Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contract termination claim based on employee's absence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision dismissing the employee's claim for contract termination. The court found that the employee's absence from work for over a year, caused by his criminal detention and subsequent release, constituted a tacit termination of the labor contract under the relevant public service regulations. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for further proceedings with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46 and 54 of Decree-Law 410/1988; A tacit termination of a labor contract may be inferred from an employee's prolonged absence from work, even if not formally declared in writing, provided the absence is attributable to the employee and the employer has been notified of the cause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 690 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 690/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ενιαίας αποκεντρωμένης Μονάδας Κοινωνικής Φροντίδας του Γ' ΠΕ.Σ.Υ.Π. Αττικής, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με την επωνυμία "Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Δυτικής Αθήνας", (Θ.Χ.Π.Δ.Α.), που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Καρανάσιο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γαϊτανάρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 42/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 761/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 13-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 46 στοιχ. δ' του π.δ. 410/1988 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ", η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία, κατά δε το άρθρο 54 παρ. 1-2 του αυτού π.δ., ο απασχολούμενος δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας οποτεδήποτε.
Η καταγγελία γίνεται με έγγραφη δήλωσή του, που υποβάλλεται στην υπηρεσία. Επίσης, κατά το άρθρο 89 του ανωτέρω π.δ., όπου στον Κώδικα αυτό δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, γνωστοποιητέα σε εκείνον που απευθύνεται, γίνεται δε ρητώς ή σιωπηρώς και δεν χρήζει αποδοχής, πλην όμως αποκτά νομική ενέργεια μόνο αφότου εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται λάβει γνώση αυτής ή προσδοκάται από τον ίδιο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα λάβει γνώση αυτής.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο έγγραφος τύπος αναφέρεται στη ρητή από μέρους του εργαζόμενου καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ενώ, καθόσον αφορά τη σιωπηρή από μέρους αυτού καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, που συνάγεται από την αποχή του από την εργασία του και για την οποία από τη φύση της δε νοείται η τήρηση τύπου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το ν. 3514/1920 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή από μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (Ολ.
ΑΠ 32/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 27.12.2001 αγωγή του ζήτησε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16.10.1996 μέχρι 31.12.2001, κατά το οποίο το αναιρεσείον απέκρουσε τις προσφερόμενες υπηρεσίες του. Το τελευταίο αντέταξε, εκτός των άλλων, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταγγείλει σιωπηρώς την εργασιακή του σύμβαση με τη μακροχρόνια αποχή του από την εργασία.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, όντας αποθεραπευμένος χανσενικός, προσελήφθη στις 19-9-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, από το Νοσηλευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Αποκατάστασης Χανσενικών", που αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και του οποίου καθολικό διάδοχο είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, για την παροχή προς αυτό υπηρεσιών πρακτικού νοσοκόμου.
Ο ενάγων άρχισε από τότε να παρέχει τις υπηρεσίες του αυτές, συνεχώς μέχρι τις 12-1-1991, που κρατήθηκε προσωρινά, κατόπιν του ... οικείου εντάλματος του 10ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, ως κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Μετά ένα έτος περίπου, ήτοι στις 16-1-1992 αποφυλακίσθηκε με τον περιοριστικό όρο της εγγυοδοσίας, δυνάμει της 93/1992 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στις 12-2-1992 κατέθεσε την έκθεση αποφυλακίσεως στο ανωτέρω Νοσηλευτικό Ίδρυμα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού στις 14-2-1992, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 191 του Π.Δ. 611/1977 "περί του Υπαλληλικού Κώδικα" εσφαλμένα, γιατί αυτές δεν αφορούν τους υπαλλήλους των ν.π.δ.δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όπως ήταν ο ενάγων, αποφάσισε ότι ο τελευταίος από της προσωρινής κρατήσεώς του είχε τεθεί αυτοδικαίως σε αργία μέχρι να αποφανθεί σχετικά το Υπηρεσιακό Συμβούλιο.
Την απόφαση αυτή γνωστοποίησε στον ενάγοντα στις 17-2-1992. Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο τη 1-4-1992, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ίδιες διατάξεις, γνωμοδότησε ότι ο σχετικός φάκελλος έπρεπε να επιστραφεί στην αρμόδια Υπηρεσία και δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση για τον ενάγοντα. Ο τελευταίος στις 14-9-1993 υπέβαλε προς το Ίδρυμα αυτό την από 13-9-1993 αίτηση, με την οποία, αφού του καθιστούσε γνωστό ότι μετά την αποφυλάκισή του εμφανίσθηκε "επί μακρόν χρονικό διάστημα προς ανάληψη υπηρεσίας, χωρίς όμως να του ανατίθεται εργασία" και ότι μετά τη θέση του σε "διαθεσιμότητα" δεν του έχει κοινοποιηθεί οποιαδήποτε άλλη απόφαση είτε του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ζήτησε να του ανατεθεί εργασία και να του καταβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 189 του Π.Δ. 611/1977, για μεν το πρώτο εξάμηνο του χρονικού διαστήματος, που βρισκόταν σε "διαθεσιμότητα", το 75% του συνόλου του αποδοχών του, για δε το υπόλοιπο διάστημα το 50% του συνόλου των αποδοχών του.
Το Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης την 25-10-1994, απαντώντας σε σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γνωμοδότησε ότι για την περίπτωση του ενάγοντος δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Π.Δ. 611/1977, που αφορούσαν τους μονίμους υπαλλήλους, αλλ' εκείνες του Π.Δ. 410/1988, επισημαίνοντας τη δυνατότητα καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1988 και 672 Α.Κ.
Ο ενάγων στις 16-5-1995 υπέβαλε στο εν λόγω Ίδρυμα το από 12-5-1995 σημείωμα του νευρολόγου - ψυχιάτρου Π. Λ., προκειμένου "να ληφθεί υπόψη για την υπόθεσή του" και στις 23-10-1995 το Δ.Σ. του Ιδρύματος αυτού αποφάσισε "την εκ νέου παραπομπή του θέματος" στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο, απαντώντας, θεώρησε ότι το αίτημα του ενάγοντος για επάνοδο στην υπηρεσία ήταν στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως.
Ο ενάγων στις 15-10-1966 υπέβαλε προς αυτό και νέα αίτηση με την ίδια ημερομηνία, με την οποία ζήτησε την επαναφορά του στην υπηρεσία, αφού προηγουμένως κατέθεσε την 2104/1996 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ατιμώρητος, ως τοξικομανής, για τις ως άνω παραβάσεις του Νόμου περί ναρκωτικών.
Μετά και την αίτηση αυτή, το εν λόγω Ίδρυμα απέστειλε προς το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας το 1151/13-11-1996 έγγραφο, με το οποίο ζήτησε απ' αυτό να μεριμνήσει για την έκδοση γνωμοδότησης από τη νομική υπηρεσία του για το αν μπορούσε να επαναφέρει ή όχι τον ενάγοντα στην εργασία του, την δε ενέργειά του αυτή γνωστοποίησε αυθημερόν στον ενάγοντα.
Από τότε όμως, ούτε το ανωτέρω Ίδρυμα, ούτε το διάδοχο αυτού εναγόμενο έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση στον ενάγοντα, παρά τις σχετικές προφορικές οχλήσεις του. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η ένσταση του εναγομένου περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ένεκα γενόμενης από μέρους του τελευταίου σιωπηρής καταγγελίας αυτής, που συνάγεται από την πέραν του έτους αποχή του από την εργασία του, τόσο από της προσωρινής κρατήσεώς του (12-1-1991), όσο και από της αποφυλακίσεώς του (15-1-1992), είναι αβάσιμη, διότι η εν λόγω καταγγελία δεν έγινε εγγράφως.
Κατόπιν των ανωτέρω και των άλλων επί των λοιπών ενστάσεων του αναιρεσείοντος παραδοχών του, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφενός διότι η σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, μη υποκείμενη σε τύπο, δεν αποκλείεται από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 46 και 54 του π.δ. 410/1988 και αφετέρου διότι, υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η αποχή του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα και μάλιστα της αιτίας που την προκάλεσε, του γεγονότος ότι οφειλόταν σε υπαιτιότητά του - στην προσωρινή κράτηση αυτού για την εμπλοκή του σε σοβαρές αξιόποινες πράξεις, τις οποίες δέχθηκε το Δικαστήριο ότι τέλεσε, παρότι τον έκρινε ατιμώρητο - της χρονικής διάρκειας αυτής και της γνωστοποιήσεως της αιτίας της στο Ίδρυμα μετά πάροδο ενός και πλέον έτους, που συνεκτιμώνται, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, μπορεί να θεωρηθεί κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του αναιρεσείοντος να λύσει την εργασιακή του σύμβαση, ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως αυτής από μέρους του.
Επομένως, ο πρώτος υπό το στοιχείο β' λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης έτσι της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 761/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ