Legislator Case Law & Legislation
68/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination, ruling lower court applied good faith principles correctly.

Case Number 68/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease termination dispute. The appellant argued that the landlord's conduct created a reasonable belief that the lease would continue, thereby preventing termination. The court found the lower court's reasoning sound, stating that the landlord's actions did not justify the tenant's belief that the right to terminate was waived. Consequently, the court upheld the lower court's application of good faith principles and rejected the appeal in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against a co-defendant not affected by the alleged error, and the lower court's application of good faith principles in lease termination disputes is subject to strict review.

Keywords

AI generated
lease termination good faith principles reasonable belief appeal admissibility contract law civil procedure tenant rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 68 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι. Κ. Ε.Π.Ε.", με έδρα τα ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατσαμπάνη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ" όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΤROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ A.E.Γ.Α.", κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, βάσει δηλώσεως κατ' αρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε τις αγωγές των διαδίκων εξέδωσε την αποφάση 2811/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1375/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/10/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 1/11/2010 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση αυτής. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά αντιδίκου του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτήν πλημμέλεια και ως προς τον οποίο, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ακόμη και αν ευδοκιμήσει ο λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων απευθύνει την αίτηση αναίρεσης και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία Metrolife ΑΕΓΑ, η οποία ήταν αντίδικος της κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητη στην έφεση που είχε ασκήσει, επειδή η αγωγή του είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και η οποία έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή του εναντίον της ως μη νόμιμη. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της αναίρεσης προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτό αιτίαση για τη διάταξη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως η αναίρεση καθόσον στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας στη θέση της οποίας παραδεκτώς υπεισήλθε η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ" κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεώς της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Στην τελευταία αυτή περίπτωση της κακής εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων, παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή θέληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (ΑΠ 337/2006, ΑΠ 709/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 17-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως, ο ενάγων-εναγόμενος Ι. Τ. εκμίσθωσε στην εναγομένη-ενάγουσα εταιρία ένα οίκημα εμβαδού 300 τ.μ. με τον προαύλιο χώρο του εμβαδού 600 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Μεγάρων Αττικής, στη θέση "Στάθη Ρέμα", προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία ως κατάστημα ζωοτροφών και πτηνοτροφών..

Η μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και το χρησιμοποιούσε έκτοτε ανενόχλητα. Στις 23-9-2002, ημέρα Δευτέρα και περί ώρα 00.30, εκδηλώθηκε στο μίσθιο πυρκαγιά, η κατάσβεση της οποίας έγινε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Ελευσίνας, μετά από ειδοποίηση του ιδιοκτήτη της επιχειρήσεως "Lykos Security", στην οποία η μισθώτρια είχε αναθέσει τη φύλαξη της επιχειρήσεως της και η οποία είχε εγκαταστήσει στο κατάστημα σύστημα συναγερμού με ανιχνευτές κίνησης, ο οποίος ενεργοποιήθηκε αμέσως.

Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε στον εσωτερικό χώρο του κτιρίου, η οποία επεκτάθηκε καταστρέφοντας μέρος των εμπορευμάτων και επιπλέον υπέστη ζημίες το κτίριο στην εξ οπλισμένου σκυροδέματος πλάκα της οροφής, αλλά περιορίστηκε η καταστροφή λόγω της επεμβάσεως της πυροσβεστικής υπηρεσίας. Η εν λόγω πυρκαγιά, με βάση τη διενεργηθείσα προανάκριση, οφείλεται σε εμπρησμό από πρόθεση, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση των δραστών με αποτέλεσμα ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, ..., να θέσει την υπόθεση στο αρχείο αγνώστων δραστών.

Ενόψει αυτών, η πρόκληση της πυρκαγιάς οφείλεται σε αιτία μη καταλογιστή στη μισθώτρια. Ο ενάγων εκμισθωτής, για να θεμελιώσει ευθύνη της τελευταίας να αποκαταστήσει τις επελθούσες στο μίσθιο ζημίες εξαιτίας της πυρκαγιάς, επικαλέστηκε, μεταξύ των άλλων, παράβαση της συμβατικής της υποχρεώσεως να λάβει τα αναγκαία μέτρα πυροπροστασίας και πυρασφάλειας του κτιρίου, ώστε να προληφθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς.

Όμως, στο προαναφερόμενο από 17-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, δεν περιέχεται σχετικός όρος και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση η μισθώτρια, αφού δεν συμφωνήθηκε, να λάβει τα αναγκαία μέτρα πυροπροστασίας, ούτε εξάλλου το μίσθιο θα χρησιμοποιείτο για χρήση, που από τη φύση της εγκυμονούσε κινδύνους, αφού τα υλικά που εμπορευόταν δεν ήταν εύφλεκτα, ώστε να έχει υποχρέωση εκ του νόμου ή με βάση τις αρχές της καλής πίστεως να λάβει τέτοια προληπτικά μέτρα.

Αναφορικά με την ευθύνη για την αποκατάσταση των βλαβών του μισθίου ακινήτου, με τους όρους 6° και 8° του μισθωτηρίου, που προαναφέρθηκαν, προβλέπονται αντιστοίχως τα ακόλουθα: "Για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης ο εκμισθωτής δεν έχει καμία υποχρέωση συντήρησης ή επισκευής ζημιών και βλαβών του μισθίου, για την αποκατάσταση των οποίων αποκλειστική υποχρέωση έχει ο μισθωτής" και "ο μισθωτής υποχρεούται να κάνει καλή χρήση του μισθίου διατηρώντας το καθαρό και ευπρεπές, διαφορετικά ευθύνεται με αποζημίωση για τις φθορές και τις βλάβες που προξενήθηκαν σ' αυτό".

Η ασάφεια που δημιουργείται εξ αυτών ως προς την έκταση της ευθύνης της μισθώτριας για επισκευές πρέπει να αρθεί με ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενόψει και των λοιπών διατάξεων του άνω συμφωνητικού.

Συνεπώς, η εν λόγω σύμβαση χρήζει ερμηνείας ως προς το εάν οι συμβαλλόμενοι, κατά την αληθή βούληση τους, θέλησαν να αποκλείσουν την ευθύνη του εκμισθωτή για ελαττώματα που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της μισθώσεως και οφείλονται σε γεγονότα τυχηρά ή βίας. Η αληθής βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, όπως προκύπτει από τους ως άνω όρους του μισθωτηρίου, ερμηνευόμενους όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ήταν ότι ο εκμισθωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση επισκευών του μισθίου, για να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση κατά τη διάρκεια της μισθώσεως, για ζημίες προερχόμενες από τη χρήση του μισθίου και όχι για ζημίες προερχόμενες από γεγονότα ανεξάρτητα από τη χρήση, δηλαδή γεγονότα τυχηρά ή ανώτερης βίας και συνεπώς ο εκμισθωτής υποχρεούται να επισκευάσει τις ζημίες του μισθίου που προκλήθηκαν από την πυρκαγιά και να το καταστήσει κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση.

Αν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν τον αποκλεισμό της ευθύνης του εκμισθωτή για τα τυχηρά, ενόψει του ότι ένας τέτοιος όρος είναι ιδιαίτερα επαχθής για τη μισθώτρια, θα το είχαν συνομολογήσει ρητά. Το γεγονός ότι η μισθώτρια συνήψε σύμβαση ασφαλίσεως, δυνάμει της οποίας ασφάλισε την επιχείρηση της κατά του κινδύνου πυρός, δεν αναιρεί τα παραπάνω, διότι δεν ανέλαβε συμβατική δέσμευση να διατηρεί το μίσθιο ασφαλισμένο κατά παντός κινδύνου.

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, ο εκμισθωτής είχε υποχρέωση να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο μίσθιο από την πυρκαγιά, ώστε αυτό να είναι κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, πλην όμως, παρόλο που ο εκπρόσωπος της μισθώτριας του ζήτησε επανειλημμένως να επισκευάσει το μίσθιο, αυτός αρνήθηκε και ενόψει της στάσεως του αυτής, από την οποία προκύπτει ότι θα ήταν άσκοπη η θέση προθεσμίας προς επισκευή, η μισθώτρια με την ένδικη αγωγή της, η οποία επιδόθηκε στον εκμισθωτή στις 7-4-2005, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως, λόγω παρακωλύσεώς της στη χρήση του μισθίου.

Επομένως, η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και επέφερε αμέσως τα αποτελέσματα της, δηλαδή τη λύση της μισθώσεως για το μέλλον". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονιόταν για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της αγωγής του για επιδίκαση αποζημίωσης από τις βλάβες του μισθίου, και την παραδοχή εν μέρει της αγωγής της αναιρεσίβλητης μισθώτριας ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας της μίσθωσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 585 ΑΚ (καταγγελία της μίσθωσης για μη παραχώρηση της χρήσης του μισθίου) και τους ερμηνευτικούς κανόνες του άρθρου 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους προσέφυγε για να διαπιστώσει τη βούληση των διαδίκων κατά τη σύναψη της συμβάσεως της μίσθωσης σχετικά με το εάν η συμφωνημένη έλλειψη ευθύνης του εκμισθωτή για την αποκατάσταση των ζημιών και βλαβών του μισθίου, που οφείλονται στη συνηθισμένη χρήση, εκτείνεται και σε αυτές που προκαλούνται από τυχηρά ή ανώτερη βία καταλήγοντας σε αρνητικό συμπέρασμα για τις τελευταίες ζημίες και βλάβες του μισθίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προτείνεται η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με την απόρριψη του λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονιόταν για την απόρριψη της ένστασης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της μίσθωσης λόγω της μη αποκατάστασης των φθορών του μισθίου από την πυρκαγιά εκ μέρους του. "Η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι η ενάγουσα μισθώτρια επί ικανό χρόνο δεν άσκησε τα δικαιώματα της, αλλά αντιθέτως με τη συνεχή χρήση του μισθίου και την εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων, καθώς και του γεγονότος ότι εισέπραξε από την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία αποζημίωση ύψους 110.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας της εκ της καταστροφής των εμπορευμάτων της επιχειρήσεως της, του δημιούργησε την πεποίθηση ότι πρόκειται να εξακολουθήσει να επιθυμεί τη διατήρηση της μισθωτικής σχέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν δικαιολογούν το σχηματισμό πεποιθήσεως του εναγομένου περί μη ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της ενάγουσας και ως εκ τούτου η αγώγιμη αξίωση της τελευταίας για τη λύση της συμβάσεως δεν αντίκειται και μάλιστα προφανώς, στα αντικειμενικά όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για τους λόγους που δεν δικαιολογούν τη δημιουργία στον εναγόμενο εκμισθωτή πεποίθησης ότι η μισθώτρια με τη συνεχή χρήση του μισθίου και μετά την πυρκαγιά και την εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων καθώς και την είσπραξη από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "METROLIFE ΑΕΓΑ" της αποζημίωσης 110.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας της εκ της καταστροφής των εμπορευμάτων της επιχειρήσεώς της, πρόκειται να εξακολουθήσει να επιθυμεί τη διατήρηση της μισθωτικής σχέσεως, διότι τα περιστατικά αυτά από μόνα τους δεν δικαιολογούν τον σχηματισμό πεποιθήσεως του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) περί μη ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και ως εκ τούτου η αγώγιμη αξίωση της τελευταίας για λύση της συμβάσεως δεν αντίκειται και μάλιστα προφανώς στα αντικειμενικά όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντος ως αβάσιμη την περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ένσταση του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της μη εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ στην άσκηση δικαιώματος της καταγγελίας της μίσθωσης από τη μισθώτρια αναιρεσίβλητη λόγω μη παραχώρησης της μίσθωσης του μισθίου (συνέχιση ανεμπόδιστα της συμφωνημένης χρήσης του μισθίου ακινήτου).

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριμ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης είναι απορριπτέοςως αβάσιμος.

Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα και της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2007 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1375/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς αμφότερες τις αναιρεσίβλητες. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ