Legislator Case Law & Legislation
68/2017 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against state compensation award, correcting lawyer fee calculation from 2% to 1%.

Case Number 68/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court decision regarding compensation for expropriation. The State argued for a specific fee structure, but the Court found the lower court incorrectly applied a 2% rate to opposing parties' lawyers instead of the statutory 1%. Consequently, the Court set aside the decision regarding these specific fees while keeping the rest of the case pending.

Legislator headnote

AI generated

Art. 18 para. 4 lit. c of Law 2882/2011; The State is liable for legal fees of opposing parties at a rate of 1% of the awarded compensation, not 2%.

Keywords

AI generated
expropriation compensation legal fees calculation state liability appeal procedure lawyer remuneration

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 18 para. 4 lit. c of Law 2882/2011
Art. 580 para. 3 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 2 lit. b of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 68 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 68/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Β., 2) Α. Τ. του Χ., 3) Π. Χ. του Β., κατοίκων ..., 4) Δήμου ... (Δ.Δ. ...), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ν. Λ. του Π., 6) Χ. Θ. του Ε., 7) Α. Λ. χας Ξ., κατοίκων ..., 8) Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., 9) Θ. Τ. του Χ., 10) Μ. Τ. του Β., κατοίκων ..., 11) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 12) Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... ..., εκ των οποίων ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βώττη, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αριθμ. εκθ. καταθ. ...2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 185/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με τις ανταιτήσεις ορισμένων εκ των ήδη αναιρεσιβλήτων και την κύρια παρέμβαση του ήδη 12ου αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 232/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και ο 4ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012), "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19.

Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας.

Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί" (βλ.

και άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 146 του ν. 4070/2012, η νέα αυτή παράγραφος 4 του άρθρου 22 ν. 2882/2001 εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι αναιρεσίβλητοι, εκτός από τον τέταρτο Δήμο .... Από τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ.

Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, με αριθμούς .../2-9-2016, .../2-9-2016, .../5-8-2016, .../3-6-2016 και .../30-5-2016, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους πρώτο, δεύτερο από αυτούς και στους πληρεξούσιους δικηγόρους 1) Ά.

Λ., 2) Π. Τ. και 3) Κ. Β. που είχαν εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, κατά τη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, τους πέμπτο, έκτο και ενδέκατο (ο 1ος), όγδοο έως και δέκατο (η 2η) και 12ο (ο 3ος) των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 22 παρ. 4 εδάφ. γ’ ν. 2882/2001). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, ενώ, ως προς τους τρίτο (Π.

Β. Χ.) και έβδομη (Α. χήρα Ξ. Λ.), που δεν κλητεύθηκαν, όπως το ίδιο το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση αναφέρει στις παρούσες, από 8-11-2016, προτάσεις του (στην 4η σελίδα τους), η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όπως είναι η παρούσα, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως χωρεί νόμιμα ως προς όσους έχουν κλητευθεί, δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της σκέψης αυτής (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015).

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 327/2013).

Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).

Επίσης, και η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής για την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου που προβλέπεται στο άρθρο 15 του ν. 2882/2001, εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν οι αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, και δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου (ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1329/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη 232/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε 1) τη ...17-7-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των Θ. Τ. κ.λπ. (συνολικά 11 προσώπων), 2) τις από 9-11-2012 και 13-3-2013 ανταιτήσεις που άσκησαν με τις προτάσεις τους ορισμένοι από τους αναιρεσιβλήτους και 3) την από 20-3-2013 παρέμβαση του Κ.

Α. Τ. (ήδη 12ου αναιρεσιβλήτου) που άσκησε προφορικά στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και με τις έγγραφες, από 20-3-2013, προτάσεις του (άρθρ. 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. 1064396/ 5039/0010/28-7-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 829/19-09-2006, τεύχος Δ, κηρύχτηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για κατασκευή της Εγνατίας Οδού στο τμήμα ... (1, 2, 3) στις θέσεις...

έκτασης συνολικού εμβαδού 20.176 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ... Ν. Ιωαννίνων. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από 23-07-2004 και με αριθμούς σχεδίων ... ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ... Α.Ε., τα οποία έχει συντάξει ο πολιτικός μηχανικός Β.

Κ. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της … του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. την 23-07-2004. Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα με αριθμ ..., στα οποία προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι καθών η αίτηση και οι εξ αυτών ανταιτούντες, καθώς και ο κυρίως παρεμβαίνων, που προαναφέρθηκαν. Η ανωτέρω έκταση κείται στην ευρύτερη περιοχή ..., δεξιά και αριστερά της Εγνατίας οδού, επάνω από τις σήραγγες.

Η περιοχή, που βρίσκονται οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, απέχει 20 περίπου χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα. Τα ακίνητα αυτά είναι ποτιστικοί αγροί, που καλλιεργούνται κυρίως με τριφύλλι και καλαμπόκι. Δηλαδή η περιοχή έχει καθαρά αγροτικό χαρακτήρα και καθόλου αξιοποιήσιμη εμπορικά και οικοδομικά.

Συνεπώς πρόκειται για περιοχή, τα ακίνητα της οποίας προορίζονται για αγροτική εκμετάλλευση και γι’ αυτό έχουν αγροτική αξία. Ο μάρτυρας του αιτούντος Δημοσίου Ι. Κ., Εφοριακός στη ..., προσδιορίζει την αξία των ακινήτων μεταξύ των 0,30 έως 0,35 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι μάρτυρες των καθών η αίτηση - ανταιτούντων προσδιορίζουν την αξία των μεν με ...

ακινήτων στο ποσό των 20 ευρώ το τ.μ., της δε με ΑΚΠ 4 ιδιοκτησίας στα 30 ευρώ το τ.μ.. Η Εκτιμητική Επιτροπή, με την έκθεσή της, προσδιορίζει την αξία των με ΑΚΠ 2, 3,4, 5, 7, 8, 8α στα 0,54 ευρώ το τ.μ., της δε ιδιοκτησίας με ΑΚΠ 9 στα 0,30 ευρώ το τ.μ.. Εκ μέρους των διαδίκων γίνεται επίκληση διαφόρων συγκριτικών στοιχείων.

Τα στοιχεία όμως αυτά, ως επί το πλείστον, είναι απρόσφορα, διότι τα ακίνητα που αφορούν βρίσκονται σε διαφορετικές τοποθεσίες. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την... 185/2012 απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας στο ποσό των 5,50 ευρώ το τ.μ.. Περαιτέρω προέκυψε ότι σε κάθε μία από τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 8 και 8α υπάρχει μια παλιά αποθήκη πέτρινη, συνολικού όγκου 87 τ.μ. (5 Χ 7 Χ 2,5), αξίας κάθε μίας 3.016 ευρώ κατ’ αποκοπή κατά την Εκτιμητική Επιτροπή.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας στο ποσό των 5.000 ευρώ κατ’ αποκοπή για κάθε μία. Ο μάρτυρας των καθών προσδιορίζει την αξία των παραπάνω επικειμένων στο ποσό των 10.000 ευρώ. Τέλος προέκυψε ότι στα ανωτέρω απαλλοτριούμενα ακίνητα υπάρχουν καρυδιές και δρυς, ο αριθμός των οποίων είναι αυτός που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα.

Η Εκτιμητική Επιτροπή στη σχετική έκθεσή της προσδιορίζει την αξία τους ως εξής: 1) καρυδιές μεγάλες 300 ευρώ το τεμάχιο, 2) δρυς μεγάλες 60 ευρώ το τεμάχιο και 3) καρυδιές μικρές 20 ευρώ το τεμάχιο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προδιαληφθείσα απόφασή του, προσδιόρισε την προσωρινή τιμή αυτών ως εξής: 1) καρυδιές μεγάλες 300 ευρώ το τεμάχιο, 2) δρυς μεγάλες 200 ευρώ το τεμάχιο και 3) καρυδιές μικρές 125 ευρώ το τεμάχιο.

Ο μάρτυρας των καθών προσδιορίζει την αξία τους σε μεγαλύτερα ποσά ακόμη και από εκείνα που καθόρισε το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως προσωρινή τιμή. Ενόψει των προεκτεθέντων το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξαιτίας αυτής, στα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά, στα οποία πρέπει να καθοριστεί η οριστική αποζημίωσή τους:

Για το έδαφος στο ποσό των έξι (6) ευρώ ανά τ.μ.. Για τα επικείμενα η οριστική αποζημίωση πρέπει να οριστεί 1) Για κάθε αποθήκη (ΑΚΠ 8 και 8α) πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ κατ’ αποκοπή, 2) για τις μεγάλες καρυδιές 350 ευρώ το τεμάχιο, 3) για τις μεγάλες δρυς 200 ευρώ το τεμάχιο και 4) για τις μικρές καρυδιές 120 ευρώ το τεμάχιο.

Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες... Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 07-12-2011, μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (20-03-2013) παρήλθε έτος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων των απαλλοτριωθέντων), οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή έλαβαν αλλά δεν άσκησαν ανταίτηση, η αποζημίωση πρέπει να καθοριστεί στο ποσό που καθορίσθηκε προσωρινά με την προαναφερόμενη απόφαση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αίτηση, τις ανταιτήσεις και την παρέμβαση, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα στα παραπάνω ποσά. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθώς και εκείνες που αναγράφονται στο αναιρετήριο, οι οποίες αναφέρονται στα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωμένων, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα εδαφικά τμήματα (και τα επικείμενα) των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων στα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τη θέση των απαλλοτριωμένων, τη φύση τους ως αρδευόμενων αγρών, τον τρόπο εκμετάλλευσής τους με την καλλιέργειά τους, κυρίως, με τριφύλλι και καλαμπόκι, την από 14-12-2007 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής και την 185/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ενώ έλαβε μεν υπόψη του διάφορα "συγκριτικά" στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι, πλην όμως έκρινε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αυτά είναι απρόσφορα, διότι τα ακίνητα που αφορούν βρίσκονται σε διαφορετικές τοποθεσίες.

Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των (συν)απαλλοτριωμένων επικειμένων τους, που προσδιόρισε, από εκείνη που αναφέρεται στην έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, χωρίς να είναι υποχρεωτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η κρίση αυτής.

Εξάλλου, η ίδια απόφαση δεν πάσχει από ανεπάρκεια αιτιολογίας, επειδή δεν αναφέρεται σ’ αυτή, ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων, ποία είναι η αξία, κατά τον κρίσιμο χρόνο, παρακείμενων και ομοειδών με αυτά ακινήτων, καθόσον τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ.

τελευταίο του ν. 2882/2001 κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια, εκτός του ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε στο Εφετείο την αξία των εν λόγω ακινήτων.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα, όπως και ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, κατά τις περιλαμβανόμενες σ’ αυτόν αιτιάσεις για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο 1) ενώ δέχεται ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα χρησιμοποιούνται για γεωργική μόνο εκμετάλλευση, δεν αναφέρει ποία είναι η πρόσοδός τους, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή επηρεάζει την πραγματική τους αξία και 2) αν και στην απόφαση γίνεται, αόριστα, μνεία για τις "οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα", τις οποίες και έλαβε υπόψη του για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων, δεν προσδιορίζει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τις συνθήκες αυτές, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωμένων, το οποίο, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς και, συνακόλουθα, το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφιο τελευταίο, του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/18-4-2013 (και εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί, για τις οποίες, όμως, δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης), σύμφωνα με την οποία "το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου", δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον η ένδικη ...17-7-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης συζητήθηκε στο Εφετείο στις 20-3-2013, δηλαδή πριν αρχίσει να ισχύει ο νόμος 4146/2013.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του προαναφερόμενου ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο Ιωαννίνων (20-3-2013), η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το τρίτο εδάφιο του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ’ των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, κατά την έναρξη της ισχύος του, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ/Α’ /10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 844/2015). Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20.

Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ίδιου νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 107 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, πριν καταργηθεί από το νόμο 4194/27-9-2013.

Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα απαραίτητα έξοδα που έγιναν για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (άρθρ. 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου δικαιούχου σε ποσοστό επί της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά και, συγκεκριμένα, α) 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο, β) 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης ή παρέμβασης που ασκήθηκαν με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθ’ ου (ΑΠ Ολομ. 14/2011, ΑΠ 844/2015, ΑΠ 1747/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 και 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. του ν.δ. 3026/1954 συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης, κύριας παρέμβασης ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, σε σχέση με το κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης που αφορά τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στους αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην απόφαση αυτή την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, με το να καθορίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης-αναιρεσιβλήτων, για τη σύνταξη των ανταιτήσεων και παρεμβάσεών τους με τις προτάσεις, σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ενώ έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη και την τροποποιημένη διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 18 ν. 2882/2001, να καθορίσει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων επί της εν λόγω αποζημίωσης σε ποσοστό 1%, αφού υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το ίδιο.

Το Εφετείο, πράγματι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσείον "...στα εν γένει δικαστικά έξοδα των καθών η αίτηση - ανταιτούντων και παρεμβάντος και συγκεκριμένα στην αμοιβή για την παράσταση του δικηγόρου τους μετά των εξόδων, την οποία ορίζει στο ποσό των 350 ευρώ συνολικά για κάθε ομάδα εκπροσωπουμένων και στην αμοιβή του δικηγόρου τους για τη σύνταξη των ανταιτήσεων και παρεμβάσεως, την οποία ορίζει σε ποσοστό 2% επί της δικαιουμένης για τον καθένα αποζημιώσεως".

Κρίνοντας, όμως, έτσι, ήτοι με το να υπολογίσει την αμοιβή που επιδικάστηκε στους πληρεξούσιους δικηγόρους των δικαιούχων της αποζημίωσης -αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 2% επί της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, αντί ποσοστού 1%, για όσους άσκησαν ανταιτήσεις ή παρέμβαση με τις προτάσεις κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης, δηλαδή τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, όγδοο έως και δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε, ευθέως, τις πιο πάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις και, ειδικά, την τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδάφ.

γ’ του ν. 2882/2011, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθόσον υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και, ειδικότερα, μόνο κατά το κεφάλαιο της αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων των προαναφερόμενων ανταιτούντων και παρεμβάντος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδάφ. α’ ΚΠολΔ) και να καθοριστεί η αμοιβή την πληρεξούσιων δικηγόρων των καθ’ ων -ανταιτούντων και παρεμβάντος (δικαιούχων της αποζημίωσης), ήδη τέταρτου, πέμπτου, έκτου και όγδοου έως και δωδέκατου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, στο εν λόγω νόμιμο ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β’ ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14 Ιουλίου 2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης … 21-7-2014 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 232/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τους τρίτο (Π. Β. Χ.) και έβδομη (Α. χήρα Ξ. Λ.) των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την απόφαση αυτή κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, κεφάλαιο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό.

Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των καθ’ ων - ανταιτούντων και παρεμβάντος, ήδη τέταρτου, πέμπτου, έκτου και όγδοου έως και δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων, σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων της προκείμενης αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ