Legislator Case Law & Legislation
689/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence sufficiency and procedural errors in a construction contract dispute.

Case Number 689/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a construction contract dispute. The appellants argued for procedural errors and insufficient evidence, but the court found the lower court had properly evaluated witness testimonies, expert reports, and documents to establish the project's completion in December 1999. Consequently, the court ruled that the appeal grounds were unfounded and ordered the appellants to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's decision is based on legally sufficient evidence and does not admit facts without proof that significantly affect the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal grounds evidence sufficiency construction contract procedural error legal costs Code of Civil Procedure fact finding

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 689/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Ι., 2) Δ., συζύγου Ν. Κ., 3) Ι. Κ. του Ν. και 4) Α. Κ. του Ν., κατοίκων …. Οι πρώτος και τέταρτη αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερη και τρίτος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βραχά, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσείων απεβίωσε στις 26-9-2017, όπως προκύπτει και από την από 6-2-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θεσσαλονίκης της ληξιάρχου Ε. Κ. και κληρονομήθηκε από τους Ι. Κ. του Ν. και Α. Κ. του Ν., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται μόνο ο Ι. Κ. από την ίδια.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. - Α. Θ. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Αλ Θ. του Σ., κατοίκου …, 3) Α. Τ. του Σ., κατοίκου … και 4) Α. χήρας Σ. Τ., κατοίκου ….. Η πρώτη, δεύτερος και τέταρτη αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ ο τρίτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η τέταρτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 19-9-2020, όπως προκύπτει και από την από 20-9-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θεσσαλονίκης της ληξιάρχου Ε. Κ. και κληρονομήθηκε από τους Ά. Τ. του Σ. και Α. Τ. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Β) Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. χήρας Σ. Τ., κατοίκου … και 2) Α. Τ. του Σ., κατοίκου ….. Η πρώτη, αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 19-9-2020, όπως προκύπτει και από την από 20-9-2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Θεσσαλονίκης της ληξιάρχου Ε. Κ. και κληρονομήθηκε από τους Ά. Τ. του Σ. και Α. Τ. του Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Δ. Κ., ατομικώς και ως κληρονόμου του Ν. Κ. του Ι., 2) Ι. Κ. του Ν., ατομικώς και ως κληρονόμου του Ν. Κ. του Ι. και 3) Α. Κ. του Ν., ατομικώς και ως κληρονόμου του Ν. Κ. του Ι., κατοίκων .... Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βραχά, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη Α. Κ. του Ν. δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Ι., ο οποίος απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 30-1-2018 κλήση ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κοινοποιουμένη προς τους αναγκαίους ομοδίκους: 1) ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Τ. - Α. Θ. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Θ. του Σ., κατοίκου ….

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-11-2004 δύο αγωγές του αρχικού διαδίκου Ν. Κ. και της Δ. Κ. η υπ' αριθ. 39357/2004 και του αρχικού διαδίκου Ν. Κ. και των Δ. Κ., Ι. Κ. και Α. Κ. η υπ' αριθ. 39356/2004, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29810/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 2433/2009 μη οριστική, η οποία διορθώθηκε με την 1493/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 1769/2013 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 17-2-2014 και 21-1-2014 αιτήσεις τους, ενώ οι αναιρεσείοντες της από 21-1-2014 αίτησης ζητούν την αναίρεση και της 29810/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση ανέγνωσε την από 20-3-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-2-2014 κρινόμενης αίτησης και την από 16-10-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν των εβδόμου και δεκάτου λόγων αναιρέσεως και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 21-1-2014 αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις υπό κρίση από 21-1- 2014 και 17-2 -2014 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως που πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573 ΚΠολΔ) προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης και μείωση των εξόδων (ΑΠ 1379/2014) προσβάλλεται η 1769/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτήν εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι ενάγοντες Ν. Κ., Δ. Κ., Ι. Κ. και Α. Κ., επικαρπωτές και ψιλοί κύριοι των περιγραφομένων, στην από 22-11-2004 (αρ. κατ. 3956) αγωγή, ακινήτων, ζήτησαν, κατ' επίκληση καθυστερημένης και μη προσήκουσας, λόγω ελλείψεων και ελαττωμάτων, παράδοσης του περιγραφομένου στην αγωγή έργου ανέγερσης των ιδιοκτησιών τους, διαμερισμάτων και καταστήματος, από την εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι τυγχάνουν οι λοιποί εναγόμενοι, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην εν λόγω αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση των ως άνω κακοτεχνιών και ελλείψεων, την καταπεσούσα λόγω της καθυστέρησης παράδοσης του έργου ποινική ρήτρα και τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσαν από τη μη έγκαιρη λειτουργία του καταστήματος και τη καθυστερημένη εκμίσθωση των διαμερισμάτων ως παραθεριστικών κατοικιών κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.

Οι δύο πρώτοι των εναγόντων άσκησαν και την από 22-11-2004 (αρ. κατ. 3957) συναφή αγωγή κατά των ως άνω εναγομένων με παρεμφερές της πρώτης περιεχόμενο και δη την καθυστερημένη και με ελλείψεις και κακοτεχνίες παράδοση ενός διαμερίσματος συνιδιοκτησίας τους και με παρεμφερή αιτήματα (την επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση των κακοτεχνιών και ελλείψεων, την καταπεσούσα ποινική ρήτρα και τα διαφυγόντα κέρδη από τη μη έγκαιρη εκμίσθωσή του).

Οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάσθηκαν με ανταγωγές που άσκησαν οι εναγόμενοι. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 29810/2006 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες τις ανταγωγές και δέχθηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσία αμφότερες τις ως άνω αγωγές. Οι διάδικοι (οι ενάγοντες και οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης εναγόμενης ) άσκησαν αντίθετες εφέσεις.

Το Εφετείο, με την 2433/2009 απόφασή του συνεκδίκασε τις εφέσεις και διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Η άνω απόφαση διορθώθηκε με την 1493/2010 απόφασή του. Εν συνεχεία εξέδωσε την 1769/2013 απόφαση με την οποία κατά παραδοχή αμφοτέρων των εφέσεων ερεύνησε εκ νέου τις αγωγές τις οποίες συνεκδίκασε και κατόπιν παραδοχής σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού των εναγομένων για αμοιβή τους από πρόσθετες εργασίες δέχθηκε τις εν λόγω αγωγές κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην άνω απόφαση χρηματικά ποσά.

Κατά της 1769/2013 αποφάσεως και της 29810/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εκ των εναγομένων Α. και Ά. Τ. άσκησαν την από 21-1-2014 αναίρεση, οι δε ενάγοντες της με αρ. κατ. 39356/2004 αγωγής άσκησαν την από 17-2-2014 αναίρεσή τους. Οι αναιρεσείοντες της από 21-1-2014 αναίρεσης με κλήση στην οποία σωρεύουν και αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση επανέφεραν σε συζήτηση την υπόθεση για τη δικάσιμο της 14-1-2019 και εν συνεχεία στην παρούσα δικάσιμο προς συνεκδίκαση με την από 17-2-2014 αναίρεση, η αρχική δικάσιμος της οποίας είχε ορισθεί για τις 30-3-2020.

Ήδη στη θέση του αρχικού αναιρεσείοντος της από 17-2-2014 αναιρέσεως Ν. Κ. που απεβίωσε έχουν υπεισέλθει ο Ι. και η Α. Κ., τρίτος και τέταρτη των αναιρεσειόντων (συνεχίζοντας και ως κληρονόμοι του τη δίκη ) , ενώ στη θέση της αρχικής αναιρεσείουσας της από 21-1-2014 αναιρέσεως Α. Τ., που ομοίως απεβίωσε, έχουν υπεισέλθει (συνεχίζοντας τη δίκη ως κληρονόμοι της) ο δεύτερος αναιρεσείων Ά.

Τ. και Α. Τ..

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α'104) " σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση οι από 21-1-2014 και από 17-2-2014 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1769/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν:

η αναιρεσείουσα της από 17-2-2014 αιτήσεως αναιρέσεως και αναιρεσίβλητη της από 21-1-2014 αιτήσεως αναιρέσεως Α. Κ. καθώς επίσης και οι αναιρεσίβλητοι της από 17-2-2014 ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως "Δ. Ο.Ε" και Α. Θ., ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τις υπ' αριθμ. 7886Β/20-1-2020, 7887Β'/20-1-2020 και 7889Β'/22-1-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ι.

Χ. προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων της από 17-2-2014 αναιρέσεως και αναιρεσειόντων της από 21-1-2014 αναιρέσεως, Κωνσταντίνου Χριστόπουλου που επισπεύδει τη συζήτηση αμφοτέρων των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 17-2-2014 αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στην αντίκλητο δικηγόρο της άνω αναιρεσείουσας Α.

Μ. καθώς και στους ομοδίκους τους ( λοιπούς αναιρεσίβλητους, ήτοι στην ομόρρυθμη εταιρεία "Δ. ΟΕ" και στον Α. Θ.) για να παραστούν στην αρχικά ορισθείσα, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 30-3-2020, κατά την οποία η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων [δυνάμει της υπ' αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 864 Β'/15-3-2020)]. Ωσαύτως από τις υπ' αριθμ. 11.975ΣΤ'/18-9-2019, 11920ΣΤ'/12-9-2019 και 11921ΣΤ'/12-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως ανωτέρω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων της από 21-1-2014 αναιρέσεως , ακριβές επικυρωμένο αντίγραφό της επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη Α.

Κ. και στους ως άνω ομοδίκους τους στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, για τη δικάσιμο της 30-3-2020 κατά την οποίαν η υπόθεση ομοίως κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποσύρθηκε. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104), εκδόθηκε με σχετική Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ορίστηκε οίκοθεν ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο για μεν την από 17-2-2014 αίτηση αναιρέσεως από την άνω δικάσιμο της 30-3-2020, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (26-10-2020 και ώρα 09.30), για δε την από 21-1-2014 αίτηση αναιρέσεως (αφού είχε προηγηθεί ματαίωση στη δικάσιμο της 27-10-2014, αναβολή από τη δικάσιμο της 14-1-2019 για τη δικάσιμο της 30-3-2020 προς συνεκδίκαση με την προαναφερθείσα αντίθετη αίτηση, προσδιορισθείσα αυτεπαγγέλτως ως ανωτέρω για την 12-10-2020) αναβολή εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο προς συνεκδίκαση ωσαύτως με την ως άνω αντίθετη αίτηση, ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 47 και 53, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Από τα ανωτέρω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η απολιπόμενοι διάδικοι κλήθηκαν στην αρχική δικάσιμο να παραστούν για να συζητηθούν οι αιτήσεις αναίρεσης, ενόψει δε του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020) δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών κατά τη σημερινή δικάσιμο και, πρέπει, η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), για να ερευνηθούν οι επί μέρους λόγοι των υπό κρίση αναιρέσεων.

Α. Επί της από 17-2-2014 αιτήσεως αναιρέσεως των εναγόντων: Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας την αναφορά περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1966/2017,ΑΠ 1452/2007).

Εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο, ή έκπτωση από το δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1419/2019) και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 571/2004).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 59/2017). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 2/2020, ΑΠ 308/2015).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ) του δικογράφου της με αρ. κατ. 39356/22-11-2004 αγωγής οι εκ των εναγόντων Ν. Κ., Δ. Κ. και Α. Κ. ιστορούσαν ότι κατόπιν συνάψεως συμβάσεως έργου με την εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε να κατασκευάσει σε οικόπεδα ιδιοκτησίας τους οριζόντιες ιδιοκτησίες με το σύστημα της αντιπαροχής κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στο υπ' αριθμ.

…/1997 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδας Καστρινού, ότι προ πάσης ανεγέρσεως συνέστησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες και διανομή, έλαβαν δε μεταξύ άλλων ως αντιπαροχή και το περιλαμβανόμενο στην υπό στοιχεία Δ-3Α μεζονέτα, ισόγειο κατάστημα εμβαδού 18,06 τ.μ. Ότι ως χρόνος παράδοσης των ιδιοκτησιών που αντιπροσώπευαν την συμφωνηθείσα αντιπαροχή, πλήρως αποπερατωμένων, ορίστηκε η 31-3-1999, τελικώς όμως παραδόθηκαν στις 19-4-2001.

Λόγω της ως άνω καθυστερημένης παράδοσης ζήτησαν μεταξύ άλλων και διαφυγόντα κέρδη για το προπεριγραφέν κατάστημα το οποίο θα χρησιμοποιούσαν ως αναψυκτήριο. Προς θεμελίωση δε του αιτήματος επιδίκασης διαφυγόντων κερδών του άνω καταστήματος ιστορούσαν (κατά πιστή αντιγραφή του οικείου μέρους της παραπάνω αγωγής) τα εξής: "...το κατάστημά μας θα μπορούσε να είχε εκκινήσει τη λειτουργία του ως αναψυκτήριο αμέσως μετά την παράδοση των χώρων της αντιπαροχής μας κατά τα συμφωνηθέντα, καθώς εμείς είχαμε εκκινήσει τις νόμιμες προς τούτο διαδικασίες και κωλυόμασταν μόνο από την μη παράδοση του χώρου... , αμέσως δε μετά την "παράδοση" σε εμάς του χώρου , καίτοι με ελλείψεις και κακοτεχνίες η τέταρτη από εμάς άρχισε να λειτουργεί την επιχείρηση αναψυκτηρίου της αποκομίζοντας καθαρά κέρδη από την θερινή περίοδο του έτους 2001 το ποσό των 504.990 δρχ.

ή 1482 ευρώ για τη θερινή περίοδο του έτους 2002 το ποσό των 3.804,74 ευρώ και για τη θερινή περίοδο του έτους 2003 το ποσό των 5.608,34 ευρώ, δηλαδή τα καθαρά κέρδη της επιχείρησής μας παρουσίασαν αύξηση 156,73% κατά το δεύτερο έτος λειτουργίας του καταστήματος (2002) σε σχέση με το πρώτο (2001) και αύξηση 47,40% κατά το τρίτο έτος της λειτουργίας του καταστήματος (2003) σε σχέση με το δεύτερο (2002).

Επομένως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αν το κατάστημα λειτουργούσε ήδη από τη θερινή περίοδο του έτους 1999, οπότε δηλαδή θα έπρεπε κανονικά να έχει προ μηνών παραδοθεί από την εργολάβο εταιρεία, θα αποκόμιζε κέρδη ύψους τουλάχιστον 1337,50 ευρώ, ήτοι τα καθαρά κέρδη για το έτος 2001, μειωμένα κατά το ποσοστό του επίσημου πληθωρισμού (1482 ευρώ για το 2001- 1.482 χ5% για το 2000=1407,9 ευρώ για το 2000 και για το 1999: 1407,9 ευρώ -1407,9χ5% =1407,9 -70,39 =1337,50 ευρώ για το 1999), ήτοι κατά μέσο όρο για κάθε μέρα : 1.337,50 ευρώ:112 μέρες (από 20 Μαϊου ως 10 Σεπτεμβρίου) =11,94 ευρώ, επομένως το εν λόγω κατάστημα, λειτουργώντας ως αναψυκτήριο κατά τους θερινούς μήνες του έτους 1999 θα αποκόμιζε τα εξής κέρδη: 1) για το μήνα Μάϊο και για 10 ημέρες το ποσό των 11,94 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο και αθροιστικά 11,94 χ10 ημέρες =119,4 ευρώ. 2) για το μήνα Ιούνιο , για 30 ημέρες χ11,94 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο =358,20 ευρώ. 3) για το μήνα Ιούλιο, για 31 ημέρες χ11,94 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο =370,14 ευρώ.

δ) για το μήνα Αύγουστο για 31 ημέρες χ 11,94 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο =370,14 ευρώ. ε) για το μήνα Σεπτέμβριο, για 10 ημέρες χ 11,94 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο = 119,4 ευρώ. Κατά δε το έτος 2000, τα καθαρά κέρδη από τη λειτουργία του καταστήματός μας θα αυξάνονταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά ποσοστό 156,73%, ανερχόμενα στο ποσό των 1.337,50 ευρώ +1.337,50 χ156,73% =1.337,50 +2.096,2 =3.433,76 ευρώ. (Ότι) αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατά το δεύτερο έτος της πραγματικής λειτουργίας του καταστήματός μας είχαμε όντως καθαρά κέρδη αυξημένα κατά ποσοστό 156,73 %, γεγονός που εξηγείται λογικά καθώς κατά το πρώτο έτος λειτουργίας ομοειδούς καταστήματος ο κόσμος δεν το γνωρίζει, με συνέπεια τα κέρδη να μην είναι μεγάλα, αλλά το δεύτερο και τρίτο έτος τα κέρδη αυξάνονται κατακόρυφα καθώς η φήμη και η πελατεία του μαγαζιού, που "χτίζονται' σταδιακά , αυξάνονται επίσης κατακόρυφα.

Μετά δε το τρίτο έτος λειτουργίας η αύξηση των κερδών ομαλοποιείται και ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί των καθαρών κερδών του προηγούμενου έτους. Κατά τα ανωτέρω δηλαδή κατά το δεύτερο έτος που θα έπρεπε να λειτουργεί το κατάστημα , το 2000, θα αποκόμιζε συνολικά κέρδη 3.433,76 ευρώ, ήτοι κατά μέσο όρο για κάθε ημέρα : 3.433,76: 112 μέρες (από 20 Μαϊου ως 10 Σεπτεμβρίου) =30,65 ευρώ, επομένως το εν λόγω κατάστημα , λειτουργώντας ως αναψυκτήριο κατά τους θερινούς μήνες του 2000, θα απεκόμιζε τα εξής κέρδη: 1) για το μήνα Μάϊο και για 10 ημέρες, το ποσό των 30,65 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο, επομένως 18,72 χ10 ημέρες =306,50 ευρώ. 2) για το μήνα Ιούνιο, για 30 ημέρες χ30,65 ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο =919, 50 ευρώ. 3) για το μήνα Ιούλιο, για 31 ημέρες χ 30,65 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο = 950,15 ευρώ. 5) για το μήνα Σεπτέμβριο, για 10 ημέρες χ30,65 ευρώ ως ημερήσιο καθαρό κέρδος κατά μέσο όρο =306,5 ευρώ.

Για δε το τρίτο έτος λειτουργίας του καταστήματος , που ήταν το 2001, έτος κατά το οποίο και πραγματικά λειτούργησε για πρώτη φορά , υπήρξαν καθαρά κέρδη 1482 ευρώ, ενώ κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με τη λογική του ότι αρχικά οι πελάτες δεν γνωρίζουν το κατάστημα, ενώ αργότερα η φήμη, η πελατεία και κατά συνέπεια τα κέρδη αυξάνουν κατακόρυφα , όπως ανωτέρω αναλύθηκε και στην πράξη αποδείχθηκε, τα κέρδη θα ήταν αυξημένα κατά 47,40 % (ποσοστό κατά το οποίο εν τοις πράγμασι αυξήθηκαν τα καθαρά κέρδη κατά το τρίτο έτος της πραγματικής λειτουργίας του καταστήματος, δηλαδή το 2003, σε σχέση με το δεύτερο , το 2002) επί των κερδών του προηγούμενου έτους, του 2000, και θα ανέρχονταν στο ποσό των 5.061,36 ευρώ (3.433,76 ευρώ για το έτος 2000 + 3.433,76 χ 47,40% =3.433,76 + 1.627,60 = 5.061,36 ευρώ).

επομένως για το έτος 2001 το κατάστημά μας είχε διαφυγόντα κέρδη 3.579,36 ευρώ, ήτοι 5.061,36 ευρώ (που θα αποκόμιζε αν είχε παραδοθεί εγκαίρως ώστε να τεθεί σε λειτουργία) -1.482 ευρώ (που πραγματικά αποκόμισε) = 3.579,36 ευρώ. Για το έτος 2002 , το κατάστημά μας παρουσίασε καθαρά κέρδη ύψους 3.804,74 ευρώ, ενώ κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα παρουσίαζε καθαρά κέρδη το ποσό των καθαρών κερδών του προηγούμενου έτους, του 2001, αυξημένο κατά ποσοστό 10%, επομένως αν είχε παραδοθεί εγκαίρως από την εργολάβο εταιρεία, τα κέρδη για το 2002 θα ανέρχονταν σε 5.061, 36 χ10% = 5.061,36 ευρώ + 506,13 ευρώ = 5.567,49 ευρώ (υπολογισθέντα κέρδη) - 3.804,74 ευρώ (κέρδη που πραγματοποιήθηκαν) =1.762,75 ευρώ.

Τέλος, για το έτος 2003, το κατάστημά μας παρουσίασε καθαρά κέρδη ύψους 5.608,34 ευρώ, ενώ κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα παρουσίαζε καθαρά κέρδη το ποσό των καθαρών κερδών του προηγούμενου έτους, του 2002, αυξημένο κατά ποσοστό 10% , επομένως αν είχε παραδοθεί εγκαίρως από την εργολάβο εταιρεία, τα κέρδη για το 2002 θα ανέρχονταν σε 5.567,49 ευρώ + 556,74 ευρώ = 6.124,23 ευρώ.

Επομένως τα διαφυγόντα κέρδη για το έτος 2002 (το ορθό είναι 2003) ανέρχονται στο ποσό των 6.124,23 ευρώ (υπολογισθέντα κέρδη) -5.608,34 ευρώ (κέρδη που πραγματοποιήθηκαν) =515,89 ευρώ. Ήτοι εν συνόλω απωλέσαμε κέρδη από τη μη λειτουργία του καταστήματός μας κατά τους θερινούς μήνες του έτους 1999, ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να μας είχε ήδη παραδοθεί και να λειτουργεί ως επιχείρηση και των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003 το ποσό των 10.629,26 ευρώ (αναλυτικά 1.337,50 ευρώ καθαρά κέρδη για το έτος 1999 + 3.433,76 ευρώ καθαρά κέρδη για το έτος 2000 + 3.579,36 ευρώ επί πλέον των αποκομισθέντων καθαρά κέρδη για το έτος 2001 +1762,75 ευρώ επί πλέον των αποκομισθέντων καθαρά κέρδη για το έτος 2002 +515,89 ευρώ επί πλέον των αποκομισθέντων καθαρά κέρδη για το έτος 2003 = 10.629,26 ευρώ".

Με την προσβαλλόμενη (1769/2014) απόφαση το κονδύλιο των προαναφερομένων διαφυγόντων κερδών σε σχέση με το κατάστημα κρίθηκε αόριστο. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο , όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω αποφάσεώς του προκύπτει, με βάση την παραδοχή ότι στην αγωγή "...εκτίθεται κατά τρόπο γενικό ένα συνολικό ποσό μελλοντικών εισοδημάτων, δίχως να γίνεται παράθεση συγκεκριμένων δεδομένων και των κατ' ιδίαν κονδυλίων, αποτέλεσμα των οποίων θα ήταν το παραπάνω συνολικό προσδοκώμενο κέρδος, ενώ επίσης δεν μνημονεύονται περιστατικά λήψης συγκεκριμένων προπαρασκευαστικών μέτρων που θα καθιστούσαν πιθανό το προσδοκώμενο και αιτούμενο με το άνω κονδύλιο της αγωγής κέρδος.

Συγκεκριμένα, οι άνω ενάγοντες , προκειμένου να προσδιορίσουν το διαφυγόν κέρδος τους για τα έτη 1999 και 2000 αρκούνται στην αναφορά που αποκόμισαν τα επόμενα έτη (2001, 2002 και 2003), το οποίο ακολούθως απομειώνουν κατά το ποσοστό 5% του πληθωρισμού, το οποίο και ζητούν να τους επιδικαστεί, πλην όμως ο εν λόγω υπολογισμός ασφαλώς και δεν πληροί τις επιταγές των διατάξεων που αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Επίσης αόριστα για τον ίδιο λόγο είναι και τα διαφυγόντα κέρδη που ζητούν οι ενάγοντες για τα έτη 2001, 2002 και 2003, καθώς όπως ισχυρίζονται το εν λόγω κατάστημα ναι μεν είχε τεθεί σε λειτουργία, ωστόσο τα κέρδη που αποκόμισαν κατά τα παραπάνω έτη υπολείπονται των αναμενομένων λόγω της μη έγκαιρης παράδοσης του καταστήματος το συμφωνημένο χρόνο και με δεδομένη την κατ' έτος ανοδική αύξηση των κερδών του...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας κατά το αίτημά της το σχετικό με την αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης των εναγόντων -αναιρεσειόντων για διαφυγόντα κέρδη τους από τη μη έγκαιρη εκμετάλλευση του εν λόγω καταστήματος, απαιτώντας για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα καθαρά μηνιαία έσοδα που "προσδοκούσαν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχουν με βεβαιότητα κατά το επίδικο διάστημα οι άνω αναιρεσείοντες από τη λειτουργία του καταστήματος ως αναψυκτηρίου, δίχως όμως να γίνεται παράθεση συγκεκριμένων δεδομένων και των κατ' ιδίαν κονδυλίων, αποτέλεσμα των οποίων θα ήταν το παραπάνω προσδοκώμενο κέρδος, ενώ επίσης δεν μνημονεύονται περιστατικά λήψης συγκεκριμένων προπαρασκευαστικών μέτρων που θα καθιστούσαν πιθανό το προσδοκώμενο και αιτούμενο με το άνω κονδύλιο της αγωγής κέρδος.

Απέρριψε δηλαδή την αγωγή κατά το συγκεκριμένο μέρος της λόγω ποσοτικής και όχι νομικής αοριστίας.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της από 17-2-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια , κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αρ. 14 (και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).

Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 7/2019, AΠ 412/2019, AΠ 54/2015).

Επίσης κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων , αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή τους από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία τους (ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1020/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, για την ανταπόδειξη της ενστάσεως συμψηφισμού την οποία προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την από 20-12-2012 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κ.

Ζ., η οποία συντάχθηκε επί των θεμάτων της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την 2433/2009 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για την εν λόγω ένσταση.

Εν προκειμένω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος λήφθηκαν υπόψη και "...όλα τα έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως...".

Σε συνδυασμό δε και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ανωτέρω τεχνική έκθεση, της οποίας σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη δεν απαιτείτο η αντιδιαστολή από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία αυτής. Επομένως ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν , καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο την εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το αναφερόμενο "ως παραλειφθέν" στον παραπάνω αναιρετικό λόγο αποδεικτικό μέσο.

Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των παρισταθέντων αναιρεσιβλήτων.

Β. Επί της από 21-1-2014 αιτήσεως αναιρέσεως των εναγομένων:

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της υπ' αριθμ. 29810/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση και μετά από εξέταση της ουσίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1769/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και τούτο διότι, εφόσον η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή , η πρωτόδικη υπόθεση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1253/2008), όπως άλλωστε προβλέπει και η διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποίαν αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Από το άρθρο 254 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει κατά την ανέλεγκτη κρίση του με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής αποφάσεως την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο , η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου , εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 871/2011, ΑΠ 834/2010). Περίπτωση όμως εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ και ίδρυση του οικείου λόγου αναιρέσεως για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη διατάσσονται με προδικαστική απόφασή του συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτήν γίνεται όχι επανάληψη, αλλά νέα συζήτηση της υποθέσεως και στη σύνθεση του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 2006/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 29810/2006 οριστικής απόφασης του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης , το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ'ουσίαν τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων από σύμβαση έργου, συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 27-2-2009 ενώπιον του Εφετείου Θεσ/νίκης. Το τελευταίο, εξέδωσε την 2433/2009 προδικαστική απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη από ένα πραγματογνώμονα για τα ζητήματα που αναφέρονται σε αυτήν, μετά από τη διεξαγωγή της οποίας η συζήτηση των εφέσεων έγινε την 26-4-2013 ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου. Το Εφετείο , που με διαφορετική σύνθεση εξέδωσε την προσβαλλομένη 1769/2013 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τις εφέσεις, σύμφωνα με την αναφερθείσα στην αρχή σκέψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 2 ΚΠολΔ για κακή σύνθεση του δικαστηρίου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες , υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Στις δύο επίδικες αγωγές τους οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν όπως προαναφέρθηκε, ότι με τις ιδιότητές τους ως κύριοι ή ψιλοί κύριοι ή επικαρπωτές των οριζομένων σαφώς κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδων συνήψαν με την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη ήσαν οι λοιποί εναγόμενοι δύο συμβάσεις έργου, με τις οποίες ανέθεσαν στην εταιρεία να ανεγείρει στα οικόπεδα με το σύστημα της αντιπαροχής , τα αναφερόμενα κτίρια.

Κατά τις συμβάσεις , οι ενάγοντες από τις οικοδομές που θα ανεγείρονταν , θα έπαιρναν ως αντιπαροχή τα σαφώς περιγραφόμενα ακίνητα, ήτοι δύο μεζονέτες, ένα κατάστημα και δύο διαμερίσματα, τα οποία ήσαν παραδοτέα εντός 20 μηνών από της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας (η οποία εξεδόθη την 1-8-1997), ήτοι την 31-3-1999.

Όμως, εξ υπαιτιότητος της εργολάβου εταιρείας , καθυστέρησε η παράδοση των αποτελούντων την αντιπαροχή ακινήτων, τα οποία εν τέλει παραδόθηκαν την 19-4-2001. Τα ακίνητα αυτά παρεδόθησαν στους ενάγοντες με τις σαφώς περιγραφόμενες στις αγωγές ελλείψεις και κακοτεχνίες, για την αποκατάσταση των οποίων εκείνοι εδαπάνησαν ή θα δαπανήσουν τα αναλυτικώς αναφερόμενα ποσά.

Ζητούν δε εν τέλει οι ενάγοντες, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε εκείνους: 1) την αναλυτικώς καθοριζόμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελλείψεων και κακοτεχνιών, 2) την προβλεπόμενη από τις συμβάσεις και αναλυτικώς καθοριζόμενη στις αγωγές ποινική ρήτρα για την καθυστέρηση της παραδόσεως των ακινήτων και 3) α) τα σαφώς καθοριζόμενα ποσά ως διαφυγόντα κέρδη κατά το χρόνο της καθυστερήσεως της παραδόσεως των οικιών , λόγω της μη εκμισθώσεως αυτών και β) τα αναφερόμενα ποσά ως διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκμετάλλευση του καταστήματος κατά το χρονικό διάστημα της καθυστερήσεως παράδοσής του.

Με το περιεχόμενο αυτό οι αγωγές , εκτός από το τελευταίο αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω μη εκμετάλλευσης του καταστήματος, είναι ορισμένες, καθόσον περιέχουν όλα τα απαιτούμενα κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 , 117 και 118 ΚΠολΔ , στοιχεία. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως και ακολούθως ερεύνησε κατ'ουσίαν την υπόθεση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 262 παρ. 1ΚΠολΔ, η ένσταση για να είναι ορισμένη πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία τη θεμελιώνουν. Ο ενιστάμενος μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Επομένως για να είναι ορισμένη η προτεινόμενη από τον εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού (άρθρο 440 ΑΚ) κατά της απαιτήσεως του ενάγοντος, πρέπει στις προτάσεις εκείνου να εκτίθενται κατά τρόπο σαφή τα περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την προβαλλόμενη σε συμψηφισμό ομοειδή και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή του κατά του ενάγοντος δανειστού , καθόσον άλλως η ένσταση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις των, προέβαλαν τον ισχυρισμό, ότι έχουν καθ' όλων των εναγόντων ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, οι οποίες ανέρχονται συνολικώς σε 20.434,50 ευρώ και τις οποίες προτείνουν σε συμψηφισμό με τις απαιτήσεις των εναγόντων.

Οι απαιτήσεις αυτές προέρχονται από την εκτέλεση προσθέτων εργασιών, στις οποίες προέβη η εργολάβος εταιρεία κατά την εκτέλεση του έργου της ανέγερσης των κατοικιών και οι οποίες δεν προβλέπονται από τη σύμβαση έργου και τη συγγραφή υποχρεώσεων. Μεταξύ των εργασιών αυτών και των αντιστοίχων απαιτήσεων περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες: 1) Όσον αφορά τους ενάγοντες Α., Ν.

και Δ. Κ., για την με στοιχεία Δ3α μεζονέτα, σχετικά με (κατά λέξιν): "...την μετατροπή ενός μέρους του ισογείου της μεζονέτας αυτής από χώρο κατοικίας σε χώρο καταστήματος... εμβαδού 18,06 τ.μ απαιτήθηκαν οι ακόλουθες δαπάνες: α1)...α2)...α5...) ηλεκτρολογική παροχή 175 ευρώ 6) σπατουλάρισμα τοίχου και βαφή με πλαστικό χρώμα 5,40 τ.μ Χ 17,59 ευρώ= 95 ευρώ, β) Για τη μεζονέτα Δ3α στην οποία βρίσκεται το κατάστημα απαιτήθηκαν επί πλέον α) ηλεκτρολογική παροχή 175 ευρώ, β) επένδυση τζακιού με πέτρα και μάρμαρο 410 ευρώ, γ) βαφή ορόφου με ρελιέφ 35 τ.μ προς 10,29 ευρώ το τ.μ =360 ευρώ,...ζ) για αντικατάσταση ντουλάπας 170 εκ.

Χ210 εκ.= 3,57 τ.μ Χ 250 ευρώ/τ.μ= 892,50 ευρώ 2) Όσον αφορά τους ενάγοντες Ι., Ν. και Δ. Κ. για την με στοιχεία Δ2α μεζονέτα σχετικά με, (κατά λέξιν): "αι) ηλεκτρολογική παροχή 175 ευρώ, β) επένδυση τζακιού με πέτρα και μάρμαρο 410 ευρώ, γ) βαφή ορόφου με ρελιέφ 35 τμ προς 10,29 ευρώ το τ.μ =360 ευρώ, η) για αντικατάσταση ντουλάπας 170 εκ.

Χ 210 εκ.= 3,57 τ.μ Χ 250 ευρώ/τ.μ=892,50 ευρώ. 3) Όσον αφορά τους ενάγοντες Ν. και Δ. Κ. για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, σχετικά με, (κατά λέξιν): "αι) ηλεκτρολογική παροχή 175 ευρώ, γ) επένδυση τζακιού με πέτρα και μάρμαρο 410 ευρώ, ε) για αντικατάσταση ντουλάπας 170 εκ.Χ 210 εκ. =3,57 τ.μ Χ 250 ευρώ/τ.μ=892,50 ευρώ. 4) Όσον αφορά όλους τους ενάγοντες , για πρόσθετες εργασίες γενόμενες στους κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος των κατοικιών, (κατά λέξιν):

α) για την κατασκευή διαδρόμου με πέτρα και ειδικών προδιαγραφών ώστε να διέρχονται οχήματα και να παρκάρουν στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου τους που ήταν στο βάθος του συγκροτήματος απαιτήθηκε να γίνει εκσκαφή σε βάθος 30 εκ. και ελαφρώς οπλισμένο σκυρόδεμα 65 τ.μ Χ 90,94 ευρώ/τ.μ και το συνολικό κόστος ανέρχεται στο ποσό των 5.911 ευρώ.

Η δαπάνη για την κατασκευή διαδρόμου με σχιστόπλακες που είχα υποχρέωση από τη συγγραφή υποχρεώσεων να κατασκευάσω, ανέρχεται στο ποσό των 19,46 ευρώ το τ.μ και συνολικά στο ποσό των 1.265 ευρώ και συνεπώς η επιβάρυνση της πρώτης εναγόμενης από αυτή την αιτία ανέρχεται στο ποσό των 4.646 ευρώ...". Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο, ( όσον αφορά την εν λόγω ένσταση) δέχθηκε τα ακόλουθα: " ...Η περιγραφή ...των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν ...οι εναγόμενοι...

προκειμένου να εκτελέσουν πρόσθετες εργασίες κατ' απαίτηση των εναγόντων είναι παντελώς αόριστη. Τούτο δε διότι, γίνεται αναφορά σε εργασίες, χωρίς να αναφέρονται αναλυτικά τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεσή τους, η ποσότητα αυτών και η τιμή ανά μονάδα μέτρησης καθώς και η αμοιβή του ειδικού τεχνίτη.

Αντίθετα γίνεται συλλήβδην αναφορά στο τελικό κόστος κάθε εργασίας με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διεξαγωγή των αποδείξεων και η άμυνα των εναγόντων. Αλλά και εκτός των ανωτέρω, γίνεται π.χ αναφορά σε δαπάνη για ηλεκτρολογική παροχή, χωρίς να αναφέρονται περιστατικά αναγκαιότητας επιπρόσθετης δαπάνης για ηλεκτρολογικές παροχές, εφόσον κατά τη συγγραφή υποχρεώσεων , η δαπάνη αυτή συμπεριλαμβάνεται στις υποχρεώσεις της εργολάβου εταιρείας.

Επίσης γίνεται λόγος για αντικατάσταση ντουλάπας στις μεζονέτες και το διαμέρισμα, αξίας 892,50 ευρώ κάθε μιας χωρίς να αναφέρεται η αξία της ντουλάπας που όφειλε να κατασκευάσει η εργολάβος εταιρεία, ώστε από τη διαφορά των δύο αριθμητικών μεγεθών να προκύψει το επιπρόσθετο ποσό με το οποίο επιβαρύνονται οι ενάγοντες.

Για το λόγο αυτό τα εν λόγω κονδύλια είναι απορριπτέα ως αόριστα...". Με το εν λόγω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ορισμένος, καθόσον δεν περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία και ειδικότερα δεν περιέχει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης (περί εκτέλεσης προσθέτων εργασιών) γεγονότων, ώστε να θεμελιώσει το επικαλούμενο δικαίωμα συμψηφισμού .

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός έβδομος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών", κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου από τα άρθρα 688, 689, 690 και 694 ΑΚ προκύπτει, ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο.

Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της μείωσης της αμοιβής του εργολάβου ή αποζημίωση απ' αυτόν, ενώ δεν έχει το δικαίωμα της μη καταβολής της αμοιβής του στον εργολάβο, εκτός αν: α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε η προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώνει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη, της πιο πάνω, ρύθμισης, πράγμα το οποίο μπορεί να γίνει, αφού η διάταξη του άρθρου 694 παρ. 1 ΑΚ, είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων διαφορετική ρύθμιση της καταβολής της αμοιβής.

Έτσι, στην περίπτωση που η αμοιβή συνίσταται, κατά τα προεκτεθέντα, στην μεταβίβαση από τον κύριο του οικοπέδου, στον εργολάβο που συμφωνήθηκε να κατασκευάσει πάνω σ' αυτό πολυκατοικία, ορισμένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα ή άλλες οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, και συμφωνήθηκε παράλληλα, ότι η μεταβίβαση αυτή θα γίνεται τμηματικά, μόνο μετά την αποπεράτωση συγκεκριμένου σταδίου εργασιών, η συμφωνία αυτή, δεν συνιστά διαφορετική ρύθμιση, ως προς τον τρόπο, χρόνο και προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής από τον εργοδότη (κύριο του έργου), στον εργολάβο, αλλά και στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία δηλαδή το στάδιο που αφορούσε το συγκεκριμένο τμήμα του έργου έχει πραγματοποιηθεί, πλην όμως παρουσιάζει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή ελαττώματα, έστω και σημαντικά, το έργο που κατασκευάσθηκε κατά το στάδιο αυτό, και πάλι ο εργοδότης, δεν δικαιούται να αρνηθεί να καταβάλει στον εργολάβο την αμοιβή του, που συνίσταται στην παροχή της παραπάνω μορφής, αλλά μπορεί να ζητήσει μείωση αυτής ή αποζημίωση (ΑΠ 183/2011, ΑΠ 1434/2007).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 404, 405 παρ. 1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως ή μη προσηκούσης εκπληρώσεως της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτήν, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας.

Γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης, είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 269/2012). Στην υπό κρίση περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...για την αξιοποίηση των άνω οικοπέδων τους οι ενάγοντες των άνω αγωγών, κατήρτισαν σύμβαση έργου με την πρώτη εναγομένη εργολάβο εταιρία με την επωνυμία " Α.

Τ.- Α. Θ. Ο.Ε" και το διακριτικό τίτλο " Δ. Ο.Ε", όπως αυτή τροποποιήθηκε μετά την υπογραφή του εργολαβικού προσυμφώνου και της οποίας ομόρρυθμα μέλη τυγχάνουν ο δεύτερος των εναγομένων, καθώς και ο τρίτος και τέταρτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντες της υπό στοιχ. Β εφέσεως (Α. Χ. Σ. Τ. και Ά. Τ.), δυνάμει της οποίας τελευταία ανέλαβε να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής διώροφα κτίρια στα ως άνω αυτοτελή και ανεξάρτητα οικόπεδα.

Συγκεκριμένα, δυνάμει του με αριθμό …/1997 εργολαβικού προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης... και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σ' αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρία, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής, επί του αριστερού τμήματος του ενιαίου οικοπέδου, όπως αυτό περιγράφεται στο άνω εργολαβικό προσύμφωνο, διώροφες οικοδομές-μεζονέτες, από τις οποίες οι ενάγοντες της άνω πρώτης αγωγής ( 39356/2004 ) θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή, δύο μεζονέτες με χαρακτηριστικούς αριθμούς Δ-2ακαι Δ-3α, n τελευταία από τις οποίες θα περιελάμβανε και ισόγειο κατάστημα.

Οι ενάγοντες της παραπάνω αγωγής, προέβησαν σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή προ πάσης ανεγέρσεως των διαιρετών χώρων του αριστερού από τα προαναφερόμενα οικόπεδα, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης... που μεταγράφηκε νόμιμα και έλαβε, ο Ι. Κ. κατά ψιλή κυριότητα και οι Ν.

και Δ. Κ. κατά επικαρπία τη διώροφη κατοικία με στοιχεία Δ-2A, αποτελούμενη ... η δε Α. Κ. έλαβε... την ψιλή κυριότητα της με αριθμό Δ-32 μεζονέτας και ενός αυτοτελούς ισογείου καταστήματος, ευρισκόμενου στο ισόγειο της άνω αναφερόμενης μεζονέτας, ενώ ο Ν. και Δ. Κ., έλαβαν την επικαρπία αυτών, ... Εξ άλλου, δυνάμει του με αριθμό …/1997 εργολαβικού προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου- Καστρινού και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σ' αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρία, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με το σύστημα της αντιπαροχής, επί του δεξιού τμήματος του ενιαίου οικοπέδου, όπως αυτό περιγράφεται στο άνω εργολαβικό προσύμφωνο και να παραδώσει στους ενάγοντες της ως άνω δεύτερης (…/2004 ) αγωγής, Ν.

και Δ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, από το κτίριο που έφερε τον αριθμό 6, δύο διαμερίσματα, το ένα ευρισκόμενο στο ισόγειο και το άλλο στον πρώτο όροφο, ως δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες. Από τα ως άνω διαμερίσματα το ευρισκόμενο στο ισόγειο, εμβαδού 59,630 τ.μ, μεταβιβάστηκε από τους άνω ενάγοντες σε τρίτο το έτος 1998, ενώ το άλλο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που περιελάμβανε δύο δωμάτια, σαλόνι και εντός αυτού κουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και χωλ, εμβαδού μικτού 64,30 τ.μ, περιήλθε στους ενάγοντες κατά το άνω ποσοστό 50% σε καθένα από αυτούς, , ενώ επίσης οι ενάγοντες παρακράτησαν και ποσοστό 50/1000 εξ αδιαιρέτου στο εν λόγω οικόπεδο για το δικαίωμα μελλοντικής επέκτασης του συγκροτήματος καθ' ύψος.

Σύμφωνα με ρητό όρο των άνω εργολαβικών συμβολαίων, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών , ότι η παράδοση των χώρων της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους-ενάγοντες των άνω αγωγών μετά των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών και εγκαταστάσεων των κτιρίων, ικανών για τη λειτουργία και των ακάλυπτων χώρων αυτών θα γίνει εντός είκοσι (20) μηνών από την έκδοση της άδειας ανοικοδομήσεως των άνω συγκροτημάτων, πλην της σύνδεσης των χώρων της αντιπαροχής με τα δίκτυα Δ.Ε.Η και Ο.Υ.Θ, που θα γίνει με επιμέλεια και δαπάνες των οικοπεδούχων.

Η οικοδομική άδεια ανέγερσης των συγκροτημάτων των άνω κατοικιών εκδόθηκε, την 1-8-1997 και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο, οι εν λόγω κατοικίες θα έπρεπε να παραδοθούν στους ενάγοντες μέχρι την 31-3-1999. Συμφωνήθηκε επίσης με τα άνω εργολαβικά προσύμφωνα, ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας κατά τα άνω παράδοσης της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους, από υπαιτιότητα της εργολάβου εταιρίας, εν προκειμένω πρώτης εναγομένης των άνω αγωγών, μετά των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων του συγκροτήματος ικανών για λειτουργία, η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει στους οικοπεδούχους μηνιαία συνολικά εκατό χιλιάδες (100.00) δραχμές...

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για πρώτη φορά εγγράφως για την καθυστέρηση παράδοσης των χώρων της αντιπαροχής τους την 30-7-1999, όταν επέδωσαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας με την οποία την καλούσαν να προβεί στην αποκατάσταση των παραλείψεων και κακοτεχνιών στα άνω οικοδομήματα και να επισπεύσει την παράδοση τους μαζί με τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την ολοκλήρωση της περίφραξης και των εισόδων, όπως αυτές αποτυπώνονται στα θεωρημένα από την πολεοδομία αρχιτεκτονικά σχέδια.

Στην κατά τα ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία των εναγόντων, n πρώτη εναγομένη δεν απήντησε εγγράφως παρά μόνο την 1-12-1999, όταν απέστειλε προς αυτούς ( ενάγοντες ) την από 22-11-1999 εξώδικη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι ήδη από την 25-8-1999 το όλο έργο ήταν έτοιμο προς παράδοση και ότι τους κάλεσε προφορικά από τότε να το παραλάβουν και ότι την προφορική αυτή πρόσκληση απηύθυνε προς αυτούς και τον Οκτώβριο του έτους 1999.

Ακολούθησαν στη συνέχεια και άλλες ανταλλαγές εξωδίκων εκατέρωθεν, με τις οποίες οι ενάγοντες, αναφερόμενοι σε ελλείψεις και κακοτεχνίες των οικοδομημάτων, αρνούνταν να παραλάβουν την αντιπαροχή τους, θεωρώντας ότι η προσφορά της αντιδίκου τους - εργολάβου εταιρίας δεν ήταν η προσήκουσα. Εξ άλλου, η εναγομένη εταιρία, παρά το ότι ισχυρίζεται ότι οι αντιπαροχές των εναγόντων ήταν έτοιμες προς παράδοση, ήδη από τον Αύγουστο του έτους 1999, εν τούτοις κατά το άνω χρονικό σημείο, ενώ σύμφωνα με σχετικό όρο των άνω εργολαβικών συμβολαίων, είχε το δικαίωμα σε περίπτωση άρνησης των εναγόντων οικοπεδούχων να παραλάβουν τις κατοικίες της αντιπαροχής τους, να προβεί, αφού τους καλέσει, σε σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης μη εμφανίσεώς τους ή εμφανίσεώς τους και άρνησης να παραλάβουν την αντιπαροχή τους εν τούτοις δεν ενεργοποίησε τον όρο αυτό.

Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου αυτού, ότι κατά το άνω χρονικό σημείο οι εργασίες για την αποπεράτωση τόσο των μεζονετών και του διαμερίσματος, όσο και του περιβάλλοντος χώρου δεν είχαν περατωθεί με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι κατοικίες αυτές να περιέλθουν στη σφαίρα εξουσιάσεως των εναγόντων και να καταστούν κατάλληλες για οίκηση.

Τελικώς από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι η εργολάβος εταιρία κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση των χώρων της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους- ενάγοντες και συγκεκριμένα παρέδωσε αυτά με την ολοκλήρωση και του περιβάλλοντος ακάλυπτου χώρου των άνω αυτοτελών οικοπέδων, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 1999.

Ανεξάρτητα δε από το ότι, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί , οι εν λόγω προσφερθείσες και παραδοθείσες στους ενάγοντες κατοικίες και ο περιβάλλων χώρος, είχαν ελλείψεις και κακοτεχνίες κατά το άνω χρονικό σημείο, το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με όσα στην οικεία παράγραφο της οικείας νομικής σκέψης αναφέρονται, δεν καθιστά το έργο μη περαιωμένο ή εκτελεσμένο και επομένως η εμμονή των εναγόντων στη μη παραλαβή των αντιπαροχών τους για τους ανωτέρω λόγους και μετά το Δεκέμβριο του έτους 1999 και μέχρι την 19-4-2001, ημερομηνία κατά την οποία προέβησαν, όπως συνομολογούν , στην παραλαβή τους, δεν κατέστησε υπερήμερη την εργολάβο εταιρεία μέχρι του ως άνω χρονικού σημείου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' αρχήν δεν έσφαλε, δεχόμενο ότι η παράδοση των χώρων της αντιπαροχής των εναγόντων έλαβε χώρα την άνω ημερομηνία. Επομένως οι αιτιάσεις των διαδίκων των άνω αντίθετων εφέσεων ως προς το χρόνο παράδοσης της αντιπαροχής των εναγόντων, των τελευταίων παραπονούμενων ότι κακώς έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αυτή (παράδοση) έλαβε χώρα την 31-12-1999 και όχι την 19-4-2001, των δε εναγομένων ότι το έργο εκτελέσθηκε και προσφέρθηκε προς παράδοση περί τα μέσα Αυγούστου του έτους 1999, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και συγκεκριμένα ο πρώτος λόγος της υπο στοιχ.

Α' εφέσεως των εναγόντων κατά το δεύτερο σκέλος του και οι αντίστοιχοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, όγδοος και ένατος των λόγων της υπό στοιχ. Β εφέσεως. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων , τον οποίον προέβαλαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περί του ότι η καθυστέρηση για το χρονικό διάστημα από 31-3 1999 κατά το οποίο συμβατικά όφειλαν να παραδώσουν την αντιπαροχή των εναγόντων και μέχρι την 25-8-1999 που κατά τους ισχυρισμούς τους προσφέρθηκε αυτή (αντιπαροχή) στους τελευταίους, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη (άρθ. 342 ΑΚ), καθώς οι ενάγοντες ζήτησαν την τοποθέτηση πλακιδίων και νιπτήρων της επιλογής τους, τα οποία υλικά προσκομίσθηκαν καθυστερημένα στο έργο και ότι προέβησαν σε αλλαγές των εσωτερικών πορτών σε χρόνο κατά τον οποίον είχαν ήδη ολοκληρωθεί οι σχετικές εργασίες, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

Τούτο δε διότι και αληθή υποτιθέμενα τα άνω πραγματικά περιστατικά δεν αίρουν εν προκειμένω την υπερημερία της εργολάβου εταιρείας για το άνω χρονικό διάστημα, καθώς πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω κατοικίες των εναγόντων και το κατάστημα ήταν κατάλληλα προς οίκηση, επιπρόσθετα ο περιβάλλων χώρος του εν λόγω συγκροτήματος, όπως ανωτέρω έγινε δεκτό, αποπερατώθηκε το Δεκέμβριο του έτους 1999.

Είναι δε αυτονόητο ότι σε κάθε περίπτωση, η καθυστέρηση που τυχόν κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων , επήλθε το ενδιάμεσο διάστημα και η οποία δεν εκτείνεται κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα σε χρόνο πέραν της 31-12-1999, οφειλόμενη σε ενέργειες των εναγόντων που είχαν σχέση με την αποπεράτωση των εν λόγω κατοικιών, ουδόλως επηρέαζε τη συνέχιση εκτέλεσης των εργασιών εκ μέρους της εναγόμενης που αφορούσαν την ολοκλήρωση της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, ενόψει και του ότι η ίδια δεν ισχυρίζεται το αντίθετο.

Eπομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε διαφορετικά και έκανε εν μέρει δεκτή την άνω ένσταση των εναγομένων για το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως και 31-7-1999, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό πρώτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) της υπο στοιχείο Α έφεσης των εναγόντων.

Επομένως λόγω της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της υποχρεώσεως της εργολάβου εταιρείας να παραδώσει την αντιπαροχή των εναγόντων την 31-3-1999, κατέπεσε σε βάρος της η συμφωνηθείσα για καθένα από τα άνω εργολαβικά προσύμφωνα ποινική ρήτρα, ποσού 100.000 δραχμών και ήδη 293,47 ευρώ το μήνα. Οφείλει επομένως να καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής (39356/2004), οι οποίοι κατά τα ανωτέρω συνεβλήθησαν με την εναγομένη εργολάβο εταιρεία με το με αριθμό …/1997 εργολαβικό προσύμφωνο, ήτοι στους Ν., Δ., Ι.

και Α. Κ., για το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως και 31-12-1999, δηλαδή για εννέα μήνες το ποσό συνολικά των 2.641,23 (293,47 ευρώ Χ 9 μήνες), δηλαδή σε καθένα από αυτούς το ποσό των 660,30 ευρώ (2.641,23: 4), ενώ για το ίδιο χρονικό διάστημα οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες της δεύτερης αγωγής (39357/2004), ήτοι στον Ν. Κ. και Δ. Κ., οι οποίοι κατά τα ανωτέρω συνεβλήθησαν με την εναγομένη εργολάβο εταιρεία με το με αριθμό …./1997, συνολικά το ποσό των 2.641,23 ευρώ, δηλαδή 1.320,61 ευρώ σε καθένα από αυτούς (2.641,23: 2).

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι ενάγοντες, εξ αιτίας της υπερημερίας της εργολάβου εταιρείας και της μη έγκαιρης παράδοσης των άνω κατοικιών τους, υπέστησαν επί πλέον ζημία. Ειδικότερα απώλεσαν μισθώματα τα οποία με βεβαιότητα θα αποκόμιζαν από τη μίσθωση των εν λόγω κατοικιών τους σε τρίτους, καθώς αυτές προσφέρονται, λόγω της τοποθεσίας τους αλλά και της μικρής απόστασής τους από την θάλασσα (60 μέτρα) ως θερινές κατοικίες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Συγκεκριμένα, απώλεσαν το ποσό των 40 ευρώ ημερησίως για τη θερινή περίοδο του έτους 1999, ήτοι από το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαϊου του έτους 1999 και μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1999, λαμβάνοντας υπόψη για τον προσδιορισμό του ως άνω ημερήσιου μισθώματος όλους τους παράγοντες και τις επικρατούσες μισθωτικές συνθήκες της περιοχής κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.

Έτσι, αναφορικά με τη μεζονέτα με τα χαρακτηριστικά στοιχεία Δ-2α, οι εκ των εναγόντων Ν. και Δ. Κ. και ο Ι. Κ. (επικαρπωτές και ψιλός κύριος, αντίστοιχα), απώλεσαν συνολικά το ποσό των 4.480 ευρώ για το άνω χρονικό διάστημα (112 ημέρες Χ 40 ευρώ ημερησίως), ήτοι το ποσό των 1.493,33 ευρώ καθένας από αυτούς 4.480: 3), ενώ επίσης αναφορικά με τη μεζονέτα με τα χαρακτηριστικά στοιχεία Δ-3α, οι εκ των εναγόντων Ν.

και Δ. Κ. και η Α. Κ., απώλεσαν συνολικά το ίδιο ποσό των 4.480 ευρώ (112 ημέρες Χ 40 ευρώ ημερησίως), ήτοι το ποσό των 1.493, 33 ευρώ καθένας από αυτούς. Έτσι, ο Ν. και Δ. Κ. απώλεσαν συνολικά διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκμίσθωση των άνω δύο μεζονετών ο καθένας το ποσό των 2.986,66 (1.493,33 + 1.493,33) ευρώ. Ενόψει δε του ότι εν προκειμένω, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, καθένας από τους άνω ενάγοντες (Ν.

και Δ. Κ.) λόγω της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας δικαιούται να αξιώσει από την εργολάβο εταιρεία το ποσό των 660,30 ευρώ, η επί πλέον ζημία του από την απώλεια των διαφυγόντων κερδών, την οποία δικαιούται να αξιώσει πέραν της ποινικής ρήτρας ανέρχεται στο ποσό των 2.986,66 ευρώ για καθένα από αυτούς (2.986,66-660,30 =2.326,30 ευρώ,), που αποτελεί τη διαφορά των διαφυγόντων κερδών και της ποινικής ρήτρας, επαυξημένο το άνω ποσό με εκείνο της ποινικής ρήτρας (2.326,36 +660,30 =2.986,66), ενώ ο καθένας από τους λοιπούς ενάγοντες (Ι.

και Α.) δικαιούνται να αξιώσουν για τον ίδιο λόγο το ποσό των 1.493,33 ευρώ (1.493,33-660,30 =833,03) που αποτελεί τη διαφορά των διαφυγόντων κερδών και της ποινικής ρήτρας, επαυξημένο το άνω ποσό με εκείνο της ποινικής ρήτρας (833,03+ 660,30). Επίσης από τη μη εκμίσθωση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου του κτιρίου 6, οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής (Ν.

και Δ. Κ.), οι οποίοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, απώλεσαν διαφυγόντα κέρδη συνολικού ύψους 4.480 ευρώ...(112 ημέρες Χ 40 ευρώ ημερησίως), ήτοι το ποσό των 2.240 ευρώ ο καθένας από αυτούς (4.480 :2). Εν όψει δε του ότι...καθένας από τους άνω ενάγοντες λόγω της καταπεσούσας ποινικής ρήτρας δικαιούται να αξιώσει από την εργολάβο εταιρεία το ποσό των 1320,61 ευρώ, η επί πλέον ζημία του από την απώλεια των διαφυγόντων κερδών, την οποία δικαιούται να αξιώσει πέραν της ποινικής ρήτρας, ανέρχεται στο ποσό των 2.240 ευρώ για καθένα από αυτούς (2240-1320,61= 919,39) ευρώ που αποτελεί τη διαφορά των διαφυγόντων κερδών και της ποινικής ρήτρας, επαυξημένο το άνω ποσό με εκείνο της ποινικής ρήτρας (919,39+1320, 61 = 2.240,00 ευρώ).

Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες αμφοτέρων των άνω αγωγών παρέλαβαν τους χώρους της αντιπαροχής τους μαζί με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 1999, με επιφύλαξη. Τούτο προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, από το γεγονός ότι τόσο κατά το χρόνο πριν την παραλαβή των χώρων της αντιπαροχής τους, αλλά και μετά από αυτήν, κατά την ανταλλαγή μεταξύ των διαδίκων εξωδίκων δηλώσεων, οι ενάγοντες, διαμαρτύρονταν επίμονα για τις ελλείψεις και τα ελαττώματα που είχαν οι χώροι της αντιπαροχής τους, και μάλιστα, θεωρώντας ότι οι αντιπαροχές τους ήταν για το λόγο αυτό ημιτελείς, αρνούνταν να προβούν στην παραλαβή τους, μέχρι και την 6-4 -2001, οπότε επέδωσαν στην πρώτη εναγομένη την υπό την αυτή ημερομηνία εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία αναφερόμενοι στις ελλείψεις και τα ελαττώματα που παρουσίαζαν οι χώροι της αντιπαροχής τους, καλούσαν την εναγομένη να προβεί στη διόρθωσή τους, δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη παραλαβή αυτών στο μέλλον, θα είναι παραλαβή με την επιφύλαξη άσκησης παντός νομίμου δικαιώματός τους...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παραδοθέντες στους ενάγοντες διακεκριμένοι χώροι και τα κοινόχρηστα μέρη του όλου οικοδομικού συγκροτήματος, κατασκευάσθηκαν από την εργολάβο εταιρία κατά παρέκκλιση των συμφωνηθέντων με τη συγγραφή υποχρεώσεων και κατά παράβαση των κανόνων της επιστήμης και της τέχνης.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, οι κατοικίες που παραδόθηκαν στους ενάγοντες έφεραν τις κατωτέρω ελλείψεις και πραγματικά ελαττώματα, για την αποκατάσταση των οποίων θα δαπανηθούν τα ακόλουθα ποσά... Έτσι, καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται να αξιώσει για ποινική ρήτρα, διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση τα κατωτέρω ποσά: 1) Ο Ν.

Κ. το ποσό των 3,218,11 ευρώ συνολικά (660,30 η ποινική ρήτρα+833,03 διαφυγόν κέρδος+1724,78 αποζημίωση {830,15 από την μεζονέτα Δ-2α+894, 63 από τη μεζονέτα Δ-3α) 2) η Δ. Κ. το ποσό των 3.218,11 ευρώ συνολικά (660,30 η ποινική ρήτρα+833,03 διαφυγόν κέρδος+1724,78 αποζημίωση ( 830,15 από την μεζονέτα Δ-2° +894, 63 από τη μεζονέτα Δ-3α) 3) ο Ι. Κ. το ποσό των 2323,48 ευρώ (660,30 η ποινική ρήτρα+833,03 διαφυγόν κέρδος+830,15 αποζημίωση από την μεζονέτα Δ-2α) και 4) η Α.

Κ. το ποσό των 2.387,96 ευρώ (660, 30 η ποινική ρήτρα+ 833,03 διαφυγόν κέρδος+ 894, 63 αποζημίωση από την μεζονέτα Δ-3α) και Β) αναφορικά με την δεύτερη των άνω αγωγών (39357/2004 ), οι ενάγοντες Ν. και Δ. Κ., δικαιούνται να αξιώσουν καθένας από αυτούς το ποσό των 1956, 69 ευρώ για ελλείψεις και ελαττώματα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου του κτιρίου με αριθμό … (1862,00 +848,39 +18+30+250 +360 +225 +120 +200=3.913,39 :2 ).

Έτσι, καθένας από τους ενάγοντες της άνω αγωγής για τις παραπάνω αιτίες δικαιούται να αξιώσει για ποινική ρήτρα, διαφυγόντα κέρδη και αποζημίωση τα κατωτέρω ποσά: 1) ο Ν. Κ., το ποσό των 4.196,69 ευρώ (1320, 61 ευρώ η ποινική ρήτρα ποινική ρήτρα + 919,39 τα διαφυγόντα κέρδη +1956, 69 αποζημίωση) και 2) η Δ. Κ. το ποσό των 4.196,69 ευρώ (1320, 61 ευρώ η ποινική ρήτρα + 919,39 τα διαφυγόντα κέρδη +1956, 69 αποζημίωση) ....".

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και απέρριψε κατ' ουσίαν τους προταθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμούς ότι: α) "οι αναιρεσείοντες κάλεσαν την 25-8-1999 τους εργοδότες να παραλάβουν την αντιπαροχή και συνεπώς έκτοτε δεν οφείλουν ποινική ρήτρα και διαφυγόντα κέρδη", β) " οι αναιρεσείοντες δεν ήταν υπερήμεροι ως προς το χρόνο παραδόσεως του έργου, επειδή η καθυστέρηση της παροχής, οφείλεται κατ' εκείνους, σε γεγονός για το οποίο δεν έχουν ευθύνη οι ίδιοι, αλλά οι αναιρεσίβλητοι και γ) " σύμφωνα με τις συμβάσεις έργου, οι προθεσμίες αποπερατώσεως του έργου παρατείνονταν επί χρόνο ίσο προς τον απαιτούμενο για την εκτέλεση της τροποποιήσεως του έργου ή των συμπληρωματικών εργασιών, τις οποίες ζήτησαν οι ενάγοντες κύριοι των οικοπέδων".

Περαιτέρω ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προμνημονευθείσες διατάξεις, περιέλαβε δε στην απόφασή του τις προπαρατεθείσες επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα περί των δικαιωμάτων των εργοδοτών-εναγόντων στην περίπτωση της ύπαρξης ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου, της υπερημερίας του εργολάβου ως προς την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, αλλά και περί του ζητήματος της απαλλαγής ή μη του ανωτέρω ως οφειλέτη, στην περίπτωση που η εκ μέρους του καθυστέρηση της παροχής οφείλεται ή όχι σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες τρίτος, τέταρτος, όγδοος κατά τα τρία πρώτα μέρη του, ένατος και δωδέκατος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, με την επί πλέον επισήμανση, όσον αφορά ειδικότερα το αβάσιμο του τέταρτου (από τον αρ.19 και όχι αρ.1) λόγου, ότι οι αντίστοιχες ως άνω παραδοχές, ( και υπό την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση ότι "δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω κατοικίες των εναγόντων και το κατάστημα ήταν κατάλληλα προς οίκηση"), διαλαμβάνουν πλήρεις αιτιολογίες περί του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο το συγκεκριμένο έργο ήταν ημιτελές, διότι δεν είχε περατώσει τον περιβάλλοντα χώρο.

Επιπροσθέτως ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς την ανάληψη από την εταιρεία των αναιρεσειόντων υποχρεώσεως έναντι των αναιρεσιβλήτων για την κατασκευή καταστήματος είναι απαράδεκτος, καθόσον, (πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν εκ πλαγίου), προς θεμελίωση της άνω πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ανυπαρξία τροποποίησης του εργολαβικού και εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης για το κατάστημα αναφορικά με το εμπρόθεσμο της παράδοσής του, πλην όμως χωρίς τη συνδρομή προς τούτο εννόμου συμφέροντος, αφού ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως διαφυγόντων κερδών η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη και επομένως οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι νίκησαν.

Kατά το άρθρο 692 ΑΚ εξ άλλου, στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου οδηγεί η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις.

Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης ή και σιωπηρή και τέτοια συνιστά η παραλαβή του έργου χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σε εύλογο χρόνο αναφορικά με ορισμένη έλλειψη (ΑΠ 1199/2007).

Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρ. 692 του ΑΚ.

Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (ΑΠ 819/2019, ΑΠ 447/2016, ΑΠ 745/2008, ΑΠ 1804/2001).

Αντίθετα δεν υπάρχει έγκριση αν ο εργοδότης διατυπώσει επιφυλάξεις κατά την αποδοχή του έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "...να σημειωθεί δε, ότι ο ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων περί της ύπαρξης σχετικού όρου των άνω εργολαβικών συμβολαίων, δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες-οικοπεδούχοι είχαν το δικαίωμα να απορρίπτουν υλικά που δεν κρίνονται από αυτούς κατάλληλα, να ζητούν ανακατασκευή ή επισκευή κάθε εργασίας μη σύμφωνης προς τα σχέδια που θα εγκριθούν από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, μόνο όμως εντός προθεσμίας τριών ημερών από του πέρατος κάθε εργασίας, άλλως η εργασία θα θεωρείται προσηκόντως περαιωμένη, με εξαίρεση τυχόν κρυμμένα ελαττώματα, από τον οποίο όρο αντλούν το επιχείρημα ότι οι ενάγοντες ενέκριναν το έργο που τους παραδόθηκε κατά τα επι μέρους στοιχεία του, ενόψει και του ότι δεν επικαλούνται στις ένδικες αγωγές τους, είτε δόλο της πρώτης εναγομένης είτε ότι τα αναφερόμενα σ' αυτές ελαττώματα και ελλείψεις είναι κεκρυμμένα και τα διαπίστωσαν μετά την πραγματική παραλαβή του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο δε διότι, ο άνω όρος αφενός μεν αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση των εναγόντων να τηρούν τον όρο αυτό, αφετέρου δε η εκ του άρθρου 692 ΑΚ ένσταση αφορά σε κάθε περίπτωση την μετά την παράδοση του έργου ανεπιφύλακτη παραλαβή του εκτελεσθέντος έργου (....) και όχι την κατά τα ενδιάμεσα στάδια εκτέλεσης κάθε επί μέρους εργασίας.

Επομένως η εκ του άρθρου 692 ΑΚ ένσταση των εναγομένων περί ανεπιφύλακτης παραλαβής από τους ενάγοντες των άνω οικοδομημάτων και των κοινοχρήστων και κοινόκτητων χώρων αυτών, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρουν στο παρόν δικαστήριο, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνακόλουθα απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι είναι και οι σχετικοί περί του αντιθέτου έκτος και έβδομος των λόγων της υπο στοιχ.

Β εφέσεως...". Από την επισκόπηση των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο όρος αυτός θεμελιώνει πλασματική έγκριση αναγόμενη όχι στο άρθρο 692 ΑΚ, αλλά στο άρθρο 361 ΑΚ, ερμηνεύοντας δε το Εφετείο τον συμβατικό αυτό όρο κατέληξε στο ουσιαστικό συμπέρασμα ότι με τον συγκεκριμένο όρο παρέχεται δικαίωμα και όχι υποχρέωση των εργοδοτών να εναντιωθούν σε εργασίες μη σύμφωνες προς τα εγκεκριμένα σχέδια , καθώς και ότι η άνω διάταξη έχει εφαρμογή για τον μετά την τελική παράδοση χρόνο, παραδοχές που δεν πλήττονται με αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως.

Συνεπώς ο δέκατος λόγος με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 692 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική πεποίθησή του του α) από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων , οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, γ) την νομόμως συνταγείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δ) από τα νομίμως από τους διαδίκους επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα και φωτογραφίες.

Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψιν την αναφερόμενη από τους αναιρεσείοντες από 10-1-2000 εξώδικη διαμαρτυρία των αναιρεσιβλήτων και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί του ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 9 ΚΠολΔ: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".

Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 140/2019, ΑΠ 429/2018, ΑΠ 727/2017, ΑΠ 781/2017).

Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να τις απορρίψει ως αόριστες χωρίς έφεση του αντιδίκου, διότι η απόφαση που απορρίπτει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, δεν είναι για τον εκκαλούντα ενάγοντα ή ενιστάμενο επιβλαβέστερη της, απορρίψασας κατ' ουσίαν την αγωγή ή την ένσταση, πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 9/2005).

Εν προκειμένω με τον έκτο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚπολΔ (όχι και από τον αρ. 19) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων και την απέρριψε κατ' ουσίαν , το Εφετείο, χωρίς να προβληθεί ειδικό αίτημα ή παράπονο από τους ενάγοντες- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους, έκρινε, ότι η ένσταση είναι εν μέρει αόριστη και την απέρριψε με αυτήν την αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει την ένσταση απορριπτέα ως εν μέρει αόριστη και εν μέρει αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν είναι επιβλαβέστερη από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένσταση ως καθ' ολοκληρίαν αβάσιμη, αλλά επωφελέστερη για τους εκκαλούντες (ΚΠολΔ 68, 536, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015, ΑΠ 1951/2007).

Επίσης από το δικόγραφο της εφέσεως των εναγόντων προκύπτει, ότι αυτοί, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση για το κεφάλαιο της ποινικής ρήτρας και ειδικότερα για το απορριφθέν με την απόφαση μέρος της, τμήμα του οποίου αναφέρεται για το χρονικό διάστημα από 1-3-1999 έως τέλος Ιουλίου 1999.

Επομένως το Εφετείο το οποίο επελήφθη και ερεύνησε το θέμα αυτό και δέχθηκε κατ' ουσίαν το σχετικό αίτημα για το εν λόγω χρονικό διάστημα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, καθόσον δεν επεδίκασε κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε, αλλ' αντιθέτως επεδίκασε το ζητηθέν και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, κατά το τέταρτο μέρος του, όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε εκείνη (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψιν τα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και φωτογραφίες) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι το έργο, περιλαμβανομένων και των προσθέτων εργασιών, αποπερατώθηκε και παραδόθηκε στους ενάγοντες κατά το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου 1999. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ αντίθετος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δωδέκατος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των παριστάμενων αναιρεσειόντων (176, 183, 191 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ η υποβληθείσα αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση εκ μέρους των αναιρεσειόντων της από 21-1-2014 αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της εν λόγω αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 17-2-2014 αίτηση αναιρέσεως των : 1. Ν. Κ. (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν ο 3ος και η 4η των αναιρεσειόντων), 2. Δ. Κ., 3 Ι. Κ. και 4 Α. Κ. και την από 21-1-2014 αίτηση αναιρέσεως των: 1. Α. Τ. (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν ο 2ος αναιρεσείων και η Α. Τ.) και 2. Ά. Τ., κατά της 1769/2013 αποφάσεως του εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 17-2-2014 αίτηση αναιρέσεως.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 21-1-2014 αίτηση αναιρέσεως και την συναφή με αυτήν αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ