Supreme Court quashes lower court decision for contradictory reasoning and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision due to contradictory reasoning regarding the admissibility of the appeal. The lower court initially declared the first-instance judgment void but later rejected the appeal based on the same void judgment, creating a logical impossibility. Consequently, the case was remanded to the same court with a different panel for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3)-(4) of the Code of Civil Procedure; A lower court decision must be logically consistent, and if it contains contradictory findings that prevent effective appellate review, it must be quashed and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 68 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 68/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 610/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 866/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 6327/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι διάδικοι με τις από 4-4-2005 και 12-5-2005 αντίστοιχες αιτήσεις τους. Εκδόθηκαν οι 1052/2007 και 1051/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, εκ των οποίων η τελευταία αναίρεσε την 6327/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 17/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-3-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας διάβασε την από 15-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 17/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός της υπέρβασης δικαιοδοσίας και της παράβασης των διατάξεων, σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Οι αποφάσεις της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα, που έλυσαν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα ή επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η από το Ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωση δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 καθορίστηκε στο ποσό του 1.500.000 δραχμών. Εξ' άλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970, (περί εφαρμογής των διατάξεων του Α.Ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λ.π.) ορίσθηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως" αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".
Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των ως άνω αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ. και των ως άνω Τραπεζών, Επιχειρήσεων και Οργανισμών ή Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογουμένους, στην περίπτωση δε των Τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων κοινωφελών επιχειρήσεων, το κόστος των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." προκύπτει ότι για να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α.) και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε., στο πλαίσιο εξυγίανσης των εταιρειών αυτών που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα και στους χειριστές και ιπταμένους μηχανικούς της Ο.Α.
που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ και το ΤΕΑΠΑΕ καθώς και αυξημένη αποζημίωση του Ν. 2112/1920 προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο, που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία.
Ειδικότερα με την παράγραφο 4 του προμνησθέντος άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 ορίζεται ότι το προβλεπόμενο ποσό αποζημιώσεως στους αποχωρούντες με το νόμο αυτό καταβάλλεται "χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο από το χαρακτηρισμό της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, ως επιχειρήσεως κοινής ωφελείας".
Εκ τούτων παρέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967, ως έκτοτε ως ανωτέρω τροποποιήθηκαν και συνεπληρώθηκαν με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 613/1970 δεν έχουν εφαρμογή επί του ύψους της κατά τις διατάξεις του Ν. 2271/1994 και δη των παρ. 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρ.2 αυτού οριζόμενης αποζημίωσης των ως ανωτέρω και κατά τις προϋποθέσεις αυτού οικειοθελώς αποχωρούντων εκ της υπηρεσίας τους στην αναιρεσείουσα, στα πλαίσια του σχεδιασμού της εξυγίανσης αυτής που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 Α.Κ., όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν (μεταξύ άλλων) έχει αιτιολογίες αντιφατικές. Αντίφαση δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικά η ορθότητα του δικανικού συλλογισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων, με την από 3-4-1997 αγωγή του εξέθετε ότι το έτος 1968 προσελήφθη από την εναγομένη ως ιπτάμενος μηχανικός και εργάσθηκε σ' αυτήν μέχρι την 31-12-1996, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του. Ότι προηγουμένως και συγκεκριμένα την 5-1-1995, δηλαδή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2271|1994, είχε υποβάλει στην εναγομένη αίτηση εθελουσίας αποχώρησης, καθόσον συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου.
Όμως η εναγομένη, παράνομα, δεν δέχθηκε την αίτησή του αυτή και συνέχισε να τον απασχολεί μέχρι την 16-12-1996 διαπιστωτική πράξη της, με την οποία του δήλωσε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς του, λόγω συμπληρώσεως του 60ου έτους της ηλικίας του και του κατέβαλε ως αποζημίωση όχι το ποσό, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του Ν. 2271|1994, αλλά μειωμένη, εφαρμόζοντας τις κοινές διατάξεις του ν. 2112|1920 και α.ν. 173|1967.
Ζητούσε, στη συνέχεια, να του καταβληθεί η πλήρης αποζημίωση, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, άλλως λόγω παράβασης της αρχής της ισότητας, άλλως, λόγω αδικοπραξίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 168|1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, ως προς την κύρια βάση της και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 8.093.856 δραχμών.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 610|2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η εναγομένη άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 866|2003 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, για τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
λόγο της, καθόσον κρίθηκε ότι δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις του Ν. 2271|1994, αφού ο ενάγων απεχώρησε από εναγομένη, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας και όχι οικειοθελώς, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του νόμου αυτού. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 6327|2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή, κατά την εκ της αδικοπραξίας επικουρική βάση αυτής και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 4.403 ευρώ, ήτοι μειωμένο, σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το ν. 2271|1994, καθόσον έγινε δεκτό ότι έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2112|1920 σε συνδυασμό με αυτές του α.ν. 173|1967 και ν.δ. 618|1970.
Μετά από άσκηση αναίρεσης εκ μέρους του ενάγοντα κατά της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε από το δικαστήριο τούτο η 1051|2007 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αυτή, για τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 λόγο της, καθόσον κρίθηκε ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, έγινε εσφαλμένος υπολογισμός του ύψους της καταβλητέας στον ενάγοντα αποζημιώσεως, αφού έπρεπε να εφαρμοσθούν και στην προκειμένη περίπτωση (της επιδικάσεως δηλαδή της αιτούμενης αποζημιώσεως, κατά της εκ της αδικοπραξίας διατάξεις) οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 2271|1994 και όχι αυτές του α.ν.173|1967, ν.δ. 618|1970 και ν. 1876|1990, αναπέμφθηκε δε η υπόθεση στο Εφετείο, προκειμένου να εκδικασθεί εκ νέου η υπόθεση, κατά το μέρος που κρίθηκε αναιρετέα η απόφαση, ήτοι ως προς το ύψος του υπολογισμού της αιτούμενης από τον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε (μεταξύ άλλων), τα εξής: Ότι ο ενάγων, ο οποίος προσλήφθηκε το 1996 από την εναγομένη, ως ιπτάμενος μηχανικός αεροσκαφών, αν και είχε υποβάλει εμπρόθεσμα αίτηση οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία του, καθόσον συγκέντρωνε τις προς τούτο προϋποθέσεις του άρθρου 2271|1994, η εναγομένη δεν έκανε δεκτή την αίτησή του αυτή και συνέχισε να τον απασχολεί μέχρι την 16-12-1996, οπότε του επέδωσε διαπιστωτική πράξη, με την οποία του δήλωνε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησής του, λόγω συμπληρώσεως του 60ου έτους της ηλικίας του και του κατέβαλε την κατά το ν. 2112|1920 και α.ν. 173|1967 αποζημίωση, εκ δραχ. 23.855.578 και όχι αυτή, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 2721|1994.
Ότι η ενέργεια αυτή των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, έγινε δε με πρόθεση να παραμείνει ο ενάγων στην υπηρεσία και να αποχωρήσει με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, μολονότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις οικειοθελούς αποχώρησής του, κατά το ν. 2721|1994, είχε δε αυτός (ενάγων) συμπληρώσει μεγαλύτερο αριθμό ημερών ασφαλίσεως από άλλους συναδέλφους του, των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις οικειοθελούς αποχώρησης, με συνέπεια να του καταβληθεί εκ μέρους τη ενάγουσας μειωμένη αποζημίωση, κατά το ποσό των 8.093.856 δραχμών ή των 23.639,68 ευρώ, κατά το οποίο ενάγων ζημιώθηκε.
Στη συνέχεια, όμως, το Εφετείο και ενώ αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η πρωτόδικη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί (ως εκ περισσού, βεβαίως, αφού ήδη είχε αυτή εξαφανισθεί, κατά τα άνω, με προηγούμενη απόφασή του), διότι " κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, έκανε την αγωγή δεκτή ως προς την κύρια βάση της", στη συνέχεια και ενώ προσδιορίζει το ύψος της καταβλητέας στον ενάγοντα αποζημιώσεως, στο ως άνω ποσό των 8.093.856 δραχ.
ή 23.639,68 ευρώ, εξαιτίας "της, κατά τα άνω, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης", αναφέρει στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του ότι "...συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα, για την εκτιθέμενη παραπάνω αιτία, αποζημίωση ποσού 8.093.856 δραχ., ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντίθετα από την εκκαλούσα με την έφεση υποστηριζόμενα και τους προσθέτους λόγους της, είναι κατ' ουσίαν βάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η έφεση...". Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την ως άνω απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Με βάση, όμως, αυτά το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, εξαιτίας των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της, ως προς τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που εφήρμοσε, καθόσον δεν προκύπτει σαφώς ποια, τελικά, πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ήτοι αν δέχθηκε ή όχι ως βάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, συνακόλουθα, την κύρια βάση της αγωγής, τα οποία στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, αφού μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, η πρωτοβάθμια απόφαση ήδη είχε εξαφανισθεί, για μη ορθή εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα, γιατί έκανε δεκτή την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της.
Και, περαιτέρω, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση, είναι εξαφανιστέα, στη συνέχεια, όπως αναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση κατ' αυτής, δεχόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο "ορθά εφήρμοσε το νόμο".
Συνεπώς κατά παραδοχή του λόγου τούτου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 17|2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα απαρτισθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ