγων διατείνεται ότι η Β. συζ. Σ. Α. κατά τον χρόνο συντάξεως του ως άνω πληρεξουσίου δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς της, καθόσον από το έτος 2005 έπασχε από γεροντική άνοια.
Η αιτίαση αυτή του ενάγοντος όμως ελέγχεται ως αβάσιμη. Η μάρτυρας αποδείξεως (αδελφή των διαδίκων) καταθέτει, εκτός των άλλων, ότι " το 2006 αρρώστησε η μητέρα μου, ήταν 85 χρονών όταν αρρώστησε, έπαθε άνοια, δεν καταλάβαινε τί της γινόταν ...", πλην όμως η κατάθεσή της αυτή δεν ενισχύεται από κάποια έγγραφη ιατρική πιστοποίηση.
Το γεγονός ότι από 1-9-2004 έως 23-9-2004 η ανωτέρω υπεβλήθη σε ηλεκτροθεραπεία, που είναι μορφή φυσικοθεραπείας, κατόπιν γνωματεύσεως του φυσιάτρου Ο. Α. (βλ. ...2007 έγγραφο Κέντρου Αποθεραπείας-Αποκατάστασης και Κοινωνικής Υποστήριξης ΑΜΕΑ ...), δεν συνάπτεται με κάποιας μορφής άνοια, ενώ, από το υπ’ αριθ. 775/2007 πιστοποιητικό του ΓΝ ...
προκύπτει ότι η ανωτέρω νοσηλεύθηκε στο εν λόγω νοσοκομείο από 15-4-2006 μέχρι 19-4-2006 ως πάσχουσα από οξεία χολοκυστίτιδα χολολιθίαση, από 22-5-2006 μέχρι 25-5-2006 ως πάσχουσα από ουρολίμωξη, από 14-4-2007 μέχρι 30-4-2007 ως πάσχουσα από υποκεφαλικό κάταγμα ισχίου και από 21-6-2007 μέχρι 28-6-2007 ως πάσχουσα από εμπύρετο εν αποδρομή-αφυδάτωση-γεροντική άνοια, απεβίωσε δε την 14-7-2007 συνεπεία καρδιακής ανακοπής.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η Β. συζ. Σ. Α. κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της συντάξεως του προαναφερθέντος πληρεξουσίου (30-5-2006) είχε τα συνήθη προβλήματα των υπερηλίκων αλλά δεν έπασχε από γεροντική άνοια, ούτε βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς της (βλ.
και κατάθεση μάρτυρος ανταποδείξεως "τα δύο τελευταία χρόνια που είχαμε την πεθερά μου στο σπίτι μας τα μυαλά της ήταν καλά και καταλάβαινε τα πάντα ..."), ενώ, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται η όλως αόριστη αιτίαση του ενάγοντος ότι η αποβιώσασα μητέρα των διαδίκων, παραπλανήθηκε από τον εναγόμενο".
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο και δεχόμενο αφενός ότι ο αναιρεσείων-ενάγων ασκούσε επί ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου "τις προσιδιάζουσες στον κύριο διακατοχικές πράξεις και πράξεις νομής και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων του ακινήτου, ήτοι του πατέρα και της μητέρας του" και αφετέρου ότι, με αίτηση της μητέρας του που υπέβαλε ο τότε εναγόμενος εγκαταστάθηκε από τον ΟΤΕ τηλεφωνική σύνδεση στο ισόγειο τμήμα του επιδίκου που μισθωνόταν προς τρίτους, χωρίς να αναφέρει τον εκμισθωτή, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου άσκησης και του προσώπου που ασκούσε τις επί του ισογείου του επιδίκου ακινήτου, επιδηλωτικές της νομής, διακατοχικές πράξεις, όπως είναι η εκμίσθωση τούτου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο το σχετικό αναιρετικό έλεγχο και στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά τον βάσιμο περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτο αναιρετικό λόγο κατά το τρίτο μέρος του, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίσταται κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθησαν από το Εφετείο υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αν και προσκομίσθηκαν νομοτύπως με επίκληση από τον αναιρεσείοντα ως αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, οι δηλώσεις του ν. 2308/1995 που υπογράφει ο αναιρεσείων με αριθμούς .../5-10-1999 και .../25-7-2003 (συμπληρωματική), με τις οποίες αυτός δηλώνει για το Εθνικό Κτηματολόγιο ...
ότι απέκτησε πλήρη κυριότητα επί του επιδίκου (2/3 και 1/3 αντίστοιχα) που αφορούν, κατά τον αναιρεσείοντα, τα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστά αρχικά εκείνου και της μητέρας του (πρώτη χρονικά δήλωση) και, μετά την μεταβίβαση του ποσοστού του πατέρα του σ’ εκείνον δυνάμει του υπ’ αριθ. .../2003 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ...
Σοφίας Λεουσίδου, και του ποσοστού του πατέρα του (δεύτερη χρονικά δήλωση) και τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά τον βάσιμο περί τούτου από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 48/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ