Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal lacks substantive review due to missing arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the appeal was procedurally flawed. The appellants failed to substantiate their claim that the respondent had refiled a counterclaim in the appellate proceedings, which was necessary for the court to examine the underlying dispute. Consequently, the court found no grounds for substantive review and ordered the appellants to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate the claim that the respondent refiled a counterclaim in the appellate proceedings, thereby precluding substantive review of the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 689 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 689/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Δ. χήρας Λ., το γένος Ε. Μ. και Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νέστωρα, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Δ. του Λ., 3) Μ. Δ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. χήρας Ο. Δ., κατοίκου ..., 2) Γ. Δ. του Ο. και της Ε., κατοίκου ..., 3) Ν. Δ. του Ο. και της Ε., κατοίκου ..., 4) Η. Δ. του Ο. και της Ε., κατοίκου ..., 5) Δ. Τ. του Κ. και της Ε., κατοίκου ..., 6) Β. Τ. του Κ. και της Ε., κατοίκου ..., 7) Δ. Σ. συζ. Β., το γένος Γ. και Μ. Δ., κατοίκου ..., 8) Μ. Δ. του Σ. και της Μ., κατοίκου ..., 9) Γ. Δ. του Σ. και της Μ., κατοίκου ..., 10) Ι. Π. του Σ. και της Σ. συζ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 11) Μ. Π. του Σ. και της Σ. συζ. Χ. Σ., κατοίκου ..., 12) Β. Π. του Σ. και της Σ. συζ. Γ. Π., κατοίκου ..., 13) Α. Δ. του Ζ. και της Λ., κατοίκου ..., 14) Μ. Δ. του Ζ. και της Λ., συζύγου Χ. Μ., κατοίκου ..., 15) Ε. Π. του Σ. και της Σ. συζ. Π. Π., κατοίκου ..., 16) Γ. Δ. του Ζ. και της Λ., κατοίκου ..., 17) Μ. Δ. του Ζ. και της Λ., κατοίκου ..., 18) Μ. Δ. χήρας Σ., το γένος Θ. και Ε. Α., κατοίκου ..., 19) Λ. Δ. χήρας Ζ., το γένος Α. και Μ. Φ., κατοίκου ..., 20) Σ. Π. 21) Ν. Τ., κατοίκου ..., 22) Σ. Τ. του Ν. και της Σ., κατοίκου ..., 23) Σ. Τ. του Ν. και της Σ., κατοίκου .... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 7, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 5 και 6 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα-Μαρία Νικολοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Οι αρχικώς ενάγοντες Ο. Δ. του Γ., Δ. συζ Κ. Τ. το γένος Γ. και Μ. Δ., Δ. συζ. Β. Σ. το γένος Γ. και Μ. Δ., Σ. Δ. του Γ., Λ. χήρα Ζ. Δ. το γένος Α. και Μ. Φ. (για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Γ. Δ. του Ζ. και Μ. Δ. του Ζ.), Α. Δ. του Ζ. και Μ. Δ. του Ζ., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30-3-1995 αγωγή τους.
Οι Σ. Π., Ν. Τ. (ενεργών ατομικά αλλά και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας του Σ. Τ.), Σ. Τ., Ι. Π. συζ. Ι. Κ., Μ. Π. συζ. Χ. Σ., Β. Π. συζ. Γ. Π. και Ε. Π., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 25-9-2003 πρόσθετη παρέμβαση.
Επί των ως άνω αγωγής και πρόσθετης παρέμβασης, καθώς και επί της, με τις κατατεθείσες, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από 19-4-2006, προτάσεις, ασκηθείσα ανταγωγή του Λ. Γ. Δ., εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2008 εν μέρει μη οριστική, 1555/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 719/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 1 αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση του για αναίρεση.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομιάς και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομιά, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομιάς, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας αυτοί καθίστανται κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Στον αντίδικο τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται, να αμφισβητήσει την ιδιότητα τούτων ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο. (ΑΠ 401/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14-12-2021 αίτησή τους, οι αναιρεσείοντες, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 23-07-2021, μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εναγομένου - αντενάγοντος - εφεσιβλήτου, Λ. Δ. και δη η πρώτη ως σύζυγος και οι δεύτερος και τρίτη ως τέκνα του, ζητούν την αναίρεση της 719/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι αρχικοί ενάγοντες: 1.Ο. Δ. του Γ., 2. Δ. συζ. Κ./νου Τ., το γένος Γ. Δ., 3. Δ. συζ. Β. Σ., το γένος Γ. Δ., 4.Σ. Δ. του Γ., 5. Λ. χήρα Ζ. Δ., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων της Γ. Δ. και Μ. Δ., 6. Α. Δ. του Ζ. και 7.Μ. Δ. του Ζ., άσκησαν εναντίον του Λ. Δ. του Γ., την από 30-03-1995 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-5-1971 ιδιόγραφης διαθήκης του Ν.
Δ. του Σ. Με την από 25-09-2003 πρόσθετη παρέμβαση, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες 1. Σ. Π., 2. Ν. Τ. ενεργών ατομικά και για λογαριασμό της τότε ανηλίκου θυγατέρας του Σ. Τ., 3.Σ. Τ., 4.Ι. Π., 5.Μ. Π., 6.Β. Π. και 7.Ε. Π., επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον ζήτησαν την παραδοχή της αγωγής. Μετά από διαδοχικές αναβολές και ματαιώσεις και δυνάμει της από 13-10-2003 κλήσης των εναγόντων ορίστηκε ως ημερομηνία συζήτησης της ανωτέρω κύριας αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης η 24-05-2006.
Ενόψει της συζήτησης, ο εναγόμενος, Λ. Δ., με τις από 19-04-2006 έγγραφες προτάσεις του, άσκησε ανταγωγή, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα και της από 03-04-1971 προγενέστερης διαθήκης του Ν. Δ. Κατά τη δικάσιμο της 24-05-2006 η συζήτηση της αγωγής, της πρόσθετης παρέμβασης και της με τις από 19-04-2006 προτάσεις του εναγομένου ασκηθείσας ανταγωγής ματαιώθηκε.
Στη συνέχεια με την υπ αρ. καταθ. 4583/2006 κλήση των εναγόντων και την υπ αρ. καταθ. 4585/2006 κλήση των προσθέτως παρεμβαινόντων, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση η ανωτέρω αγωγή, η πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα και ορίστηκε νέα ημερομηνία συζήτησης η 25-05-2007. Κατά τη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε την παραπάνω δικάσιμο, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ.
αρ. 843/2008 εν μέρει οριστική απόφαση με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη και να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Κατόπιν και μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η υπ αρ. 1555/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία, αφού επαναλήφθηκε η βιαίως διακοπείσα δίκη ως προς τον τέταρτο ενάγοντα Σ.
Δ. του Γ., που απεβίωσε την 20-6-2012, από τη σύζυγό του Μ. Δ. και τα τέκνα του Μ. Δ. και Γ. Δ., έγιναν δεκτές, αφενός μεν, η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η από 15-05-1971 νομίμως δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία, ιδιόγραφη διαθήκη του Ν. Δ. του Σ., αφετέρου δε, η με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη και η από 03-04-1971 νομίμως δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του ανωτέρω διαθέτη.
Ακολούθως, οι ενάγοντες και οι υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων (ήτοι της 843/2008 και 1555/2015 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), την από 20-09-2015 έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν να μεταρρυθμιστούν αυτές, η πρώτη των οποίων είχε κρίνει παραδεκτή την ανταγωγή και η δεύτερη την είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η ανταγωγή που άσκησε ο εναγόμενος με τις προτάσεις του.
Η έφεση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 06-04-2017, με παρόντες τους διαδίκους και ως προς τον πρώτο εκκαλούντα, Ο. Δ., συνεχίσθηκε η βιαίως (εξαιτίας του επισυμβάντος στις 11-03-2016 θανάτου του) διακοπείσα δίκη από τους κληρονόμους του Ε. Δ., Γ. Δ., Ν. Δ. και Η. Δ. (τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι), εκδόθηκε δε η προσβαλλομένη 719/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει δεκτή κατ ουσίαν η έφεση κατά της 1555/2015 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης 843/2008 μη οριστικής απόφασης, εξαφανίστηκαν οι συνεκκαλούμενες αποφάσεις κατά το κεφάλαιο αυτών που αναφέρεται, στην με τις από 19-04-2007 προτάσεις ασκηθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ανταγωγή, διακρατήθηκε η υπόθεση και απερρίφθη ως απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, η ανωτέρω ανταγωγή.
Την παραπάνω απόφαση προσέβαλαν με την από 14-12-2021 αναίρεση οι αναιρεσείοντες με την ιδιότητα των μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού εναγομένου - αντενάγοντος - εφεσιβλήτου, Λ. Δ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 23-07-2021, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (30-11-2020), όπως προαναφέρθηκε. Επομένως και αφού οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν το θάνατο του εφεσιβλήτου Λ.
Δ. και την άνω συγγενική σχέση των αναιρεσειόντων με αυτόν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα από τους τελευταίους με την ως άνω ιδιότητά τους, είναι παραδεκτή (άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.
ΑΠ 13/2008, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 20/2024, 113/2023, 248/2022, 242/2019, 1059/2019, 1589/2018, 1036/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ. 575 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε, σε κάθε περίπτωση, νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 1507/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εμφανίσθηκε μόνο η πρώτη των αναιρεσειόντων, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Νέστωρα (προς τον οποίο - και μόνο αυτή- έδωσε τη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα με το ...-2022 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβ/φου Πειραιά Ε.
Τ.). Η ανωτέρω μάλιστα με το στις 30-08-2023 κατατεθέν υπόμνημά της αναφέρει ότι μόνο η ίδια νομιμοποιείται ενεργητικά στην προκειμένη περίπτωση αφού, μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με το 326/23-03-2022 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δημοσιεύθηκε η από 02-04-2016 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της, Λ.
Δ. (εφεσιβλήτου), με την οποία ο τελευταίος, εγκατέστησε αυτήν ως μοναδική κληρονόμο του. Εξάλλου, οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα έγγραφα δε που υπάρχουν στη δικογραφία δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα των πιο πάνω μη εμφανισθέντων και μη παρασταθέντων αναιρεσειόντων προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Πειραιά, Ιωάννη Νέστωρα.
Επομένως, δοθέντος ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, πρέπει, η υπό κρίση από 14-12-2021 αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθήνας, Α.
Α., προκύπτει ότι, ύστερα από γραπτή παραγγελία του δικηγόρου Ιωάννη Νέστωρα, ως πληρεξούσιου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την όγδοη των αναιρεσιβλήτων, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 21, τη δικάσιμο της 20-09-2023, κατά την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 17-04-2024 (υπ' αριθμ. πινακίου 28), κατά την οποία όφειλε να παραστεί, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.
Όμως η ανωτέρω δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του και πρέπει, ενόψει της νόμιμης κλήτευσής της να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ13/1995, ΑΠ 410/2024, ΑΠ 146/2022).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, κατ' άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2019, ΑΠ 998/2017).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ1935/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι έχει αντιφατικές διατάξεις σχετικά με το χρόνο άσκησης της ανταγωγής δεχόμενη κατ' αρχήν ότι με την 843/2008 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και με την 1555/2015 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, κρίθηκε ως παραδεκτή και στη συνέχεια και ως ουσιαστικά βάσιμη η με τις από 19-04-2006 προτάσεις του εναγομένου - εφεσιβλήτου, Λ. Δ., ασκηθείσα ανταγωγή, ακολούθως όμως δέχθηκε ότι η ανταγωγή που έγινε δεκτή με τις ως άνω αποφάσεις, ήταν η με τις από 19-04-2007 προτάσεις του ασκηθείσα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια - αντίφαση, αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επέχει θέση διατακτικού, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση δε είναι και αβάσιμος διότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης, στο οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αναφέρεται "..1. Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 20-9-2015 έφεση ....2. Εξαφανίζει τις συνεκκαλούμενες αποφάσεις, κατά το κεφάλαιο αυτών που αναφέρεται στην με τις από 19-4-2007 προτάσεις ασκηθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανταγωγή. 3. Διακρατεί την υπόθεση και απορρίπτει ως απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, την ως άνω ανταγωγή".
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο εσφαλμένως ότι με το δικόγραφο των από 19-04-2007 δεν επαναφέρθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι από 19-04-2006 προτάσεις του εναγομένου - εφεσιβλήτου και η με αυτές ασκηθείσα ανταγωγή του, αλλά ότι ασκήθηκε δεύτερη νέα ανταγωγή και δη απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, κατέληξε αντιφατικά και με μη νόμιμη αιτιολογία ότι ασκήθηκαν δύο διαδοχικές ανταγωγές ομοίου περιεχομένου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την ανταγωγή ως απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, που αποτελεί προϋπόθεση για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει με σαφήνεια και πληρότητα να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και, επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 18/2005, 28/1998 και 1/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως δεν προσδιορίζονται, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται να παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.
Αν προβάλλεται ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, πρέπει να αναφέρεται αφενός μεν το περιεχόμενο της αίτησης και ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής της, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτή ήταν παραδεκτή, νόμιμη και ουσιώδης, αφετέρου δε ότι την αίτηση την υπέβαλε ο αναιρεσείων ή ότι αυτός υπέστη βλάβη από τη μη εκδίκασή της, καθώς και ότι στην απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της, σχετικά με την αίτηση (βλ.
ΑΠ 873/2019, 1750/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την ανταγωγή που ασκήθηκε με το δικόγραφο των από 19-04-2006 προτάσεων του εναγομένου - εφεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι ο εφεσίβλητος υπέβαλε στο Εφετείο με τις προτάσεις του το αίτημα να κριθεί η ασκηθείσα με τις από 19-04-2006 προτάσεις ανταγωγή του. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τις από 05-04-2017 έγγραφες προτάσεις του εφεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες επισκοπούνται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο εφεσίβλητος δεν επικαλείται ότι επανέφερε την από 18-04-2006 ασκηθείσα ανταγωγή του, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη υπόψη αυτής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος, δια του δικογράφου των από 05-04-2017 εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου διαλαμβάνει (κατά πιστή αντιγραφή) ότι "..... Επί της ενστάσεως "απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας", επειδή η ανταγωγή μου ασκήθηκε σε εκκρεμοδικία, ενώ, δηλαδή, εκκρεμούσε (δήθεν) η από 15-02-1996 αγωγή μου εναντίον τους και η από 18-04-2006 άλλη ανταγωγή μου.
Επί της ενστάσεως αυτής ορθότατα έκρινε η εκ των προσβαλλομένων με αριθμό 843/2008 απόφαση, την σχετική κρίση της οποίας και εγώ επικαλούμαι (σελίδα 8), σύμφωνα με την οποία ο περί εκκρεμοδικίας αυτός ισχυρισμός των αντιδίκων κρίθηκε απορριπτέος, καθώς εχώρησε νομίμως παραίτηση από το δικόγραφο της από 05-02-1996 και με αριθμό καταθέσεως 1809/1996 αγωγής μου εναντίον τους (με τις από 19-04-2007 προτάσεις μου - ΣΧΕΤ.
ΙΙ), οι δε από 18-4-2006 προτάσεις μου, με τις οποίες είχα ασκήσει ανταγωγή ομοίου περιεχομένου, δεν επαναφέρθηκαν με τις ως άνω από 19-4-2007 προτάσεις μου....". Εφόσον λοιπόν δεν υποβλήθηκε προς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αίτημα για ουσιαστική εκτίμηση της από 19-04-2006 ασκηθείσας ανταγωγής, ούτε μεταβιβάσθηκε σ' αυτό με λόγο έφεσης των εναγόντων το ως άνω αίτημα, που δεν είχε υποβληθεί ούτε πρωτοδίκως, αυτό δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσων προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2021 αίτηση αναίρεσης της 719/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά,
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ