Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to timely prior argumentation and evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision to reject her property ownership claim based on abuse of right. The appellees had raised the abuse of right defense during the second stage of evidence presentation, supported by prior admissions and documents, making the argument admissible under the relevant procedural law. The court found the appeal inadmissible because the defense was properly introduced with sufficient justification, rendering the alleged procedural error unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 Civil Code; Art. 269(2) & 559(14) Code of Civil Procedure: An abuse of right defense raised during the second stage of evidence is admissible if supported by prior admissions or documents, and an appeal claiming it was inadmissible fails if the defense was properly substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 689 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 689/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ε. χας Α. Τ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μάντεση.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. χας Α. Π., 2.Μ. Π. του ..., κατοίκων αμφοτέρων ..., 3. Μ. Π. του ..., συζύγου Κ. Π., κατοίκου ...,4.Γ. Π. του ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1995 αγωγή της αρχικής ενάγουσας, δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 670/2006, 201/2013 μη οριστικές και 132/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του τελευταίου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 1225/2017, 206/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...... Με το υπ’ αριθ. ...19-7-1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. Π. του ..., χήρα Μ. Π., δώρισε στην κόρη της Ε.
χήρα Α. Τ., ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, εκτός των άλλων ακινήτων, την οικία της, που βρίσκεται εντός του οικισμού ..., "μετά του ημίσεος και προς την ανατολικήν πλευράν εκ του συνεχόμενου περιβολίου των εν τω περιβολίω διαφόρων δένδρων και απάντων των εν τη οικία κινητών πραγμάτων, καλυπτόντων απάντων έκτασιν γης μέτρων τετραγωνικών οκτακοσίων πενήντα (850)...
και των εν τη αρκτική πλευρά του δωρουμένου ακινήτου ευρισκόμενων ελαιοδένδρων και συνορευόμενον τούτο γύρωθεν δυτικώς με υπόλοιπον κτήμα Μ. χήρας Μ. Π., αρκτικώς με περιοχήν κοινότητος Τραπέζης, ανατολικώς και μεσημβρινώς με δρόμον κοινοτικόν...". Τα αναφερόμενα ως άνω ελαιόδενδρα βρίσκονται (τρία τον αριθμό) στο μέσο του ακινήτου, τα υπόλοιπα δε (δώδεκα τον αριθμό) βρίσκονται στο βόρειο τμήμα του ακινήτου και συνεπώς, με βάση την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στη σχετική δήλωση βούλησης της άνω παρέχουσας (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), η περιγραφή του βορείου ορίου δεν αφορά τη ρυμοτομούμενη και μηδέποτε απαλλοτριωθείσα για τη διάνοιξη κοινοτικής οδού, πλάτους 10 μέτρων, άνω έκταση του ακινήτου της μητέρας της εκκαλούσας, διότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για τη διάθεση ελαιοδέντρων, αφού τέτοια δέντρα δεν βρίσκονται από το μέσο και προς το νότιο όριο του ακινήτου, αλλά τον κοινοτικό δρόμο (μονοπάτι), που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο του άνω οικισμού.
Επίσης, με το υπ’ αριθ. .../21-10-1968 προικοσυμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω μητέρα της εκκαλούσας μεταβίβασε στη σύζυγο του εναγόμενου αδελφού της εκκαλούσας Π. Λ., προς αντικατάσταση της δοθείσας σ’ αυτόν προίκας σε μετρητά χρήματα ποσού 30.000 δραχμών από τον πενθερό του Α.
Λ., "εν δενδροπεριβόλιον μετά των εν αυτώ διαφόρων δένδρων και ελαιοδένδρων, κείμενον εντός του χωρίου Τραπέζης της περιφερείας της κοινότητος Τραπέζης του τέως ..., εκτάσεως ενός και ημίσεος 1,1/2 στρέμματος ή όσης είναι τοιαύτης και προ το δυτικόν μέρος του όλου εκεί κτήματος της πωλήτριας και συνορευόμενον γύρωθεν ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Μ.
χήρας Μ. Π., δενδροπεριβόλια Α. Ξ., βράχον και κοινοτικόν δρόμον". Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στο δυτικό όριο του άνω ακινήτου της εκκαλούσας (ανατολικό ήμισυ) και ουσιαστικά αποτελεί το δυτικό ήμισυ του όλου ακινήτου της άνω παρέχουσας. Μετά το θάνατο της Μ. Π., η εκκαλούσα κόρη της, που από το έτος 1956 διέμενε οικογενειακώς στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, ανέθεσε προφορικά στον εναγόμενο αδερφό της, ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει την 20-6-2002, τη διαχείριση για λογαριασμό της, της ακίνητης περιουσίας, που αυτή κατείχε τόσο από την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος πατέρα τους Μ.
Π. όσο και από την άνω μητέρα τους, μεταξύ αυτών δε ήταν και το ανωτέρω ακίνητο, του οποίου είχε καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο - και δη δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου, αφού ο όρος της προαποβιώσεως της παρέχουσας μητέρας της είχε πλέον πληρωθεί. Ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην οικία του ακινήτου, ενώ περιποιούνταν και αποκόμιζε τον καρπό από τα ελαιόδεντρα και τα λοιπά δέντρα και φυτά που βρίσκονται στο ακίνητο της αντιδίκου αδελφής του, η οποία του έστελνε χρήματα για την κάλυψη των σχετικών εξόδων.
Περί τον Μάρτιο του έτους 1978, η αδελφή των αρχικών διαδίκων Α. Π. ενημέρωσε την εκκαλούσα ότι ο εναγόμενος ενεργεί προς παράνομη κάρπωση της ακίνητης περιουσίας της εκκαλούσας και για το λόγο αυτό η τελευταία το καλοκαίρι του ίδιου ως άνω έτους αφίχθη στην Τράπεζα Αιγιαλείας και διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε πωλήσει σε τρίτους, χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεση της εκκαλούσας, μια άμπελο στην παραλιακή θέση "Ε." της κτηματικής περιφέρειας ...
και τμήμα, έκτασης 3.422 τ.μ., ενός ελαιοστασίου στη θέση "..." της περιφέρειας Τράπεζας, τη διαχείριση των οποίων του είχε αναθέσει η εκκαλούσα, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η τελευταία ζήτησε από τον αντίδικό της να του παραδώσει την κατοχή των διαχειριζόμενων απ’ αυτών ακινήτων της, συμπεριλαμβανομένης της άνω οικίας της μετά του συνεχόμενου αυτής περιβολιού και όταν ο εναγόμενος αρνήθηκε, επέδωσε σ’ αυτόν την από 6-6-1978 εξώδικη δήλωση, με την οποία τον προσκάλεσε να εγκαταλείψει εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την επίδοση της δήλωσης, που έλαβε χώρα την 1-7-1978, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν κτήματά της και να του αποδώσει την άνω οικία της εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ανωτέρω επίδοση.
Παράλληλα, η εκκαλούσα άσκησε σε βάρος του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών την από 25-6-1978 αγωγή διεκδίκησης, μεταξύ των άλλων, του ανωτέρω ακινήτου της, το οποίο περιγράφει ως έχον έκταση 850 τ.μ. και ότι συνορεύει αρκτικώς (βόρεια) με περιοχή Κοινότητος Τράπεζας (κοινόχρηστη και ήδη ρυμοτομούμενη), εννοώντας σαφώς το επιμέρους μέρος του όλου ακινήτου της, που καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του και το κεντρικό τμήμα του και όχι το αντίστοιχο βόρειο (ελαιοστάσιο).
Ο εναγόμενος τελικά ανταποκρίθηκε και εγκατέλειψε τα κατεχόμενα από τον ίδιο ακίνητα της εκκαλούσας αδελφής του, όπως και την άνω οικία μετά του συνεχόμενου αυτής περιβολιού. Ήδη μεταξύ του τελευταίου και του προς βορά ελαιοστασίου ο εναγόμενος είχε τοποθετήσει ξύλινη περίφραξη, δείχνοντας σαφώς την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί το βόρειο τμήμα του ακινήτου της εκκαλούσας.
Την ύπαρξη της επίμαχης περίφραξης κατά το έτος 1978 παραδέχθηκε η ίδια η εκκαλούσα με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης …1994 αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, που αυτή άσκησε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας, η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα υπ’ αριθ. 44/1994 πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου.
Άλλωστε, η παλαιότητα της άνω περίφραξης πιστοποιήθηκε και κατά την αυτοψία, που διενήργησε στο ακίνητο ο διορισθείς με την υπ’ αριθ. 116/1996 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως πραγματογνώμονας Α. Λ., τοπογράφος μηχανικός, όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 10-3-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι η εκκαλούσα με το υπ’ αριθ. ...-6-1978 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αιγίου Ο. Ξ. κατέστησε την αδελφή της Α. Π. γενική πληρεξούσια για τον χειρισμό των υποθέσεών της στην Ελλάδα, ανακαλώντας παράλληλα την προφορική εντολή εκπροσώπησης, που είχε στο παρελθόν δώσει στον αντίδικο αδελφό της.
Παρά ταύτα, η Α. Π., φοβούμενη τις αντιδράσεις του εναγόμενου αδελφού της, ο οποίος ισχυριζόταν σ’ αυτήν ότι το επίδικο τμήμα ανήκε στον ίδιο από κληρονομία εκ διαθήκης της άνω θανούσας μητέρας τους, επέτρεψε σ’ αυτόν να εισέρχεται εκ νέου στον ανωτέρω ελαιώνα και να εκμεταλλεύεται τα εντός αυτού ελαιόδεντρα για δικό του λογαριασμό.
Εξάλλου, δεν προέκυψε από κάποιο σαφές αποδεικτικό στοιχείο ότι η Α. Π. εκτέλεσε συγκεκριμένες πράξεις διαχείρισης στο εν λόγω τμήμα, που εκτείνεται από το υπό ρυμοτόμηση κεντρικό τμήμα του ακινήτου της εκκαλούσας ως το προς βορρά όριό του, παράλληλα δε ο εκκαλών κατέλαβε και τμήμα του άνω περιβολιού, που βρίσκεται δυτικά της άνω οικίας της, στο οποίο κατασκεύασε πρόχειρο βοηθητικό κτίσμα και υπερυψωμένο βόθρο προς εξυπηρέτηση των οικιακών αναγκών της οικογενείας του, όπως κατέθεσε σχετικά και ο μάρτυρας και σύζυγος της εκκαλούσας Α.
Τ., κατά την ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρας κατηγορίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τη συνεδρίαση της 2-10-2000, με κατηγορουμένους την Α. Π. για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που τέλεσε κατά την προαναφερθείσα συζήτηση της άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τον εναγόμενο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ανωτέρω ψευδορκία, για τις οποίες αυτοί αθωώθηκαν με την υπ’ αριθ. 1873/2000 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις αναφορές των μαρτύρων απόδειξης Σ. Π. και Σ. Π., οι οποίοι κατέθεσαν ότι κατά το μετά το έτος 1978 χρονικό διάστημα έβλεπαν στο επίδικο τμήμα την Α. Π. να καλλιεργεί και να διαχειρίζεται αυτό και όχι τον εναγόμενο, αναφορά που αντικειμενικά δεν μπορεί να θεμελιώσει αντίθετη από την προαναφερθείσα κρίση, δεδομένου ότι αμφότεροι οι μάρτυρες επισκέπτονταν σποραδικά το επίδικο, η δε Α.
Π., που διέμενε σε διπλανή οικία, διατηρούσε διαχρονικά καλές σχέσεις με τον εναγόμενο αδελφό της και τον βοηθούσε στις δικές του εργασίες. Το καλοκαίρι του έτους 1987 που επισκέφθηκε το επίδικο η εκκαλούσα διαπίστωσε αυτοπρόσωπα ότι η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί από το έτος 1978 δεν είχε αλλάξει και συγκεκριμένα ότι η περίφραξη που είχε τοποθετήσει ο αντίδικός της προς διαχωρισμό του βορείου τμήματος από το αντίστοιχο νότιο του ακινήτου της παρέμενε στη θέση της και ότι αυτός καλλιεργούσε το βόρειο τμήμα, όπως άλλωστε το επιβεβαίωσε προφορικά στην ίδια η άνω αδελφή της.
Παρά ταύτα, η εκκαλούσα μέχρι το έτος 1994 δεν επιχείρησε κάποια συγκεκριμένη υλική ή νομική ενέργεια προς προστασία της ιδιοκτησίας της, παρά μόνο με την άσκηση της προαναφερθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 44/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με το σκεπτικό ότι η εκκαλούσα δεν ασκούσε αυτοπρόσωπα υλικές πράξεις νομής στο επίδικο.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι τα τρία επίδικα τμήματα του όλου ακινήτου της εκκαλούσας, τα οποία ο εναγόμενος νεμόταν με την επιτήρηση, επίβλεψη, οριοθέτηση και καλλιέργειά τους αδιάλειπτα μέχρι το θάνατό του την 20-6-2002, έκτοτε δε μέχρι σήμερα η τέταρτη εφεσίβλητη Γ. Π., κόρη του εναγομένου, νέμεται το δεύτερο και τρίτο απ’ αυτά (κεντρικό και βόρειο τμήμα) δυνάμει κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής του εναγομένου, η δε πρώτη εφεσίβλητη Π.
χήρα ... Π. (εναγομένου) νέμεται το πρώτο (δυτικό) επίδικο τμήμα με την ενσωμάτωσή του στο δικό της προς δυτικά ακίνητο. Κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης και μέτρησης αυτών ο ορισθείς με τις υπ’ αριθ. 670/2006 και 464/2008 μη οριστικές αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου ως πραγματογνώμονας Π. Κ., πολιτικός μηχανικός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι α) το κεντρικό επίδικο τμήμα έχει έκταση 283,29 τ.μ.
και απεικονίζεται με στοιχεία..... στο συνημμένο στην υπ’ αριθ. καταθ. ...-5-2014 έκθεση συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα, β) το βόρειο τμήμα έχει έκταση 771,42 τ.μ. και απεικονίζεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία..... και γ) το δυτικό τμήμα έχει έκταση 478,29 τ.μ. και απεικονίζεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία...., ενώ το όλο ακίνητο της εκκαλούσας μετρήθηκε με έκταση 2.402,32 τ.μ.
και απεικονίζεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία...... Με βάση τα προαναφερθέντα, συνάγεται με σαφήνεια ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι τα τρία ως άνω επίδικα τμήματα δεν ανήκουν στην κυριότητα της εκκαλούσας με βάση τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο της (συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της κρινόμενης έφεσης.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Η υποβληθείσα από τους εφεσίβλητους ένσταση παραγραφής του επίδικου δικαιώματος, που είναι νόμιμη, κατ’ άρθρο 249 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κατάληψη των επίδικων τμημάτων έγινε από τον εναγόμενο μετά τον Ιούνιο του έτους 1978 και επομένως μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής την 3-8- 1995....
δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας. Για τον ίδιο ως άνω λόγο απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη τυγχάνει και η υποβληθείσα από τους εφεσίβλητους νόμιμη, κατ’ άρθρα 1045 και 1046 ΑΚ, ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου δικαιοπαρόχου τους, διότι αυτός δεν συμπλήρωσε μέχρι την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα νομής στα επίδικα τμήματα είκοσι ετών, αφού κατά το προγενέστερο του έτους 1978 χρονικό διάστημα, που αρχίζει από τον θάνατο της μητέρας του το έτος 1970, ο εναγόμενος εκμεταλλευόταν τα επίδικα ως αντιπρόσωπος της νομής της εκκαλούσας αδελφής του και όχι για δικό του λογαριασμό.
Αντίθετα, η επικουρικά υποβληθείσα από τους εφεσιβλήτους ένσταση καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος, που υποβλήθηκε παραδεκτά, κατ’ άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον εναγόμενο στην μετ’ απόδειξη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, δεδομένου ότι στηρίζεται στα έγγραφα που ήδη μνημονεύθηκαν και είναι νόμιμη, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, δεδομένου ότι από την μακροχρόνια επί 16 έτη αδράνεια της εκκαλούσας, η οποία είχε ζητήσει το έτος 1978 την αποβολή του αντιδίκου της μόνο από το νότιο τμήμα (οικία και περιβόλι) του άνω ακινήτου της, ενώ παράλληλα ανέχθηκε την ύπαρξη της περίφραξης, που αυτός τοποθέτησε και διαχώρισε τα τρία επίδικα τμήματα από το υπόλοιπο ακίνητό της και δεν ζήτησε την αφαίρεσή της ούτε διαμαρτυρήθηκε προς την γενική πληρεξούσιό της Α.
Π. για την εκμετάλλευση των επίδικων τμημάτων από τον εναγόμενο, ακόμα και όταν επισκέφθηκε τα επίδικο το έτος 1987, παρά μόνο ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που της παρείχε μόλις το έτος 1993, δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στον εναγόμενο ότι η εκκαλούσα δεν θα ασκήσει τελικά την ένδικη αξίωσή της, η δε καθυστερημένη άσκηση της αγωγής, σε περίπτωση ευδοκίμησης, θα επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη στους εφεσιβλήτους, διαδόχους του εναγομένου".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο την προβληθείσα από τους αναιρεσιβλήτους ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου εμπραγμάτου δικαιώματος, υπό την αναλυθείσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης μορφή, απέρριψε την διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την κατάργησή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4335/2015, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή προφορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό δε ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έγινε δεκτή η ένσταση κατάχρησης του επιδίκου δικαιώματος, αντί ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρότι το πρώτον προβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους κατά την δεύτερη μετ’ απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς να γίνει επίκληση οποιουδήποτε πραγματικού περιστατικού που εμπόδισε την προβολή της εμπροθέσμως.
Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 15-9-2003 προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι στήριξαν το εμπρόθεσμο της προβολής της αφενός σε ομολογία της αναιρεσείουσας προκύπτουσας από το περιεχόμενο της από 25-6-1978, προηγούμενης της ένδικης, αγωγής της και από το υπ’ αριθ. ...1966 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Α.
Α. και αφετέρου στα προαναφερόμενα δυο έγγραφα και επί πλέον στην υπ’ αριθ. 1873/2000 ποινική απόφαση του Εφετείου Πατρών και στην από 10-3-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Α. Λ., το δε Εφετείο, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη διάταξη της περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 269 ΚΠολΔ, έκρινε παραδεκτή την προβολή της.
Ως εκ τούτου, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2017 αίτηση της Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Μ. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 132/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ