Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and costs allocation as non-reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding the sale of shares in a company. The appellants argued that the lower court failed to consider prior written notices and declarations submitted by other parties. The court ruled that the lower court's decision on costs allocation is non-reviewable on appeal and that the evidence cited did not constitute 'things' under the relevant procedural law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; The court's decision on the allocation of litigation costs is non-reviewable on appeal, and evidence not constituting 'things' under Article 559(8)(b) cannot be considered for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 68 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., έως και , 20. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως μοναδικού νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποθανόντος Κ. Κ., 21. Λ…, Ζ.. του Μ.. κατοίκου …, έως και 24. εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΠΑΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στα ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, 25.
Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., έως και 45. Α. Γ. θυγ. του Ι. του Β., ως μοναδικής νόμιμης εξ αδιαθέτου κληρονόμου (τέκνο) του αποθανόντος Ι. Γ., κατοίκου ..., 46. Α. Π. του Ι., κατοίκου ...,έως και 51. Ρ. Π. κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποθανόντος Ν. Π. του Α., 52. Β. Ε. του Α., κατοίκου ..., έως και , 60. α. Κ., χήρας Κ.
Σ., β. Ε. θυγ Κ. Σ. και γ. Ι. θυγ Κ. Σ. με την ιδιότητά τους ως μοναδικών νομίμων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποθανόντος Κ. Σ., κατοίκων ..., 61. Β. Μ. του Δ. κατοίκου ..., 62. α.Α. Β. κατοίκου ... και β. Α. Α., κατοίκου ..., ως νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσης Ε. Δ. με ποσοστά κληρονομικής μερίδας 1/6 έκαστος εξ αυτών, 63.
Α. Β. του Β., κατοίκου ..., 64.Ι. Κ. του Γ. κατοίκου ..., 65 Σ. Β. του Γ. κατοίκου ..., 66. Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 67.Φ. Α. του Ι. κατοίκου ..., 68. Ν. Γ. του Β., κατοίκου ... και 69. α) Κ. Γ. του Α., β) Κ. Γ. συζύγου Ν. Κ. και γ) Φ. Γ. ως μοναδικών νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων (τέκνα και επιζώσα σύζυγος αντιστοίχως) του αποθανόντος Α. Γ., κατοίκων ....
Οι 2, 5, 6, 7, 10, 18, 20, 21, 22, 24, 25, 31, 33, 34, 36, 38, 39,40,41,42,43,44,48,49,53,59,62α. 63, 67, 68 και 69 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι 46ος και 50η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Των αναιρεσιβλήτων : 1.ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΟΥ ΚΟΝΣΕΠΤ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΝ (ΟΝΕΡΤ Α.Ε.", που εδρεύει στην … που εκπροσωπείται νόμιμα, 2.ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΞΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Α.ΚΕ..Τ.Ε.", που εδρεύει στην .., , νομίμως εκπροσωπουμένης, 3. Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας "ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΛΑΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β' αναιρεσίβλητης στην παρούσα εταιρίας, 4. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... Αντιπροέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας "ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", 5.Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ... 6. Γ. Σ. του Λ., κατοίκου ... Πρόεδρο και Δ/ντα Συμβούλου της α' αναιρεσίβλητης εταιρίας, 7. Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας και 8. Δ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., Αντιπροέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας α' αναιρεσίβλητης εταιρίας.
Οι μεν 1η, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 7ος, και 8ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ο δε 6ος Γεώργιος Σταματάκης παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-2003, 3-12-2003 και 10-12-2004 αγωγές, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6175/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9166/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-12-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 8-3-2013 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με αριθμούς .../23-7-2013, .../23-7-2013, .../23-7-2013, ...'/23-7-2013, ...'/23-7-2013, .../23-7-2013, .../23-7-2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Αθηνών … στις οποίες έχει επισυναφθεί και η με αριθμό 279/2013 βεβαίωση αναβολής του γραμματέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι Α. Τ., Ε. Π., Δ. Θ., Γ. Κ., ΑΕ με την επωνυμία"ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΝΩΝ. ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ",ΑΕ με την επωνυμία "ΝΙΟΥ ΚΟΝΣΕΠΤ-ΑΝΩΝ.ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και Δ. Μ., έχουν αντίστοιχα κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πλην όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, αυτοί δεν παρέστησαν όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως οι απολειπόμενοι διάδικοι πρέπει να δικασθούν ερήμην, θα ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ].
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 96 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση στα πρακτικά ή στην έκθεση και μπορεί να αφορά ορισμένες ή ό- λες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, η έλλειψη δε αυτής καθώς και η υπέρβαση της εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Συνεπώς, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση στο ακροατήριο διότι ο δικηγόρος, που ως πληρεξούσιός του, έδωσε την παραγγελία επιδόσεως στον αναιρεσίβλητο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τη πράξη ορισμού δικασίμου [συνοδευόμενη από τη σχετική βεβαίωση για τη νέα δικάσιμο σε περίπτωση αναβολής],δεν αποδεικνύει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων παρά το γεγονός ότι φέρεται ότι εκπροσωπείται, θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία επιμελήθηκε τη συζήτηση.
Συνεπώς στη περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔικ, με την οποία ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Το ίδιο δε ισχύει και στη περίπτωση που ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση δεν παρέστη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της παρούσας συζήτησης προκύπτει ότι οι με στοιχ.60β,60γ και 62β αναιρεσείοντες ήτοι οι Ε. Σ., Ι. Σ. και Α. Α., αντίστοιχα, παρέστησαν κατά τη συζήτηση δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Αντωνίας Τσίκα χωρίς όμως να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς αυτήν.
Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι δεν παρέστησαν τριάντα ένας [31] αναιρεσείοντες, που επέσπευσαν τη συζήτηση, ήτοι οι με στοιχεία 2, 5, 6, 7, 10, 18, 20, 21, 22, 24, 25, 31, 33, 34, 36, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 48, 49, 53, 59, 62α 63, 67, 68 και 69,για τους οποίους επίσης δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας προς την πιο πάνω δικηγόρο, με παραγγελία της οποίας, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες εκθέσεις επίδοσης, έγιναν οι κλήσεις προς τους αναιρεσίβλητους.
Ενόψει αυτών, και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει οι κλήσεις να κηρυχθούν άκυρες και συνακόλουθα να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς. Οι λοιποί αναιρεσείοντες, από τους οποίους οι μεν 46ος και 50η παρέστησαν μετά της πιο πάνω πληρεξούσιας δικηγόρου, ενώ οι υπόλοιποι εκπροσωπούνται από αυτήν και για τους οποίους αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας παρίστανται νομότυπα.
Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσείοντες συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139 /2013 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις όπως είναι η παρούσα.
3.Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 9166/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε στην ουσία τους, μετά από συνεκδίκαση, τις με αριθμούς κατάθεσης 2529/2006 και 6109/2006 εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 6175/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει, ύστερα από συνεκδίκαση, τις με ριθ.καταθ.171836 /10913 /2003, 181320/11433/2003 και 174655/10913/2003 αγωγές των αναιρεσειόντων, στην ουσία τους κατά την κύρια βάση αυτών [ενδοσυμβατικής ευθύνης] και μόνον κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ενώ τόσο ως προς τη παραπάνω εναγόμενη όσο και ως προς τους λοιπούς, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που στηρίζονταν στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553,556,558,564, 566 παρ.1Κ ΠολΔικ] πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ ].
4.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών . Εξάλλου, τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. ορίζουν : το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Με τη προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.[ΑΠ 1603/2008].Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με τη βάση των αγωγών των αναιρεσειόντων που στηρίζονταν στην ενδοσυμβατική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα: " .....
Στην προκείμενη περίπτωση καθόσον αφορά τον επικαλούμενο από τους ενάγοντες όρο περί υποχρέωσης της α' εναγομένης επαναγοράς των πωληθεισών στους ενάγοντες μετοχών που συμπεριλαμβάνεται ως πανομοιότυπος όρος, κατά το πλείστο και στα υπογραφέντα μεταξύ της α' εναγομένης και των περισσότερων εναγόντων, ιδιωτικά συμφωνητικά [βλ προσαγόμενα],όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα της συμπεριλαμβανόμενης σ' αυτά εγγράφου συμφωνίας, αλλά ερμηνευομένης και κατά τους κανόνες του άρθρου 200,πρόκειται περί δικαιώματος των εναγόντων επαναπωλήσεως των αγορασθεισών μετοχών, εφ' όσον δηλαδή το επιθυμούν, που ασκείται με μονομερή δήλωση προς την εναγομένη, η εκτέλεση της οποίας [επαναγοράς] σύμφωνα με όσα προεξετέθηκαν περί του συμφώνου εξωνήσεως, πραγματοποιείται με μόνη την άσκηση του δια πλαστικού αυτού δικαιώματος της εξωτερικεύσεως της δηλώσεως προς την εναγομένη.
Επομένως, τούτο δεν αναιρείται, από το γεγονός ότι, με τις συμβάσεις αυτές, παρεσχέθηκε και δικαίωμα στην εναγόμενη έγγραφης πρόσκλησης προς τους ενάγοντες όπως ασκήσουν το δικαίωμά τους σε συμφωνημένο χρόνο και πριν την πάροδο της προθεσμίας επαναγοράς και στη περίπτωση που αρνηθούν ή δεν προσέλθουν, απαλλασομένης, από την υποχρέωση επαναγοράς, πριν την πάροδο της συμφωνημένης προθεσμίας προς άρση της εκκρεμότητας αυτής, ενωρίτερον του συμφωνηθέντος χρόνου .Αντιστοίχως δηλαδή προς τα δικαιώματα των εναγόντων, τέθηκαν συμβατικώς και αντίστοιχα δικαιώματα για την εναγομένη όπως αφενός εκφραζομένης της βουλήσεως των εναγόντων περί μεταπωλήσεως των τίτλων να παρατείνει άπαξ την υποχρέωση της εκπλήρωσης της παροχής της (καταβολής προσυμφωνημένου τιμήματος) κατά το προκαθορισμένο διάστημα 3 ή 6 μη νών και αφετέρου το δικαίωμα να επισπεύσει κατά τα παραπάνω, την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων)καλώντας αυτούς οποτεδήποτε πριν του οριζομένου χρόνου (30-12-02 ή 30-3 -03 κατά περίπτωση) να εκφράσουν (ενωρίτερα) τη βούληση τους .Σε πλείστα δε των ιδιωτικών συμφωνητικών αναφέρεται ρητώς περί "δικαιώματος" της α' εναγομένης [και όχι υποχρέωσης] [βλ.
προσαγόμενα].Η προθεσμία δε αυτή συμφωνήθηκε ως ακραίο χρονικό όριο, µετά το πέρας του οποίου η εναγοµένη ,ως πολυµετοχική εταιρεία, θα έπρεπε να προβεί σε οικονομικό προγραμματισμό χωρίς την παραπάνω εκκρεμότητα. Οι ενάγοντες όμως, οι οποίοι δεν ήταν άπειροι σε θέματα αγοραπωλησίας µμετοχών και χρηματιστηριακά γιατί πολλοί εξ αυτών ήταν και παλαιοί μέτοχοι της εταιρείας, παρά τα συμφωνηθέντα, δεν άσκησαν το διαπλαστικό τους δικαίωµα για τη µεταπώληση των µετοχών εντός της παραπάνω προθεσµίας ...
Εξάλλου ... οι ενάγοντες δεν ενδιαφέρθηκαν µέσα στις προθεσµίες να µεταπωλήσουν τις µετοχές τους γιατί γνώριζαν ότι, παρά την αναβολή της εισαγωγής της εταιρείας στο Χρηµατιστήριο ,ήταν μέτοχοι σε µία εταιρεία ακινήτων όπως η εναγομένη µε πολύ μεγάλα περιουσιακά στοιχεία και πάρα πολύ καλές προοπτικές ,προσδοκούσαν δε στην υπεραξία της ακίνητης περιουσίας της.
Συγκεκριμένα όπως διευκρινίζεται η πρώτη εναγομένη από το έτος 1994 ανήκε σε 18.350 µετόχους, µικρής καθ' έκαστον συµµετοχής, χωρίς κανείς να διαθέτει πακέτο πλειοψηφίας µετοχών, ενώ η δεύτερη εναγοµένη ανήκε σε 4.227 µετόχους (οι ενάγοντες κατέχουν ποσοστό περίπου μετοχών πέντε στους χίλιους). Στην από 14-6-2001 τακτική γενική συνέλευση της δεύτερης εναγομένης απεφασίσθη η υπαγωγή της στις διατάξεις ν.2778/1999 "περί εταιριών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία"που προέβλεπε την εισαγωγή στο Χρηματιστήριο κατόπιν εγκρίσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και κατέθεσε στην τελευταία το σχετικό φάκελο.
Η εταιρεία πληρούσε τα αντικειμενικά κριτήρια εισαγωγής (ύψος ονοµαστικού καταβεβληµένου µετοχικού κεφαλαίου -10 δισ. δρχ.- το οποίο αυξήθηκε µεταγενεστέρως σε 12 δισ. δρχ. αποτιµηµένη αξία των επενδύσεών της σε ακίνητα κατά πολύ µεγαλύτερη του 80% του κεφαλαίου-20,4 δισ. δρχ.).Η διοίκησή της προχώρησε µε την έγκριση της γενικής συνέλευσης στη λήψη όλων των απαραίτητων µέτρω για την υλοποίηση της απόφασης,ώσπου όµως το έτος 2002 ανεστάλη αναγκαστικά η διαδικασία εισαγωγής της λόγω των αρνητικών εξελίξεων στη χρηµατιστηριακή αγορά και όχι από υπαιτιότητα των οργάνων της ή επειδή δεν πληρούσε τους όρους εισαγωγής.
Συνεπώς ο ισχυρισµός των εκκαλούντων ότι εφ' όσον, ουδέποτε δήλωσαν ότι επιθυμούν την επαναπώληση των μετοχών τους και ουδέποτε προσκλήθηκαν προς τούτο από την εναγόμενη, με την πάροδο της προθεσμίας επήλθε συντέλεση της πράξης της επαναπώλησης των τίτλων και κατέστη ως εκ τούτου υπερήμερη η εναγόμενη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού όπως προαναφέρεται η συντέλεση αυτής εξαρτάτο από την μονομερή δήλωση των εναγόντων περί τούτου, προς την εναγόμενη και όχι από την υποχρέωση της εναγομένης να απευθύνει στους, ενάγοντες πρόσκληση ως ορθώς κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση.
•Συνακόλουθα, δεν δημιουργείται ενδοσυμβατική ευθύνη της α' εναγόμενης, περί αποζημιώσεως των εναγόντων (επιστροφή καταβληθέντος τμήματος, διαφυγόντα κέρδη από το υψηλότερο τίμημα επαναπώλησης" 5.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχαν απορριφθεί στην ουσία τους οι αγωγές αυτών κατά την περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης βάση τους.
Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 341,361 και 565 ΑΚ αφού ούτε παρέλειψε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ούτε προέβη σε κακή εφαρμογή των νομικών εννοιών στις οποίες στηρίζονται, επί πλέον δε ρητά αναφέρεται ότι προσέφυγε στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ, για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων.
Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ,[παρεκτός του ότι ο τέταρτος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως (αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι μεταξύ των πιο πάνω διαδίκων καταρτίσθηκαν συμφωνητικά εξώνησης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά επαναγοράς των πωληθέντων μετοχών),είναι αβάσιμοι.
6.Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού, που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.2 ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή το με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001,επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση τον χρόνο έναρξης της ισχύος του ν.2943/2001 από 1-1-2002 και προσδιοριστικό κριτήριο, την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης,[η οποία στην ερευνώμενη περίπτωση έλαβε χώραν στη δικάσιμο της 16-2-2005],σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.2915/2001.Εξ άλλου με την παραπάνω διάταξη ορίζεται ότι "ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη και του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση".
Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για το επιτρεπτό της εκτίμησης των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών στοιχείων από το δικαστήριο της ουσίας, αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, και, επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος,(που δεν παρέστη κατά τη λήψη της),λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.
Στην κρινόμενη υπόθεση,όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη,[όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο]ως αποδεικτικό μέσο, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες με αριθμούς 28/2005,57/2005 και 1566/2005 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν με επιμέλεια αυτών για την πρωτόδικη δίκη, διότι αυτές συντάχθηκαν στις 25-1-2005, ημέρα Τρίτη ενώ η πρώτη εναγομένη κλητεύθηκε στις 21-1-2005 ημέρα Παρασκευή για να παραστεί κατά τη λήψη αυτών ενώπιον των Ειρηνοδικείων Γρεβενών, Βόλου και Αθηνών αντίστοιχα [βλ την .../21-1-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή …, και ως εκ τούτου μεταξύ της κλήσης της πρώτης εναγομένης και της λήψης αυτών, δεν μεσολάβησαν δύο εργάσιμες ημέρες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς δεν έλαβε υπόψη του τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αφού ήταν νομικώς ανυπόστατες ως αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι δεν έγινε μετά εμπρόθεσμη, πριν δύο εργάσιμες ημέρες, κλήτευση της αντιδίκου τους, καθόσον, το Σάββατο δεν προσμετράται στις εργάσιμες ημέρες.[άρθρο 1 παρ.1,10 και 12 της από 29-12-1980 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το ν.1157/1981,ΑΠ 320/2012,ΑΠ 868/11].
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα και με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.11γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, σχετικά με την επικουρική αιτιολογία του Εφετείου για την μη λήψη υπόψη των επίμαχων ενόρκων βεβαιώσεων και συγκεκριμένα επειδή η πρώτη εναγομένη δεν ήταν δυνατόν να παραστεί την ίδια ημέρα και ώρα ενώπιον τριών διαφορετικών Ειρηνοδικείων, προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι, ως εκ τούτου , αβάσιμος. 7.
Επειδή, το άρθρο 559 αριθ.8β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγμα" επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον οικείο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [ΟλΑΠ 11/ 1996, ΑΠ 120/2008 ].Στη προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησής τους πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια της περ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τη βάση των αγωγών τους από αδικοπραξία [απάτη], που κατά τον σχετικό ισχυρισμό τους τελέσθηκε σε βάρος τους από τους αναιρεσίβλητους, με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης περιστατικά, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ισχυρίζονται επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της και τον ουσιώδη ισχυρισμό τους περί υπερημερίας της πρώτης αναιρεσίβλητης-οφειλέτιδος στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς αυτούς. Ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω μέρος του προβάλλεται απαραδέκτως, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διότι υπό τα εκτιθέμενα από τους αναιρεσείοντες, η βάση αυτή των αγωγών τους αλλά και ο ισχυρισμός τους περί υπερημερίας της πρώτης εναγόμενης, ερευνήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στα πλαίσια σχετικών λόγων έφεσης και απορρίφθηκαν, οι μεν αγωγές τους που στηρίζονταν στις διατάξεις περί αδικοπραξίας ως μη νόμιμες, ο δε ισχυρισμός τους περί υπερημερίας της πρώτης εναγόμενης στην ουσία του.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια της περ.11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα επειδή δεν έλαβε υπόψη του την από 27-6-2007 επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που απορρίφθηκαν οι αγωγές τους ως μη νόμιμες, ενώ αν ήθελε εκτιμηθεί ότι αφορά και την κύρια βάση της αγωγής που ερευνήθηκε στην ουσία της, διότι δεν αναφέρεται αν έγινε επίκληση νομότυπα του εγγράφου [επιστολής] στο ουσιαστικό δικαστήριο. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.ΠολΔικ.
δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι διάδικοι, ιδίως δε η αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο (Α.Π.287/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) και αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέ λειες ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλούνται τα εξής:
Ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες δεν δήλωσαν στην πρώτη εναγομένη ότι επιθυμούν την επαναπώληση των μετοχών τους, δεν έλαβε υπόψη: α) την από 1-10-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του Ν. Β. κατά του Α. Τ., υπό την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "New Concept Α.Ε." (πρώην SoE Α.Ε.), και κατά του Δ.
Θ., αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω εταιρίας, β) την από 22-8-2003 έγγραφη επιστολή του Σ. Π. κατά του Α. Κ., αντιπροσώπου-εκπροσώπου της εταιρείας "New Concept Α.Ε.", την οποία έστειλε με fax την ίδια ημέρα προς τον Α. Κ. και γ) την από 10-4-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση του Χ. Μ. προς την εταιρεία "New Concept Α.Ε.".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά μεν το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.) διότι, κατά τα προεκτεθέντα, τα αποδεικτικά με σα, όπως εν προκειμένω τα έγγραφα, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κατά δε το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ .Πολ.Δ.) διότι οι αναιρεσείοντες για τη νόμιμη θεμελίωσή του δεν ισχυρίζονται ότι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του εφετείου τα πιο πάνω έγγραφα. 8.Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ.
το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδι κά την κρίση του,που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη,ούτε απαιτείται να γίνεται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός με βάση τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ.2 ν.2915/2001 (Α.Π. 947/ 2012), και η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, που κατά τα προεκτεθέντα συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 16-2-2005.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο οι αναιρεσείοντες ,αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 περ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 179 ΚΠολΔ, 20παρ.1, 25 παρ.1,93 παρ.3 του Συντάγματος και εκείνων της ΕΣΔΑ και με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε το λόγο της εφέσεώς τους με τον οποίο παραπονούνταν για τον μη συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο μέρη του διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η κρίση του δικαστηρίου για επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη του παριστάμενου αναιρεσίβλητου,[άρθρο 176 ΚΠολΔικ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες με στοιχεία 2, 5, 6, 7, 10, 18, 20, 21, 22, 24, 25, 31, 33, 34, 36, 38, 39, 40,41, 42, 43, 44, 48, 49, 53, 59, 60β, 60γ, 62α 62β, 63, 67, 68 και 69, και χωρίζει την υπόθεση ως προς τους λοιπούς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ αυτούς στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ