Legislator Case Law & Legislation
689/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident judgment due to insufficient reasoning on driver's liability.

Case Number 689/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to annul the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident. The court found the lower court's decision legally flawed because it failed to provide sufficient reasoning regarding the driver's liability and the specific circumstances of the accident. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559(4), 559(4)(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if it lacks sufficient reasoning to apply substantive law rules on liability, rendering the appeal admissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning annulment of judgment remittal for retrial substantive law application Code of Civil Procedure driver negligence

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 559(4)(4) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 37(1a) of the Road Traffic Law

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 689/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Χ., κατοίκου …….., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αθανασόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Β., κατοίκου ……………, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "…………….. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 733/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1932/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 25-9-2017, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, η αντιμωλία, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθμ. 1932/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 25-7-2012 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το χρηματικό ποσό των 16.480 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική της ζημία καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, που υπέστη, εξαιτίας του τραυματισμού της, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμ.

…… ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ. 733/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας.

Κατά της προαναφερόμενης απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 25-5-2015 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1932/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη) με την οποία απερρίφθη η έφεση ως αβάσιμη κατ'ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κληθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. …../…./2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ι. Ν. Α. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.

Συνεπώς, εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, την προκειμένη δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτησή της, και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1, 8, 11γ και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται η δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ): 1) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος, λαμβάνων συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες..., την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού...

και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί... Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα... Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες....

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της τραυματισθείσης πεζής: "Την 29-7-2011 και περί ώρα 08:30' υπο συνθήκες πλήρους φωτισμού ημέρας, ο πρώτος εναγόμενος Α.

Φ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …..ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επί της οδού Μ., στο Κ., με κατεύθυνση από την οδό . προς την Λεωφ. ….. αναζητώντας θέση να σταθμεύσει το όχημά του. Η οδός Μ. είναι μονής κατεύθυνσης, με κατωφέρεια από την οδό Σ…. προς την λεωφόρο ……….

Μόλις ο προαναφερόμενος αντιλήφθηκε την ύπαρξη θέσης, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της οδού Μ……., ενήργησε οπισθοπορεία προκειμένου να σταθμεύσει. Τη στιγμή όμως κατά την οποία το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου πραγματοποιούσε οπισθοπορεία, η ενάγουσα, η οποία βάδιζε πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Μ……, κατήλθε αιφνιδιαστικά και χωρίς προηγούμενο έλεγχο στο οδόστρωμα, πίσω ακριβώς από το ως άνω κινούμενο όχημα, προκειμένου να διασχίσει κάθετα την οδό, από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα το τελευταίο να επιπέσει επ' αυτής, η οποία εν συνεχεία έχασε την ισορροπία της, έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε, υποστάσα "κακώσεις (ΔΕ) πηχεοκαρπικής και (ΔΕ) γλουτού, με άλγος και ευαισθησία στην περιοχή του σκαφοειδούς με έκπτωση λειτουργικότητας άκρας χείρας, οίδημα ραχιαίας επιφάνειας (ΔΕ) καρπού (κερκιδικά), υποψία ρωγμώδους κατάγματος άπω πόλου σκαφοειδούς.

Αιμάτωμα (ΔΕ) γλουτού". Υπό τα ανωτέρω περιστατικά, το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός της ενάγουσας, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της τελευταίας, η οποία, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 1, 3, 4α', δ' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ), δεν χρησιμοποίησε κατά την άνω κίνησή της, όπως ήταν υποχρεωμένη, την διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος (βλ.

§10δ' της έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος), αλλά, έχοντας αποφασίσει να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Μ…., από δεξιά προς τα αριστερά, ενήργησε αιφνιδιαστικά και απερίσκεπτα και κατήλθε του πεζοδρομίου μεταξύ ενός σταθμευμένου οχήματος και του πραγματοποιούντος τη στιγμή εκείνη οπισθοπορεία οχήματος του πρώτου εναγομένου, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως εάν κάποιο από τα οχήματα αυτά ήταν σε κίνηση ή επιχειρούσε ελιγμό.

Εάν είχε προηγουμένως ελέγξει, θα είχε αντιληφθεί την οπισθοπορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου και θα ανέμενε την ολοκλήρωσή της, αποφεύγοντας, έτσι, το ατύχημα. Οι παραβάσεις δε αυτές της ενάγουσας, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναπτύσσονται, αδιαμφισβήτητα συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίμαχου τροχαίου ατυχήματος.

Αντίθετα, στην επέλευση του ατυχήματος δεν συνετέλεσε κάποιο πταίσμα του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος δεν μπορούσε να προβλέψει την όλως αιφνιδιαστική και ανέλεγκτη κίνηση της ενάγουσας κάθετα επί του οδοστρώματος, με πρόθεση να διασχίσει αυτό από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του.

Οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την κατάθεση του φερόμενου ως αυτόπτη μάρτυρα Α. Σ. (που, σημειωτέον, δεν αναφέρεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, ούτε κατέθεσε προανακριτικά, αλλά εμφανίστηκε το πρώτον ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), ο οποίος αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου εκινείτο την ώρα που η ενάγουσα κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, δημιουργώντας αμφιβολίες περί του εάν έχει πράγματι άμεση αντίληψη του περιστατικού.

Αφού όμως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη της επικαλούμενης προς θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, έπρεπε η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, δέχτηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα...".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω παραδοχές τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην από 25-5-2015 έφεση της αναιρεσείουσας και κρίνοντας την τραυματισθείσα πεζή αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά αλλά παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας της τραυματισθείσας πεζής και της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δεν δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, δεν προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και επαρκείς αιτιολογίες το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των ως άνω άρθρων του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών και ειδικότερα των περί υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας διατάξεων του ΑΚ.

Ειδικότερα: 1) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση από πόση απόσταση ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου αντελήφθη η μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή να κατέρχεται από το πεζοδρόμιο και να επιχειρεί να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Μ….. 2) Σε πόση απόσταση η πεζή βρισκόταν από το πεζοδρόμιο τη στιγμή κατά την οποία μετά την κάθοδό της στο οδόστρωμα το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο επέπεσε επ' αυτής και με ποιό ακριβώς σημείο το ΙΧΕ αυτοκίνητο επέπεσε επί της πεζής. 3) Αν κατά την πτώση του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί της πεζής ο οδηγός του αυτοκινήτου, ενεργώντας οπισθοπορεία χρησιμοποίησε τα ηχητικά όργανα προειδοποίησης για την αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος (άρθρ. 37 αριθμ. 1α του ΚΟΚ) ή τους καθρέπτες του οχήματός του, προκειμένου να ελέγξει αν πεζός ή άλλο τυχόν αυτοκίνητο βρισκόταν στην πορεία του, πίσω από το αυτοκίνητό του, για τον ίδιο παραπάνω λόγο.

Οι παραπάνω ελλείψεις και ασάφειες κρίνονται αναγκαίες για να κριθεί αν η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και εντεύθεν ο τραυματισμός της πεζής - αναιρεσείουσας, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής και συγκεκριμένα σε αιφνίδια κάθοδό της στο οδόστρωμα. Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφής με τα παραπάνω τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1932/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ