Legislator Case Law & Legislation
689/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence interpretation, ruling appellate court did not commit diagnostic error.

Case Number 689/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a traffic accident compensation claim. The appellant argued the appellate court misinterpreted autopsy reports and site plans concerning debris dimensions, claiming a diagnostic error in evidence evaluation. The court rejected this, stating the lower court correctly accepted the documented facts and that the appellant's arguments regarding contradictory evidence were inadmissible or unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged diagnostic error regarding the interpretation of documentary evidence is inadmissible if the appellate court did not establish facts contrary to those recorded in the documents.

Keywords

AI generated
appellate review diagnostic error documentary evidence autopsy report civil procedure code evidence interpretation inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 12 paragraph 2 of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 689/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Αντωνόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Κ., 2) Α. συζύγου Θ. Κ., το γένος Μ., 3) Κ. Κ. του Θ., 4) Ε. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4251/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 720/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 9/2/2011 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 366/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 720/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 789/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/1/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 20/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ.789/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, αφού δίκασε την από 15-7-2009 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ’ αριθ.4251/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 24-11-2006 αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο συγγενούς τους, εξαιτίας της περιγραφόμενης αμελούς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού ,μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 366/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την υπ’ αριθ. 720/2010 απόφαση του ίδιου Εφετείου, που είχε δεχθεί την άνω έφεση, είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση σ’ αυτό, δέχθηκε αυτή(έφεση), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή ( άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.

Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ’ εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 831/2005, ΑΠ 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Μορφή της υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. (AΠ 732, ΑΠ 703, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 366/2012).

Περαιτέρω και οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το βαθμό (τη βαρύτητα) του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο ευθύνεται καθένας από τους περισσότερους συνυπαίτιους στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, προκειμένου να μειωθεί η αποζημίωση (άρθρο 300 ΑΚ) ή να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 ΑΚ), διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1253/2007).

Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση του ζημιογόνου αποτελέσματος και συνέπειες αυτού, οικονομική κατάσταση των μερών κ.λπ.) και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία γι’ αυτό και δεν επιτρέπεται, μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.

Τέλος ,κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.(ΑΠ 253/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ’ αριθ .../19-5-2002 σύμβασης έργου, που υπογράφεται μεταξύ του Δημάρχου του Δήμου Τροιζηνίας και του εναγομένου εργολάβου, ο τελευταίος ανέλαβε την εκτέλεση του δημοτικού έργου "καθαρισμός τάφρων και βελτίωση βατότητας οδικού δικτύου Δ.Δ.

Δρυόπης". Το όλο έργο περιελάμβανε α) -τη βελτίωση της βατότητας αγροτικής οδοποιίας των χωμάτων οδών (εξομάλυνση οδοστρώματος με γκρέϊντερ) και β) τον καθορισμό με γκρέϊντερ των τάφρων απορροής όμβριων υδάτων από μπάζα, απορρίμματα και άγρια βλάστηση στις ανωτέρω αγροτικές οδούς και τη δημοτική ..., με χρόνο παράδοσης του όλου έργου δύο μήνες από την υπογραφή της εν λόγω εργολαβικής σύμβασης, ήτοι μέχρι 19-7-2002.

Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εργολαβίας ο εναγόμενος ξεκίνησε με τον καθαρισμό των τάφρων απορροής όμβριων υδάτων της ασφάλτινης δημοτικής ..., απομακρύνοντας με το γκρέϊντερ από τις τάφρους απορροής} που βρίσκονταν στα ρείθρα της οδού, τα μπάζα από τα όμβρια ύδατα του χειμώνα, ενώ απέκοπτε και απομάκρυνε κάθε φύσεως βλάστηση για τη διαμόρφωση των πρανών.

Η παραπάνω δημοτική οδός βρίσκεται σε πλαγιά λόφου είναι διπλής κατεύθυνσης (άνευ διαχωριστικών γραμμών), έχει πλάτος οδοστρώματος 6.30 μ, με συνεχείς ανοικτές και κλειστές στροφές και κλίση οδοστρώματος 10%, είναι δε η μόνη οδός που συνδέει το υπόλοιπο οδικό δίκτυο με το χωριό ..., γι’ αυτό και παρέμεινε ανοικτή καθόλη τη διάρκεια των εκτελούμενων εργασιών.

Στα πλαίσια του παραπάνω έργου εργασίας καθαρισμού των ρείθρων της οδού, τα υλικά που συγκέντρωνε ο εναγόμενος από τον καθαρισμό και τη διαμόρφωση των ρείθρων τα μετέφερε με το μηχάνημα στην απέναντι πλευρά του δρόμου και τα απέθεσε στην πλαγιά που υπήρχε κάτωθεν αυτού υπό μορφή αναχώματος. Κατά την εν λόγω διαδικασία κάποιες μικροποσότητες των μεταφερόμενων υλικών (χαλίκια, χώμα) έπεσαν στο οδόστρωμα της παραπάνω οδού, που ο εναγόμενος δεν φρόντισε να απομακρυνθούν ολοκληρωτικά και οι οποίες μικροποσότητες χαλικιών και άμμου καθιστούσαν το οδόστρωμα ολισθηρό και επικίνδυνο για την κυκλοφορία των οχημάτων.

Ο εναγόμενος, ενώ εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο οδόστρωμα υπολείμματα από τα πιο πάνω υλικά, απομάκρυνε τις προειδοποιητικές σημάνσεις περί εκτελούμενων εργασιών. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, στις 2-7-2002 και περί ώρα 21.30 συνέβη τροχαίο ατύχημα επί της ... και μάλιστα στο τμήμα αυτής όπου είχαν απομείνει υπολείμματα των προεκτεθέντων υλικών (χαλίκια, χώμα).

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία και ώρα ο τρίτος των εναγόντων Κ. Κ., οδηγώντας το υπ’ αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας μητέρας του, στο οποίο συνεπέβαινε και ο αδελφός του Γ. Κ., εκινείτο επί της δημοτικής ... του δημοτικού διαμερίσματος ... με κατεύθυνση από τον οικισμό ...

προς Ε.Ο. Ναυπλίου -Γαλατά, δηλαδή από το βουνό προς τη θάλασσα. Ο προαναφερόμενος οδηγός, σ οποίος σημειωτέον εστερείτο άδεια ικανότητας οδήγησης, παρότι εκινείτο νυχτερινή ώρα και σε δρόμο με επικινδυνότητα λόγω στροφών, γκρεμών στα πλάγια της οδού και κατωφέρειας, είχε αναπτύξει ανεπίτρεπτα αυξημένη για τις συνθήκες της συγκεκριμένης οδού ταχύτητα, που ξεπερνούσε το 100 χιλιόμετρα την ώρα και με την αυξημένη αυτή ταχύτητα εισήλθε σε ανοιχτή αριστερή στροφή σε σχέση με την πορεία του καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο τμήμα του δρόμου στο οποίο είχαν πραγματοποιηθεί οι προαναφερθείσες εργασίες καθαρισμού των ρείθρων και στο οποίο υπήρχαν υπολείμματα από τα παραπάνω υλικά (χαλίκια, χώμα), που δεν φρόντισε να απομακρυνθούν ο εναγόμενος εργολάβος.

Έτσι ο ως άνω οδηγός όταν έφθασε στην καμπύλη της εν λόγω στροφής έχοντας εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επιχείρησε τροχοπέδηση προκειμένου να μην εκτραπεί προς το γκρεμό αλλά και για να επανέλθει το όχημα στο ρεύμα πορείας του, πλην όμως το όχημα του, λόγω της αυξημένης ταχύτητας σε συνδυασμό με την ύπαρξη των χαλικιών στο οδόστρωμα που καθιστούσαν αυτό ολισθηρό, δεν υπάκουσε, αλλά κινούμενο ανεξέλεγκτα εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και κατέπεσε στον παρακείμενο γκρεμό (ύψους 60 μέτρων), με αποτέλεσμα τον ελαφρύ τραυματισμό του ενάγοντος οδηγού, ο οποίος φορούσε ζώνη ασφαλείας και το θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος αδελφού του, που δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας.

Η ως άνω υπερβολική για τα δεδομένα της οδού ταχύτης, που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο μοχλός επιλογής ταχυτήτων του οχήματος βρέθηκε, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας του Α/Τ Γαλατά, στη θέση εμπλοκής της 4ης ταχύτητας, ενώ εξάλλου ο Π. Μ. (μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός) στην από Απρίλιο 2006 έκθεση ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε κατόπιν εντολής του Δημάρχου του Δήμου Τροιζηνίας, με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα και φωτογραφίες) καθώς και την επιτόπια θεώρηση, που πραγματοποίησε στον τόπο του ατυχήματος στις 7-2-2006, προσδιόρισε την ταχύτητα του οχήματος σε 117 χιλιόμετρα την ώρα.

Περαιτέρω στην προκείμενη περίπτωση τόσο η εκτροπή του ζημιογόνου αυτοκινήτου όσο και η πέδηση που επιχείρησε ο οδηγός του προκειμένου να μην εκτραπεί προς το γκρεμό έλαβαν χώρα στο τμήμα της επίδικης οδού όπου υπήρχαν υπολείμματα από τα παραπάνω υλικά. Την άποψη του αυτή το δικαστήριο στηρίζει κυρίως στην από 2-7-2002 έκθεση αυτοψίας (που συνέταξαν τα επιληφθέντα του τροχαίου ατυχήματος αστυνομικά όργανα και στην οποία έκθεση αναφέρεται ότι η εκτροπή αρχίζει σε απόσταση 70 μ από την αρχή ύπαρξης του γαρμπιλιού - χώματος) και το συνοδευτικό αυτής πρόχειρο σχεδιάγραμμα (όπου φαίνονται ίχνη πλαγιολίσθησης ΙΧΕ αυτοκινήτου μήκους 14,80 μ εντός του τμήματος του οδοστρώματος όπου υπήρχαν χαλίκια - γαρμπίλι, χώματα).

Με τα δεδομένα αυτά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια), τόσο μεν του ενάγοντος οδηγού σε ποσοστό 70%, όσο δε και του εναγομένου εργολάβου σε ποσοστό 30%. Και τούτο διότι ο μεν οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης (σημειωτέον αυτός ένα χρόνο μετά το ατύχημα και σε τέσσερις συνολικές προσπάθειες απόκτησης της σχετικής άδειας ικανότητας απορρίφθηκε- βλ.

το υπ’ αριθ. πρωτ. .../8-12-2002 έγγραφο της διεύθυνσης μεταγραφών και επικοινωνιών του Νομ/κού διαμερίσματος Πειραιά) και ως εκ τούτου μη έχων την απαιτούμενη ικανότητα που να του επιτρέπει την ασφαλή οδήγηση με γνώμονα τη γνώση και εφαρμογή των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, έχοντας αυξημένη ταχύτητα, την οποία δεν είχε ρυθμίσει λαμβάνων υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες (νύχτα, οδόστρωμα με συνεχείς ανοικτές στροφές, γκρεμνούς, κατωφέρεια 10%), ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού πριν από οποιαδήποτε εμπόδιο, που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό απ’ αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και εν προκειμένου των κατά τα παραπάνω υπολειμμάτων χαλικιού - γαρμπιλιού και χωμάτων, αλλά και ούτε μείωσε την αυξημένη (υπερβολική) ταχύτητα του οχήματος του κατά την είσοδο του σε στροφή (άρθρ 19 παρ, 1-3 κοκ) με αποτέλεσμα, λόγω και της ολισθηρότητας που παρουσίαζε το οδόστρωμα εξαιτίας των παραπάνω υλικών, να εκτραπεί το ως άνω όχημα, κατά την επιχειρούμενη τροχοπέδηση αυτού, της πορείας του προς τα δεξιά και να καταπέσει στον παρακείμενο γκρεμό με τα παραπάνω αποτελέσματα.

Και ο εναγόμενος εργολάβος κρίνεται συνυπαίτιος (κατά τα ως άνω ποσοστό, συνυπαιτιότητας) στην επέλευση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανατηφόρου αποτελέσματος, αφού δεν φρόντισε να απομακρύνει τα χαλίκια και το χώμα, που αυτός είχε ρίψει στο οδόστρωμα, ενώ μάλιστα είχε αφαιρέσει και τις σχετικές επισημάνσεις του έργου, από τα οποία υλικά προκλήθηκε και η ολισθηρότητα του οδοστρώματος.

Η ως άνω προηγούμενη από το ατύχημα αμελής συμπεριφορά του εναγομένου εργολάβου συνετέλεσε και αυτή, αιτιωδώς στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων, αφού η εκτροπή του οχήματος θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν δεν υπήρχαν επί του οδοστρώματος τα ως άνω υλικά και δεν είχε αφαιρεθεί η σήμανση για τις εκτελούμενες εργασίες και τον κίνδυνο που προήρχετο απ’ αυτές.

Σημειώνεται εδώ ότι ο εναγόμενος- εργολάβος με την υπ’ αριθ 614/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Γ. Κ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών συνεπιβάτης (αδελφός του τρίτου ενάγοντος οδηγού) δε ανταποκρίθηκε στην κατά νόμο υποχρέωση του να έχει προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη του η οποία συνετέλεσε σε ποσοστό 30% στην έκταση των προκληθεισών συνεπεία του ατυχήματος θανατηφόρων κακώσεων στο θώρακα, κοιλία και κεφαλή λόγω της εκτίναξής του από το όχημα μετά την εκτροπή και την εν συνεχεία καταπλάκωσή του απ’ αυτό, σε αντίθεση με τον ενάγοντα οδηγό, ο οποίος λόγω του ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας δεν εκτινάχθηκε από το όχημα και υπέστη ελαφρύ τραυματισμό (εκδορές πλάγιες ΑΡ κοιλιακής χώρας και άλγος ΑΜΣΣ, ωμικής ζώνης άμφω).

Επίσης πρέπει να καταλογισθεί στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα του οδηγού του αυτοκινήτου) συντρέχον πταίσμα σε ποσοστό 30% στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και την εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του γιού της Γ. Κ., διότι αυτή, όπως αποδείχθηκε, παραχώρησε τη χρήση του ανήκοντος στην ιδιοκτησία της ζημιογόνου αυτοκινήτου στον τρίτο ενάγοντα γιό της, γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού.

Επομένως οι παραπάνω ενστάσεις του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος και της δεύτερης ενάγουσας μητέρας του, που παραδεκτά πρότεινε πρωτοδίκως και επαναφέρει νομίμως και παραδεκτώς στο παρόν δικαστήριο, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει ως βάσιμες κατ’ ουσίαν. Με βάση τα προαναφερθέντα οι ενάγοντες δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ηλικίας 20 ετών Γ.

Κ., υιού των δύο πρώτων τούτων και αδελφού των τρίτου και τέταρτου εξ αυτών, που συνδέονταν με αμοιβαία αισθήματα αγάπης. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που έγινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το βαθμό πταίσματος τόσο των τρίτου ενάγοντος οδηγού όσο και του εναγομένου εργολάβου καθώς και το συντρέχον πταίσμα της δεύτερης ενάγουσας (μητέρας του θανόντος) και του ίδιου του θανόντος, επί πλέον δε την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, την εν λόγω αξίωση των εναγόντων προσδιορίζει το δικαστήριο στο ποσό 1) των 20.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 2) των 15.000 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα, 3) των 3.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα και 4) των 10.000 Ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, το οποίο εκτιμάται ως εύλογο".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, διότι δέχθηκε ότι δεν συνέτρεξε πταίσμα του αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανατηφόρου τραυματισμού του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσείοντες, νομιμοτόκως, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, τα προαναφερόμενα ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την εφαρμογή ή όχι των άνω διατάξεων των άρθρων 297,298,300,330,914 και 932 ΑΚ, που εφάρμοσε, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, οφειλόμενης σε συντρέχον πταίσμα με τη μορφή της αμέλειας, η οποία είχε ως συνέπεια την παράλειψή του να απομακρύνει από την οδό τα άνω ριφθέντα υπ’ αυτού υλικά, καθώς και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προειδοποίηση των χρησιμοποιούντων την οδό, με αποτέλεσμα εξαιτίας και αυτής να επέλθει το αυτοκινητικό ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα η απόφαση α) δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το εάν τα υλικά χαλικιών και χώματος στο ασφάλτινο οδόστρωμα ήταν εμφανή ή εάν υπήρχαν απλώς υπολείμματα, αφού σαφώς αναφέρει ότι επ’ αυτού υπήρχαν υπολείμματα των άνω υλικών, β) σαφώς αναφέρει ότι τα άνω υπολείμματα αποτελούσαν αυτά, που είχαν παραμείνει στο ασφάλτινο οδόστρωμα κατά την εκτέλεση του αναληφθέντος υπό του αναιρεσείοντος έργου, που αναγόταν, πέραν άλλων, στον καθαρισμό "με γκρέιντερ των τάφρων απορροής ομβρίων υδάτων από μπάζα" και συγκεκριμένα κατά τη μεταφορά τους υπ’ αυτού με το άνω μηχάνημα από τις τάφρους απορροής προς απόρριψή τους, στην πλαγιά που υπήρχε στην απέναντι πλευρά του οδοστρώματος, από την οποία παραδοχή ευθέως συνάγεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να απομακρύνει τα άνω υπολείμματα, που απορρίφθηκαν στο οδόστρωμα από την προηγούμενη ως άνω συμπεριφορά του, αν και είχε προς τούτο υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 ΚΟΚ, το οποίο ορίζει ότι απαγορεύεται η απόρριψη χωμάτων ή αχρήστων υλικών επί της οδού.

Συνακόλουθα δε των παραδοχών αυτών, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη δεν διακρίνει εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος διαρκούσε η εκτέλεση του αναληφθέντος υπ’ αυτού έργου ή εάν είχε παραδοθεί είναι αλυσιτελής, αφού η ευθύνη του δημιουργήθηκε από την παραπάνω συμπεριφορά του, ανεξάρτητα από το χρόνο περάτωσης των εργασιών και παράδοσης του έργου, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης ότι τα υπολείματα των υλικών δημιουργήθηκαν από τις εργασίες του αναιρεσείοντος.

γ) σαφώς ανέφερε, ότι η εκτροπή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η πέδηση που επιχείρησε ο οδηγός του έλαβαν χώρα στο τμήμα της οδού, όπου υπήρχαν υπολείμματα από τα άνω υλικά και αναφέροντας ότι κατά την από 2-7-2002 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα επιληφθέντα του τροχαίου ατυχήματος αστυνομικά όργανα "η εκτροπή αρχίζει σε απόσταση 70 μ από την αρχή ύπαρξης του γαρμπιλιού-χώματος" και ότι φαίνονται ίχνη πλαγιολίσθησης 14,80 μ εντός του τμήματος του οδοστρώματος, όπου υπήρχε γαρμπίλι, σαφώς δέχεται ότι η εκτροπή και η πέδηση άρχισαν σε χώρο του οδοστρώματος με υπολείμματα των άνω υλικών και δ) ενόψει του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων, εξαιτίας της παράλειψης του να απομακρύνει τα υπολείμματα των άνω υλικών από το οδόστρωμα, δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση για τους χρησιμοποιούντες την οδό, αυτός όφειλε να λάβει τα ενδεικνυόμενα από τις περιστάσεις μέτρα για την αποτροπή ζημιών σ’ αυτούς και συγκεκριμένα να διατηρήσει στο σημείο εκείνο της οδού την προειδοποιητική σήμανση, την οποία όμως παρέλειψε ανεξάρτητα 1)από το χρόνο περάτωσης των εργασιών και παράδοσης του έργου, 2)των οποιονδήποτε συμφωνιών μεταξύ αναιρεσείοντος και Δήμου ή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για την πλύση του οδοστρώματος.

Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το να καθορίσει το Εφετείο το ποσοστό υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού και συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στα προαναφερόμενα ποσοστά συμβολής τους στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, καθώς και τα αντίστοιχα τοιαύτα του θανόντος επιβάτη του αυτοκινήτου στην επέκταση του θανάσιμου τραυματισμού του και της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ακολούθως δε, λαμβάνοντας υπόψη, εκτός των άλλων και το βαθμό του πταίσματος των ανωτέρω, με αναφορά στα παραπάνω ποσοστά υπαιτιότητάς τους, να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους τα προαναφερόμενα ποσά ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,διότι, κατά τα προαναφερόμενα, η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή εκ πλαγίου παράβαση.

Κατ’ ακολουθίαν, ο τρίτος και ο τέταρτος (κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος του) λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).

Μάλιστα ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο αυτό στον Άρειο Πάγο προκειμένου να διαπιστωθεί κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ το ακριβές περιεχόμενό του, διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (αναπόδεικτος). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-7-2002 έκθεσης αυτοψίας, που συνέταξαν τα επιληφθέντα του τροχαίου ατυχήματος αστυνομικά όργανα, κρισίμου για την έκβαση της δίκης, διότι δέχθηκε ότι " η εκτροπή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η πέδηση, που επιχείρησε ο οδηγός, προκειμένου να μην εκτραπεί στο γκρεμό, έλαβαν χώρα στο τμήμα της επίδικης οδού, όπου υπήρχαν υπολείμματα από τα παραπάνω υλικά.

Την άποψή του αυτή στηρίζει κυρίως στη άνω έκθεση, στην οποία αναφέρεται ότι η εκτροπή αρχίζει σε απόσταση 70 μ από την αρχή ύπαρξης του γαρμπιλιού-χώματος και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου φαίνονται ίχνη πλαγιολίσθησης ΙΧΕ αυτοκινήτου μήκους 14,80 μ εντός του τμήματος του οδοστρώματος, όπου υπήρχαν χαλίκια-γαρμπίλι, χώματα", ενώ στην έκθεση αυτή αναφέρονται εντελώς διαφορετικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι " κατά μήκος της οδού και προς την πορεία του οχήματος υπήρχε σε απόσταση 100 μ περίπου και πλάτους 0,50-1,50 γαρμπίλι-χώμα προερχόμενο από εργασίες καθαρισμού της οδού από το Δήμο Τροιζήνας" και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ότι το γαρμπίλι-χώματα δεν ήταν σε όλο το πλάτος της οδού αλλά στις άκρες του καλύπτοντας αλλού 0,50 και αλλού 1,50 μ πλάτος και συνεπώς το αυτοκίνητο στα 14,80 μ που πλαγιολίσθησε, δεν πλαγιολίσθησε καθόλο το μήκος αυτό επάνω σε χαλίκι-γαρμπίλι, χώματα".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης του που προαναφέρονται, δέχθηκε ότι η εκτροπή και η πέδηση του αυτοκινήτου έλαβαν χώρα στο τμήμα της οδού όπου υπήρχαν υπολείμματα από τα παραπάνω υλικά, παραδοχή η οποία, σημειωτέον, ασκούσε έννομη επιρροή στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της συμβολής της άνω κατάστασης της οδού στην πτώση του αυτοκινήτου στο γκρεμό.

Την κρίση του αυτή το δικαστήριο τη στήριξε κυρίως στην άνω έκθεση αυτοψίας στην οποία δέχθηκε ότι αναφέρεται ότι η εκτροπή αρχίζει σε απόσταση 70 μ από την αρχή ύπαρξης του γαρμπιλιού-χώματος, καθώς και στο συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, δεχόμενο ότι σ’ αυτό αποτυπώνονται ίχνη πλαγιολίσθησης ΙΧΕ αυτοκινήτου μήκους 14,80 μ εντός του τμήματος του οδοστρώματος όπου υπήρχαν χαλίκια-γαρμπίλι, χώματα.

Η άνω αναφορά στην προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας αποτελεί κατά πιστή αντιγραφή το περιεχόμενό της στο κεφάλαιό της " Λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις" και συνεπώς δεν υφίσταται διαγνωστικό λάθος κατά την ανάγνωσή του και παραμόρφωσή του, ενώ η αναφορά ότι " κατά μήκος της οδού και ως προς την πορεία του οχήματος υπήρχε σε απόσταση 100 μ περίπου και πλάτους 0,50-1,50 μ γαρμπίλι-χώμα, προερχόμενο από εργασίες καθαρισμού της οδού από το Δήμο Τροιζήνας" αποτελεί περιεχόμενο του κεφαλαίου της έκθεσης " Διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος", το οποίο το Εφετείο δεν μνημόνευσε στην απόφασή του, αλλά η ανάγνωσή του δεν μπορούσε και να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, αφού και στο κεφάλαιο αυτό περιγράφεται η ύπαρξη των άνω υλικών επί του οδοστρώματος σε μήκος μάλιστα 100 μ και πλάτος 0,50-1,50 μ.

Περαιτέρω στο προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται η ύπαρξη γαρμπιλιού στην αριστερή και στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος, χωρίς να περιγράφονται οι διαστάσεις της έκτασης που καταλαμβάνει και αποτυπώνεται και η πλαγιολίσθηση μήκους 14,80 μ επί του γαρμπιλιού, συνακόλουθα το Εφετείο με την παραπάνω παραδοχή του, ότι η εκτροπή και η πέδηση του αυτοκινήτου έλαβαν χώρα στο τμήμα της οδού όπου υπήρχαν υπολείμματα από τα παραπάνω υλικά, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος και ως προς το έγγραφο αυτό.

Η άποψη του αναιρεσιβλήτου ότι τόσον από την έκθεση αυτοψίας όσο και από το σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι τα υλικά γαρμπίλι-χώματα δεν ήταν σε όλο το πλάτος της οδού, αλλά κάλυπταν αλλού 0,50 και αλλού 1,50 μ από τα άκρα της και ότι συνακόλουθα το αυτοκίνητο στα 14,80 μ που πλαγιολίσθησε δεν πλαγιολίσθησε καθ’ όλο το μήκος αυτό πάνω σε χαλίκια - γαρμπίλι, χώματα, όπως δέχθηκε το Εφετείο, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου σχετικώς με το αποδεικτικό περιεχόμενο της άνω έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, το οποίο κατ’ αυτόν είναι εσφαλμένο ως αντίθετο προς εκείνο το οποίο ο ίδιος πιστεύει ως ορθό.

Κατ’ ακολουθίαν, δεν προέκυψε ότι το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς την ανάγνωση του περιεχομένου των άνω εγγράφων, που αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, αφού αυτό δεν δέχθηκε διαφορετικά γεγονότα από εκείνα που περιγράφονται σ’ αυτά και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που ο αναιρεσείων αιτιάται για εσφαλμένη ανάγνωση αυτών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αιτιάται ότι συνήγαγε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που αυτός θεωρεί ορθό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τoν αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την από 29-1-2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 789/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ