Supreme Court annuls appeal court decision and retains case for substantive review under Art. 580(3) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision and retained the case for substantive review by the same court. The appellant argued for wage adjustments and early retirement benefits based on a specific employment contract, while the respondent opposed these claims. The court ruled that since the appeal court's decision was annulled by a previous Supreme Court ruling, no second remittal is permitted, requiring the Supreme Court to adjudicate the merits directly.
Legislator headnote
AI generatedArt. 580(3) of the Code of Civil Procedure; Art. 579(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 570(2) of the Code of Civil Procedure: If the Supreme Court annuls a decision for reasons other than jurisdictional excess or competence violation, it may retain the case and decide the merits itself, especially if no further clarification is needed, without remitting it for a second time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 689 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 689/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Παπουτσάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευφημίας Μητσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-10-2005 και 13-6-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκε η 961/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2174/2009 μη οριστική και 4465/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Τμήμα Εργατικών). Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 19-12-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1533/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3436/2017 απόφαση του Εφετείο Αθηνών. Την αναίρεσή της ανωτέρω ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τις με αριθμ. καταθ. 163388/4191/21.10.2005 και 121634/3051/ 5.7.2006 αγωγές ο ενάγων επικαλούμενος σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την πρόσθετη εργασία που του είχε ανατεθεί, ζητούσε Α) ειθισμένο μισθό, για την πρόσθετη εργασία που του είχε ανατεθεί σε μόνιμη βάση, ως σταθερή παροχή και β) λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης του και προηγούμενης ένταξής του στο Συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγομένης, τον συνυπολογισμό της ως άνω σταθερής οικειοθελούς πρόσθετης παροχής στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημιώσεως λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τους ρητούς όρους του προγράμματος. Επί των αγωγών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 961/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν όλω δεκτή. Κατ' αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη η από 17-12-2017 έφεσή της. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4465/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, το Δικαστήριο αυτό (Εφετείο) έκανε δεκτή την έφεση και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε επί των αγωγών, η μία εκ των οποίων έγινε δεκτή κατά το αίτημά της για καταβολή του ειθισμένου μισθού για την πρόσθετη εργασία, ενώ απορρίφθηκε αυτή κατά το αίτημά της για συνυπολογισμό των πρόσθετων παροχών στην αποζημίωση απολύσεως λόγω του Συνταξιοδοτικού προγράμματος. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο η από 19-12-2011 αίτηση αναίρεσης.
Εκδόθηκε η με αριθμό 1533/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία α) απορρίφθηκε η αναίρεση κατά το μέρος που επιδικάστηκε στον ενάγοντα αμοιβή για πρόσθετη εργασία, καθώς και τα σχετικά με αυτήν επιδόματα αδειών και δώρα εορτών, συνεπώς ως προς την κρίση αυτή του εφετείου υφίσταται δεδικασμένο και β) έγινε δεκτή η αναίρεση κατά το σκέλος της εφετειακής αποφάσεως που αναφέρεται στον μη υπολογισμό του ανωτέρω πρόσθετου μισθού στην αποζημίωση εκ του συνταξιοδοτικού προγράμματος.
Ειδικότερα, αναιρέθηκε η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση κάνοντας δεκτό τον από άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ λόγο, διότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2004 έως την λύση της εργασιακής του συμβάσεως, στις 30-4-2006, προσέφερε ανελλιπώς πρόσθετη εργασία, για την οποία εδικαιούτο και έπρεπε να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή (τον συνηθισμένο μισθό), και ότι η πρόσθετη αμοιβή για πρόσθετη τακτική εργασία του μισθωτού περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του και συνυπολογίζεται για τον καθορισμό της αποζημιώσεως απολύσεώς του, δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του το Εφετείο, διευκρινίζοντας, γιατί η πρόσθετη αυτή αμοιβή (ο συνηθισμένος μισθός) που εδικαιούτο ο αναιρεσείων δεν υπάγεται στην έννοια του ως άνω "συντάξιμου μισθού", ενόψει μάλιστα και του ότι, όπως προκύπτει από το εν λόγω Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα (ΣΠΚΠ), πρόθεση της αναιρεσίβλητης ήταν να εξαιρέσει από την έννοια του "συντάξιμου μισθού" μόνο τις έκτακτες παροχές και όχι τις τακτικές όπως δέχθηκε ότι συνιστά η ως άνω πρόσθετη αμοιβή.
Στη συνέχεια παραπέμφθηκε η απόφαση ενώπιον του Εφετείου. Το τελευταίο εξέδωσε την με αριθμό 3436/2017 απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της που αιτείτο ο ενάγων συμπληρωματική αποζημίωση εκ του Συνταξιοδοτικού προγράμματος, διότι κάνοντας χρήση του σχετικού κεφαλαίου του Συνταξιοδοτικού προγράμματος, έκρινε ότι η πρόσθετη αμοιβή ρητά εξαιρείται από τον υπολογισμό του ύψος του συντάξιμου μισθού για τον καθορισμό του ύψους της πρόσθετης αποζημιώσεως.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα η κρινόμενη από 19-10-2017αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι αφορά μόνο έγγραφα, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει το ανωτέρω λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση ή μη ανάγνωση του εγγράφου ή μέρους αυτού, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (ΑΠ 2099/2009) και έτσι κατέληξε σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
3. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση παραμορφώσεως του περιεχομένου του από 2003 εγγράφου Συνταξιοδοτικού προγράμματος το οποίο έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα του κεφαλαίου αυτού που προσδιορίζει τον συντάξιμο μισθό, επί του οποίου υπολογίζεται το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως λόγω του προγράμματος τούτου.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, που συνέταξε η αναιρεσίβλητη τον Ιούνιο τους 2003 και το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ο αναιρεσείων, δεχόμενη ότι στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ρητά εξαιρείται από το πρόγραμμα η πρόσθετη αμοιβή των 1575 ευρώ μηνιαίως, ενώ τέτοιο περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου που να την εξαιρεί ρητά, δηλαδή με διατύπωση σαφή και κατηγορηματική δεν αναγιγνώσκει κάποιος στο κείμενο του εγγράφου αυτού.
Συγκεκριμένα προβάλλει την αιτίαση ότι ενώ ορίζεται από το έγγραφο τούτο τι αποτελεί τη βάση υπολογισμού του συντάξιμου μισθού και στη συνέχεια ορίζεται ότι " δεν συμπεριλαβάνονται στην έννοια του συντάξιμου μισθού οι έκτακτες παροχές, υπερωρίες, δωρεές και έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους" η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "η πρόσθετη αμοιβή από 1.575 ευρώ μηνιαίως που με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε ότι πρέπει να λαμβάνει ο ενάγων και συνιστά τακτική παροχή , ρητά εξαιρείται από το πρόγραμμα",σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο του συνταξιοδοτικού προγράμματος. 4.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού του οφειλόμενου στον αναιρεσείοντα εφάπαξ ποσού, ίσου με το 75% της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, με βάση το πιο πάνω συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, δέχθηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο " από τον Ιούνιο του έτους 2003 η εκκαλούσα - εναγομένη εισήγε και έθεσε σε εφαρμογή για όλους τους εργαζομένους που προσελήφθησαν μέχρι τις 31/12/2006, ένα νέο, πλήρες, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο ονόμασε Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών (ΣΠΚΠ), κάλυπτε τόσο την περίπτωση της κανονικής όσο και την περίπτωση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως του προσωπικού της και ήταν συμπληρωματικό του νομοθετημένου από την πολιτεία κυρίου και επικουρικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως και το οποίο χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από την εναγομένη.
Στο ως άνω πρόγραμμα υπαγόταν, ως εκ του χρόνου προσλήψεώς του, ο ενάγων. Το ανωτέρω πρόγραμμα, λόγω της έκτοτε, συνεχούς και ομοιόμορφης εφαρμογής του στους συνταξιοδοτούμενους εργαζόμενους αυτής, αποτέλεσε όρο της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, στους οποίους αφορά, μεταξύ των οποίων και του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, με υποχρεωτική ισχύ που απορρέει από την σιωπηρή δήλωση βουλήσεως των μερών.
Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω προγράμματος, όλοι οι υπάλληλοι, οι οποίοι προσελήφθησαν από την εκκαλούσα - εναγομένη μέχρι τις 31.12.1996 δύνανται να συνταξιοδοτηθούν: α) με κανονική συνταξιοδότηση. την πρώτη ημέρα του επομένου μηνός μετά την συμπλήρωση της ηλικίας των 62 ετών και μέχρι τη συμπλήρωση των 65 ετών (άνδρες και γυναίκες), β) με πρόωρη συνταξιοδότηση, στο τέλος οποιουδήποτε μηνός μετά τη συμπλήρωση-της ηλικίας των 52 ετών και συντάξιμης υπηρεσίας 15 ετών στην εναγομένη.
Για τους κανονικώς συνταξιοδοτούμενους, όπως ο ενάγων, ο οποίος απασχολήθηκε από την εναγομένη έως τις 30.4.2006, οπότε απεχώρησε από την υπηρεσία της, οικείοθελώς, σε ηλικία 62 ετών και έχοντας συμπληρώσει σε αυτήν 27 έτη υπηρεσίας, το ως άνω πρόγραμμα προβλέπει τις ακόλουθες παροχές: α) ισόβια, ετήσια σύνταξη, η οποία, σύμφωνα με σχετικό όρο του προγράμματος μετά την 1.12.2002 μπορούσε να εισπραχθεί και εφάπαξ κατά τη λύση της ουμβάσεως εργασίας και είναι καταβλητέα από συμβεβλημένη με την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, και β) εφάπαξ ποσό ως αποζημίωση που καταβάλλεται κατά την αποχώρηση του μισθωτού.
Βάση για τον υπολογισμό των ανωτέρω παροχών αποτελεί ο συντάξιμος μισθός ,Ειδικότερα για την δεύτερη παροχή, αυτή είναι, ίση με το 75% του ποσού που προκύπτει από τους μήνες αποζημίωσης που δικαιούται ο εργαζόμενος βάσει του Ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης στην εναγόμενη πολλαπλασιαζόμενου επί του συντάξιμου μισθού του τελευταίου πριν την αποχώρηση μηνός, Ο όρος "Συντάξιμος μισθός" σημαίνει τον ετήσιο μέσο όρο των αποδοχών των τριών ημερολογιακών ετών πριν το έτος συνταξιοδοτήσεως ή αποχωρήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας με την εναγομένη.
Για το επιπλέον της τριετίας και μέχρι την ημερομηνία αποχωρήσεως διάστημα ως συντάξιμος μισθός θεωρείται ο μέσος όρος των αποδοχών του ανωτέρω διαστήματος. Από 1.1.2002 για τα μέλη που εντάσσονται σε προγράμματα κινήτρων πωλήσεων, αντί του συντάξιμου μισθού εφαρμόζεται ο ειδικός συντάξιμος μισθός, όπως περιγράφεται στην από 11.2.2005 εξατομικευμένη επιστολή της εναγομένης προς αυτόν.
Ο δε συντάξιμος μισθός περιλαμβάνει τον μηνιαίο ονομαστικό μισθό (reference salary) πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας καθώς και το performance bonus program (επίδομα παραγωγικότητας-κυμαινόμενες αποδοχές), ενώ δεν περιλαμβάνει άλλες παροχές τακτικές ή μη, υπερωρίες, δωρεές, έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την ανάγνωση του ως άνω προγράμματος.
Εξάλλου στον συντάξιμο μισθό ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, δεν περιλαμβάνεται και η πρόσθετη αμοιβή των 1.575 ευρώ μηνιαίως που, με δύναμη δεδικασμένου, κρίθηκε ότι έπρεπε να λαμβάνει ο ενάγων, καθόσον συνιστά παροχή, η οποία ρητά εξαιρείται από το πρόγραμμα δεδομένου ότι βάση υπολογισμού, σύμφωνα με το πρόγραμμα, ως προαναφέρθηκε, είναι ο ονομαστικός μισθός, δηλαδή το ποσό των 3.150 ευρώ πλέον του επιδόματος παραγωγικότητας".
Το Εφετείο με την παραδοχή ότι η πρόσθετη τακτική αμοιβή του ενάγοντος από 1.575 ευρώ μηνιαίως, που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι έπρεπε να λαμβάνει ούτος, συνιστά "άλλη τακτική παροχή η οποία ρητά εξαιρείται για τον υπολογισμό της αποζημίωσης από το πρόγραμμα συνταξιοδότησης", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου (συνταξιοδοτικό πρόγραμμα) αγνοώντας το πραγματικό περιεχόμενο αυτού (ΟλΑΠ 703/1982).
Τούτο όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αναγράφει ότι για το υπολογισμό της αποζημίωσης "Ο όρος "Συντάξιμος μισθός" σημαίνει τον ετήσιο μέσο όρο των αποδοχών των τριών ημερολογιακών ετών πριν το έτος συνταξιοδοτήσεως ή αποχωρήσεως ή με οποιονδήποτε τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας με την εναγομένη.
Για το επιπλέον της τριετίας και μέχρι την ημερομηνία αποχωρήσεως διάστημα ως συντάξιμος μισθός θεωρείται ο μέσος όρος των αποδοχών του ανωτέρω διαστήματος. Για τους σκοπούς του προγράμματος στις αποδοχές περιλαμβάνονται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός (reference salary) πλέον δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας καθώς και το performance bonus program (επίδομα παραγωγικότητας-κυμαινόμενες αποδοχές).
Δεν περιλαμβάνονται έκτακτες παροχές, υπερωρίες, δωρεές, έκτακτα επιδόματα, ωφελήματα σε είδος, λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες κάθε είδους" Από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού, προκύπτει ευθέως ότι για τον υπολογισμό του ύψους του συντάξιμου μισθού περιλαμβάνεται ο μηνιαίος ονομαστικός μισθός, στον οποίο προστίθεται μεταξύ άλλων και η σταθερά καταβαλλόμενη πρόσθετη αμοιβή που αποτελεί μηνιαίο μισθό, η οποία δεν εξαιρείται από τον υπολογισμό αυτό και μάλιστα ρητά όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση β) ότι εξαιρούνται μόνον οι έκτακτες παροχές και όχι οι τακτικά καταβαλλόμενες, στις οποίες περιλαμβάνεται όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την προεκδοθείσα της προσβαλλόμενης με αριθμό 4465/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι αποτελεί πρόσθετη αμοιβή.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενη πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από αυτά που περιέχονται στο κείμενο του ως άνω εγγράφου, χωρίς μάλιστα να ταυτίζει την ως άνω πρόσθετη τακτική αμοιβή με κάποια από τις ρητά εξαιρούμενες στο ως άνω έγγραφο από το παραπάνω υπολογισμό ή έστω να την υπάγει σε κάποια απ'αυτές, με βάση τα χαρακτηριστικά της και εφόσον ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, πρέπει ν' αναιρεθεί ως άνω απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, εκ του αριθμού 19 του αυτού άρθρου.
Περαιτέρω πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. 5. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για ροποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 3436/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1533/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 4465/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3436/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ