Legislator Case Law & Legislation
689/2016 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court decisions on inheritance dispute, remanding case for retrial.

Case Number 689/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against two lower court decisions regarding an inheritance dispute involving multiple parties. The appellants argued that the lower court denied them the right to be heard by incorrectly treating submissions from a related case as invalid. The court found this procedural error and the denial of hearing rights to be grounds for overturning the specific judgments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court violated the right to be heard by incorrectly assessing procedural submissions, thereby necessitating a remand for retrial before a different panel.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure right to be heard partial allowance of appeal remand for retrial inheritance dispute procedural error different judicial panel

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 110 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of the Constitution
Article 6 of the ECHR

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 689/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. συζ. Κ. Α., το γένος Χ. Α., και 2)Κ. Α. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Μ. Χ. του Μ., 3)Σ. Χ. του Μ., κατοίκων ..., 4)Ν. συζ. Ε. Ο., το γένος Μ. Χ. (με Μ.), τέως κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 5)Ν. Ε. του Σ., κατοίκου ..., 6)Χ. Ε. του Σ., 7)Ο. Ε. του Σ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου Σ. χήρας Σ. Ε., το γένος Μ. Μ.) 8)Σ. Α. Α., το γένος Μ. Μ., 9)Σ. Μ. του Μ., 10)Μ. - Κ. Κ. του Χ., 11)Ν. Κ. του Μ., 12)Α. Κ. του Μ., των τριών τελευταίων ως κληρονόμων της Ρ. συζ. Κ. Κ., το γένος Μ. Μ.) 13)Χ. συζ. Ρ. Ο. το γένος Μ. Μ., 14)Μ. συζ. Χ. Μ., το γένος Μ. Μ., 15)Μ. Δ. του Ν., 16)Ι. Μ. του Κ. και 17)Δ. Δ. του Ν., κατοίκων .... Οι 1ος, 3ος, 5ος, 6ος 9ος και 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελεήμων - Θεοδόσιο Αποστολιά, και οι λοιποί (2ος, 4ος, 7ος, 8η, 10ος, 11ος, 12ος, 13η, 14η, 16ος και 17ος) δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2008 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 7/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2014 και 164/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 23/12/2014 αίτησή τους. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2015 με αριθμό πινακίου 9. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ' αριθμόν 244/2015 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 14-5-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή νόμιμα κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔικ, επανεισάγεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση, για αναίρεση των υπ'αριθμ. 163/2014 και 164/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την υπ'αριθμ. 244/2015 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, καθόσον μετά τη συζήτησή της, κατά τη δικάσιμο της 20.5.2015, κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως, λόγω παραιτήσεως του Προεδρεύσαντος, κατά τη συζήτηση εκείνη, Αρεοπαγίτη, Νικολάου Μπιχάκη.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ορισμός της δικασίμου και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Εξάλλου επί ανασυζητήσεως της υποθέσεως και κατ'αντίθεση με τα ισχύοντα επί επαναλήψεως της συζητήσεως του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η νέα συζήτηση αποτελεί πλήρη αντικατάσταση της προηγηθείσας συζήτησης, η οποία θεωρείται ότι δεν έλαβε χώρα. 'Ετσι στη νέα αυτή συζήτηση του άρθρου 307 κρίνεται αν υπάρχει ή όχι ερημοδικία από την κατ'αυτή δικονομική παρουσία ή απουσία του διαδίκου.

Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ.β του άρθρου 576 του ίδιου κώδικα (που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013) αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την από 7.6.2016 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων Κ. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω, υπ'αριθμ. 244/2015, πράξεως του Προέδρου του Γ' Τμήματος με κλήση για συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα κει εμπρόθεσμα προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τους απολιπομένους και αγνώστου διαμονής παρακάτω αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 134 παρ. 1 ΚΠολΔικ με δημοσιεύσεις στις Εφημερίδες Αυγή και Νέα.

Ειδικότερα επίδοση στον Εισαγγελέα κατά τα άρθρα 134 και 135 παρ. 1 έγινε προς τους απολιπομένους δεύτερο, τέταρτη, έβδομο, όγδοη, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Επίσης νόμιμα κλητεύθηκε και ο 16ος αναιρεσίβλητος κατά το άρθρο 143 παρ. 1, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015, με επίδοση στον αντίκλητο δικηγόρο του Κων/νο Σαρρή όπως τούτο προκύπτει από την από 16-9-2016 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων Δ.

Β.. Στους εν λόγω απολιπόμενους αναιρεσίβλητους έχει επιδοθεί και αντίγραφο του αναιρετηρίου, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 5479Ε/22.1.2015, 5480Ε/22.1.2015, 5481Ε/22.1.2015, 5482Ε/22.1.2015, 5483Ε/22.1.2015, 5484Ε/22.1.2015, 5485Ε/22.1.2015, 5486Ε/22.1.2015, 5487Ε/22.1.2015, 5505Ε/26.1.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Χ.

Κ.. Εφόσον όμως οι διάδικοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής τους σ'αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

Για τον 17ο αναιρεσίβλητο, στον οποίο έχει επιδοθεί το αναιρετήριο 5509Ε/26.1.2015 εκθ. επιδ. του ίδιου δικ. επιμ.), δεν αποδεικνύεται η κλήτευσή του κατά την συζήτηση και ενόψει τούτου και εφόσον αυτός συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔικ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε διεκδίκηση ακινήτου, πρέπει κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔικ να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν (17ο αναιρεσίβλητο) να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Ο επικαλούμενος από τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρ.570 ΚΠολΔικ) ισχυρισμός περί ακυρότητας της αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (Μ. Χ. του Μ. και Ν. συζ. Ε. Ο., το γένος Μ. Χ.) λόγω θανάτου τους, είναι απαράδεκτος, γιατί η επικαλουμένη γνωστοποίηση των εν λόγω θανάτων με τις προτάσεις της πρωτόδικης συζήτησης και μάλιστα με την από 1.3.2010 προσθήκη δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 297 ΚΠολΔικ περί γνωστοποιήσεως με επίδοση δικογράφου ή κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (πρακτικά δευτεροβάθμιας δίκης, πρακτικά του ΑΠ) προκύπτει ότι έλαβε χώρα νομότυπη γνωστοποίηση των προτάσεων μη αρκουσών εφόσον αυτές κατατίθενται και δεν επιδίδονται.

Περαιτέρω ο ομοίως υποβαλλόμενος ισχυρισμός, περί απαραδέκτου της αναιρέσεως ως προς του λοιπούς, πλην του πρώτου και δέκατου έκτου των αναιρεσιβλήτων, γιατί μόνο οι τελευταίοι είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης νομιμοποιούμενοι για την εναντίον τους απεύθυνση της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί αφορά σε ισχυρισμό που συνάπτεται με την ύπαρξη ή ανυπαρξία του επιδίκου δικαιώματος και όχι με τη νομιμοποίηση των διαδίκων και οπωσδήποτε έπεται του ελέγχου της νομότυπης ή πλασματικής ερημοδικίας των διαδίκων.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν, παρά το νόμο, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο λόγος αυτός συνιστά κύρωση της παραβίασης της κατοχυρωμένης από το άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔικ, 20 παρ. 1 του Συντ. και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί πλασματικής, παρά το νόμο, ερημοδικίας, ήτοι όταν ενώ ο διάδικος ήταν παρών και μάλιστα προσηκόντως θεωρήθηκε ερήμην και δικάστηκε ως να ήταν παρών, υπό το ισχύον καθεστώς του άρθρου 524 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με το άρθρο 270 εδ.

ε του ίδιου κώδικα. Εξάλλου για τη θεμελίωση του λόγου αυτού [που παραδεκτά προτείνεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 εδα ΚΠολΔικ), δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ήταν τότε ή θεωρήθηκε απών] είναι αδιάφορο το θέμα αν ο παρά το νόμο ερήμην δικασθείς διάδικος, υπέστη ή όχι βλάβη από το λόγο αυτό, το δε στοιχείο της ερημοδικίας (το είδος και η αιτία της οποίας δεν ασκούν επιρροή), προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση.

Εξάλλου, από τα άρθρα 495 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος μπορεί μετά την άσκηση της έφεσης να ζητήσει τον προσδιορισμό δικασίμου αυτής και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο.

Αν με περισσότερες κλήσεις, του ίδιου ή άλλου διαδίκου, προσδιοριστεί η συζήτηση της έφεσης σε διαφορετικές δικασίμους ή και στην ίδια με διαφορετικό αριθμό πινακίου, η συζήτηση με βάση την πρώτη κλήση, καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση της άλλης, αφού ήδη έχει επιληφθεί το δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του. 'Ετσι στην περίπτωση που εγγραφεί η ίδια έφεση στο πινάκιο της ίδιας δικασίμου με δύο όμως ξεχωριστές κλήσεις (που καταλαμβάνουν δηλαδή δύο διαφορετικά πινάκια της ίδιας δικασίμου) του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, τότε κατά λογική αναγκαιότητα δεν υπάρχουν προς συζήτηση "δύο υποθέσεις", αλλά μόνο μία υπόθεση, αφού πρόκειται για την ίδια έφεση και επομένως για τη νομιμότητα της παράστασης του διαδίκου δεν κατατίθενται διπλές προτάσεις, παρά κατατίθενται αυτές μία μόνο φορά κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και τη συζήτησή της είτε από τον ένα είτε από τον άλλο αριθμό πινακίου της ίδιας δικασίμου.

Η λύση αυτή προσήκει και προς το νομοθετικό σκοπό των διατάξεων των άρθρων 230 και 498 ΚΠολΔικ, που αποσκοπούν στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και στην αποτροπή της παρέλκυσης της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των προσβαλλομένων υπ'αριθμ. 163/2014 και 164/2014 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου ασκήθηκε α) από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ν. Τ.

του Γ. κατά των αναιρεσειόντων η από 10-1-2008 και με αριθμό πράξεως καταθ. 50/16.1.2008 διεκδικητική αγωγή ακινήτων και β) από την πρώτη αναιρεσείουσα Γ. συζ. Κ. Α., το γένος Χ. Α., κατά όλων των αναιρεσιβλήτων, η από 7-4-2008 και με αριθμό πραξ. καταθ. 475/9.4.2008 διεκδικητική αγωγή των ίδιων ακινήτων. Οι αγωγές συζητήθηκαν στις 18.2.2010 και αφού λόγω της προφανούς τους συνάφειας συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 164/2010 απόφαση του προαναφερθέντος πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία η πρώτη αγωγή, ήτοι εκείνη του Ν.

Τ. έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ η συνεκδικασθείσα της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και προσέτι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση (λόγω μη νομίμου κλητεύσεως) ως προς τον δεύτερο και την τέταρτη των εναγομένων (και ήδη αναιρεσιβλήτων). Οι ηττηθέντες των αγωγών αυτών, ήτοι οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής και η ενάγουσα της δεύτερης (Γ.

και Κ. Α.) άσκησαν κατά της εν λόγω πρωτοβάθμιας υπ'αριθμ. 164/2010 αποφάσεως, την από 24.8.2010 και με αριθμό πραξ. καταθ. 230/31.8.2010 έφεσή τους, την οποία έστρεψαν κατά όλων των εναγομένων και των δύο αγωγών (δηλαδή και κατά εκείνων ως προς τους οποίους η συζήτηση της δεύτερης αγωγής είχε κηρυχθεί απαράδεκτη). Η συζήτηση της έφεσης αυτής επισπεύσθηκε και από τις δύο πλευρές των διαδίκων.

Ειδικότερα με επίσπευση των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων) και με αριθμό πραξ. καταθ. 299/1.9.2010 ορίστηκε δικάσιμος από το Εφετείο η 14.10.2011 και μετά από δύο αναβολές για τις δικασίμους της 21.9.2012 (αποχή δικηγόρων) και της 7.12.2012 (στάση εργασίας της 'Ενωσης Δικαστών), ορίστηκε τελικά δικάσιμος η 17.1.2014. Ομοίως με επίσπευση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ν.

Τ. του Γ. και με αριθμό πραξ. καταθ. 370/19.11.2010 ορίστηκε από το Εφετείο δικάσιμος η 11.11.2011 και μετά από δύο αναβολές για τις ίδιες δικασίμους, που είχε αναβληθεί ήδη η επισπευδομένη από τους εκκαλούντες συζήτηση (21.9.2012 και 7.12.2012) ορίστηκε τελικά η ίδια δικάσιμος, ήτοι η 17.1.2014 για συζήτηση της εν λόγω έφεσης. 'Ητοι η συζήτηση της έφεσης εισαγόταν με δύο κλήσεις για την ίδια δικάσιμο, οι οποίες (κλήσεις) είχαν καταχωρηθεί στο πινάκιο της ίδιας δικασίμου (17.1.2014) με αριθμούς 12 και 13 του πρώτου αναιρεσιβλήτου (12) και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα (15).

Στη δικαστηριακή πρακτική συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις να ματαιώνεται η μία από τις δύο κλήσεις ή έστω να συνεκφωνούνται ώστε η εισαγομένη με τη μία από τις δύο κλήσεις συζήτηση και κατά λογική αναγκαιότητα η επόμενη κατ'αριθμό να κηρύσσεται απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται δικονομική υποχρέωση των διαδίκων, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη να καταθέσουν προτάσεις ξεχωριστές για τη συζήτηση της ίδιας έφεσης που εισάγεται με δύο κλήσεις.

Στη προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο έγινε με επίσπευση - κλήση τόσο του πρώτου αναιρεσίβλητου (πινάκιο 12) όσο και των αναιρεσειόντων (πινάκιο 13). Οι αναιρεσείοντες είχαν καταθέσει προτάσεις στη σχηματισθείσα δικογραφία που αφορούσε την επισπευδομένη από αυτούς συζήτηση, ήτοι του πινακίου 13.

Το δικαστήριο που συνεκφώνησε τις κλήσεις της ίδιας έφεσης, αν και μπορούσε, όπως άλλωστε συνηθίζεται στη δικαστηριακή πρακτική να ματαιώσει τη συζήτηση της επόμενης κατ'αριθμό κλήσης ή να εκδώσει μία απόφαση, εν τούτοις και χωρίς τούτο να συνιστά σφάλμα, εξέδωσε χωριστές αποφάσεις, ήτοι συζήτησε την έφεση δύο φορές, ήτοι με κάθε κλήση ξεχωριστά και ως προς την υπ'αριθμ.

πινακίου 12 και παρά την υποχρέωσή του προς επισκόπηση της σχηματισθείσας για την ίδια υπόθεση δικογραφίας του πινακίου 13, ώστε να λάβει υπόψη τις εκεί κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων, εφόσον δεν υπήρχε δικονομική τους υποχρέωση να καταθέσουν ξεχωριστές προτάσεις για την ίδια και εισαγομένη με δύο κλήσεις υπόθεση, απέρριψε την έφεση με την υπ'αριθμ. 163/2014 απόφαση λόγω πλασματικής ερημοδικίας και ειδικότερα γιατί δέχθηκε ότι οι εκκαλούντες δεν κατέθεσαν προτάσεις και συνακόλουθα ότι δεν παρίστανται νομίμως και ότι λόγω της μη προσήκουσας αυτής παράστασής τους παραιτούνται από την έφεση.

Ημεροχρονολογία διασκέψεως της αποφάσεως είναι η 8.5.2014 και δημοσιεύσεως η 30.6.2014. Ως προς την εισαγομένη με την κλήση του πινακίου 13 έφεση, που επίσης δημοσιεύθηκε στις 30.6.2014 το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση γιατί μολονότι η διάσκεψη έγινε ένα μήνα νωρίτερα από την προηγούμενη (του πινακίου 12) υπόθεση και συγκεκριμένα στις 8.4.2014 ήταν σ'αυτό γνωστό, από αμέσως προηγούμενη ενέργειά του, που όμως είναι μεταγενέστερη (διάσκεψη 8.5.2014) ότι είχε εκδικασθεί η έφεση με την κλήση του πινακίου 12 και μάλιστα με πλασματική ερημοδικία, που προκύπτει από την έρευνα της υπόθεσης και όχι από τη διαδικασία στο ακροατήριο και τις εγγραφές του πινακίου.

Ειδικότερα με την υπ'αριθμ. 163/2014 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση έφεσης με αριθμό έκθ. κατάθ. 230/2010 κατά της υπ' αριθμ. 164/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, επισπεύδεται από τον πρώτο εφεσίβλητο, αντίγραφο της δε με την υπ' αριθμ. 370/2010 πράξη προσδιορισμού του αρμόδιου γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στο τέλος του δικογράφου της για την αρχική δικάσιμο της 11-11-2011, με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια του πρώτου εφεσιβλήτου στους εκκαλούντες (βλ.

την υπ' αριθμ. 4030Β/1-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Κ. Γ.). Οι εκκαλούντες όμως, αν και στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης μετ' αναβολή δικάσιμο παρέστησαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου (υπ' αριθ. 12) διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Κουτσούκου, δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, θεωρείται ότι δεν παραστάθηκαν προσηκόντως και γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή τους ως ανυποστήρικτη ως προς τους εφεσιβλήτους που παρίστανται, χωρίς να επακολουθήσει περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης. Ως προς τους δεύτερο και τέταρτη των εφεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει η συζήτηση να ματαιωθεί (άρθρο 260 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

Με την υπ'αριθμ. 164/2014 απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση με αριθμό έκθ. κατάθ. 230/2010 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 164/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ορίστηκε προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο 17-1-2014), μετ' αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 14-10-2011, με αριθμό πινακίου 13 και με επίσπευση των εκκαλούντων (βλ.

τη σχετική υπ' αριθμ. 299/1-9-2010 πράξη προσδιορισμού του αρμόδιου γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στο τέλος του δικογράφου της έφεσης και τις οικείες υπ' αριθ. 5345 Β, 5344 Β, 5346 Β, 5347 Β, 5348 Β/10-8-2011, 5356 Β, 1-5357 Β/ 11-8-2011, 5352 Β/12-8-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Κ. Γ.). Όπως, όμως, γνωρίζει το Δικαστήριο από αμέσως προηγούμενη ενέργεια του, η ίδια έφεση κατά της ίδιας ως άνω απόφασης και μεταξύ, των ιδίων διαδίκων συζητήθηκε ήδη ερήμην των εκκαλούντων στη σημερινή δικάσιμο (17-1- 2014), μετά από επίσπευση της συζήτησης από τον πρώτο εφεσίβλητο με αριθμό πινακίου 12.

Σύμφωνα, επομένως, με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, η συζήτηση της ένδικης έφεσης στη σημερινή δικάσιμο με αριθμό πινακίου 13 πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού ήδη αυτή έχει συζητηθεί στην ίδια δικάσιμο με αριθμό πινακίου 12. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την υπ'αριθμ. 163/2014 απόφασή του απέρριψε την έφεση κατά της εκκληθείσας υπ'αριθμ. 164/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ενώ ως προς τον δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (Μ.

Χ. του Μ. και Ν. συζ. Ε. Ο. το γένος Μ. Ζ.) κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση και με την υπ'αριθμ. 164/2014 απόφαση του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης κατά της ίδιας αποφάσεως. Η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων της υπ'αριθμ. 163/2014 εφετειακής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, γιατί ως προς αυτούς εφόσον είχε ματαιωθεί η συζήτηση δεν υφίσταται απόφαση ώστε κατ'αυτής να ασκηθεί αναίρεση.

Επίσης η αναίρεση κατά της υπ'αριθμ. 164/2014 εφετειακής αποφάσεως είναι απαράδεκτη γιατί η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση, αφού δεν είναι οριστική απόφαση με την έννοια των άρθρων 308 παρ. 1 και 553 παρ. 2 ΚΠολΔικ ήτοι δεν απεκδύει τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία ως προς την υπόθεση αλλά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περίπτωση ιδρύσεως απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν συντρέχει και οι οικείες αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς, αφού κατά το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔικ το παραδεκτό της αναιρέσεως, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως προηγείται της έρευνας των επικαλουμένων λόγων, που προϋποθέτουν απόφαση υποκειμένη σε αναίρεση, πράγμα που δεν συμβαίνει για τους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους της υπ'αριθμ. 163/2014 απόφασης και για την 164/2014 απόφαση. 'Οσον αφορά τον πρώτο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, γιατί το Εφετείο με τις προπεριγραφείσες ενέργειές του παρά το νόμο απέδωσε στους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες πλασματική ερημοδικία και κατά παραβίαση των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων των άρθρων 110 παρ. 2 ΚΠολΔικ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ τους στέρησε το δικαίωμα ακροάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν καταθέσει προτάσεις, αφού αυτές είχαν κατατεθεί για την υπ'αριθμ. πινακίου 13 υπόθεση που οι ίδιοι επέσπευδαν και οι οποίες ίσχυαν και για την υπ'αριθμ. πινακίου 12 που επέσπευδε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και δεν υφίστατο δικονομική τους υποχρέωση για κατάθεση ξεχωριστών προτάσεων για την ίδια και εισαγομένη με περισσότερες κλήσεις υπόθεση.

Ενόψει τούτων η αναίρεση κατά της υπ'αριθμ. 163/2014 αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτή και αφού αναιρεθεί η εν λόγω προσβαλλομένη απόφαση για τους λοιπούς διαδίκους (δηλ. πλήν των 17ου, 2ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ) και να διαταχθεί η επιστροφή στους εν μέρει νικήσαντες αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν κατά ίσα μέρη μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων ένεκα της μερικής νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (άρθρο 183, 176 και 178 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων (Δ. Δ. του Ν.).

Κηρύσσει ως προς αυτόν απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την αίτηση των Γ. συζ. Κ. Α., το γένος Χ. Α. και Κ. Α. του Χ., κατά των Ν. Τ. του Γ., Μ. Χ. του Μ., κλπ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 164/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Απορρίπτει την αίτηση των Γ. συζ. Κ. Α., το γένος Χ. Α., και Κ. Α. του Χ., κατά των Μ. Χ. του Μ. και Ν. συζ. Ε. Ο., το γένος Μ. Χ. (2ου και 4ης των αναιρεσιβλήτων) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 163/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την της υπ'αριθμ. 163/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.

Κατανέμει, κατά ίσα μέρη, τα έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ