Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision rejecting land ownership claim via adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Patras Court of Appeal's final decision rejecting the adverse possession claim. The State argued the property belonged to a mentally ill minor, barring adverse possession, but failed to cite specific legal provisions or detail the factual basis for this legal characterization in its appeal. Consequently, the Court found the appeal inadmissible for vagueness and unfounded due to the absence of these required elements in the appellate decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1054 and 1055 of the Civil Code; The claim of ownership through adverse possession is barred for property belonging to persons under guardianship, but an appeal challenging such a decision must specify the violated legal rule and the factual premises supporting it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 68 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δελδήμο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 280/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την κρινόμενη από 2-11-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 280/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της αριθμ. 679/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση εσφαλμένων κτηματολογικών εγγραφών. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 και 1055 Α.Κ., προκύπτει ότι, για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1055 του Α.Κ. εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική αντίληψη ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις.
Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία των προσώπων, που τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση, από τον κίνδυνο να χάσουν την κυριότητά τους στα πράγματα που τους ανήκουν, συνεπεία χρησικτησίας από τρίτο, επιτυγχάνεται δε η προστασία αυτή με την αναστολή της ενάρξεως και συνεχίσεως της χρησικτησίας ενόσω διαρκούν οι καταστάσεις αυτές (Ολ.Α.Π. 7/2004, A.Π.1018/2014, Α.Π. 20/2008).
Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και, αν ο σχετικός ισχυρισμός αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 και 1055 Α.Κ.
όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί εξαιρέσεως των ανωτέρω πραγμάτων από τη χρησικτησία προτείνεται κατ' ένσταση και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 8/2024, Α.Π.1018/2014, Α.Π.20/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π.142/2013).
Συνεπώς, και στην περίπτωση που για να κριθεί από τον Άρειο Πάγο ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου απαιτείται να υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας κάποια πρόταση, τότε για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει να έχει υποβληθεί νομίμως η πρόταση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (Α.Π.20/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο που έκρινε βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1055 Α.Κ., διότι δέχθηκε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της τελευταίας εικοσαετής νομή του επιδίκου, από το έτος 1981 μέχρι τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών (2004) παρά το γεγονός ότι το επίδικο ανήκε στον Α.
Δ. , ο οποίος απεβίωσε το έτος 1965, και η σύζυγός του Α. Δ. το έτος 1971, οπότε και περιήλθε κατά τον νόμο κατά πλήρη κυριότητα στην πάσχουσα από σχιζοφρένεια που απέκλειε κάθε δικαιοπρακτική της ικανότητα, μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο τους θυγατέρα τους Β. Δ., νοσηλευόμενη και τελούσα υπό δικαστική απαγόρευση, μέχρι του θανάτου της, το έτος 2001, στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Τρίπολης, και, συνεπώς, το επίδικο ακίνητο ως ανήκον σε πρόσωπο υπό δικαστική συμπαράσταση εξαιρείτο μέχρι το έτος 2001 της έκτακτης χρησικτησίας.
Όπως, όμως, εκτίθεται στο αναιρετήριο, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το γεγονός που συνιστά την προϋπόθεση εφαρμογής του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ότι, δηλαδή, το επίδικο ακίνητο, εξαιρούνταν από τη χρησικτησία κατά το πιο πάνω διάστημα, λόγω του ότι ανήκε σε πρόσωπο που τελούσε υπό δικαστική συμπαράσταση, δεν προτάθηκε από το εναγόμενο - αναιρεσείον με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ούτε και ως λόγος εφέσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός, κατά τα προεκτεθέντα προτείνεται κατ' ένσταση, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε και εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και, επομένως, ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Α.Π. 376/2022), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (A.Π. 376/2022, Α.Π. 1040/2010, Α.Π. 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομμένου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Α.Π. 376/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εκ του πλαγίου παραβάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ενώ δέχθηκε αρχικά ότι το επίδικο ανήκε κατά πλήρη κυριότητα στον αποβιώσαντα, το έτος 1965, Α.
Δ., έχοντας ως νόμιμους και μοναδικούς κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. και την πάσχουσα από σχιζοφρένεια κόρη του Β. και, στη συνέχεια, ότι η Α. Δ. μεταβίβασε αυτό άτυπα στην ενάγουσα εντελώς αντιφατικά και με ασαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τελευταία απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ως ασκούσα επ' αυτού, με διάνοια κυρίας, πράξεις νομής από το έτος 1981, παραβλέποντας ότι από τα αναφερόμενα στη προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το επίδικο ουδέποτε περιήλθε στην πλήρη κυριότητα της συζύγου του Α.
Δ., ώστε να δύναται να το μεταβιβάσει έστω και άτυπα, αλλά, αντίθετα, είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στην πάσχουσα από σχιζοφρένεια κόρη του Β. Δ. κατά ποσοστό 3/4 από την κληρονομιά του πατέρα της το έτος 1965 και κατά ποσοστό 1/4 από την κληρονομιά της μητέρας της το έτος 1971, κατά της οποίας δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα από τρίτο με χρησικτησία.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και μάλιστα ενάριθμα ορισμένο άρθρο συγκεκριμένου νόμου (Ολ.Α.Π. 18/2005), καθώς επίσης τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του Εφετείου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν περιέχονται οι ως άνω παραδοχές ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στην πάσχουσα από σχιζοφρένεια κόρη Β. Δ. κατά ποσοστό 3/4 από την κληρονομιά το πατέρα της το έτος 1965 και κατά ποσοστό 1/4 από την κληρονομιά της μητέρας της το έτος 1971. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 280/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-11-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 280/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ