Legislator Case Law & Legislation
689/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against shipowner's liability ruling, upholding distinction between ownership and management.

Case Number 689/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the shipowner's liability claim. The court found that the second defendant was the shipowner, not the manager, and thus could not be held liable for breach of a work contract. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84, 105, 106 of the Code of Private Maritime Law; The distinction between ship ownership and management requires separate declaration to third parties, and a shipowner cannot be held liable for breach of contract obligations if they are not the contracting party.

Keywords

AI generated
ship ownership ship management maritime liability contractual breach appeal dismissal legal costs maritime law

Cited Legislation

AI generated
Articles 84, 105 and 106 of the Code of Private Maritime Law (Law 3816/1959)
Articles 211, 212, 216 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 689/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ο. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστάσιου Ρούτση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αλλοδαπής … εταιρείας με την επωνυμία "ΧΙΑΝ ΣΠΙΡΙΤ ΜΑΡΙΤΑΪΜ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖΙΣ ΙΝΚ" ("CHIAN SPIRIT MARITIME ENTERPRISES INC"), η οποία διατηρεί ως τυπική διαχειρίστρια της 2ης αναιρεσιβλήτου γραφείο στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΞΤΙΝ ΘΕΡΤΙΝ ΜΑΡΙΝ" ("SIXTEEN THIRTEEN MARINE"), η οποία έχει τυπική καταστατική έδρα στην ... που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιου Κοντοσέα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1173/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 832/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-11-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 11-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τέταρτου και του πέμπτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84, 105 και 106 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ν. 3816/1959) προκύπτει ότι γίνεται διάκριση των εννοιών πλοιοκτησίας, κυριότητας του πλοίου και εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει σύμπτωση κυριότητας και εφοπλισμού, έτσι ώστε όταν τα δύο αυτά στοιχεία χωρίζονται να έχουμε αφενός μόνο κυριότητα και αφετέρου μόνο εφοπλισμό.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρο 105 ΚΙΝΔ "ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο δι εαυτόν ανήκον εις άλλον (εφοπλιστής) οφείλει να δηλώσει τούτο εγγράφως από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου εις την λιμενικήν αρχήν του τόπου της νηολογήσεως. Μη γενομένης τοιαύτης δηλώσεως ο κύριος του πλοίου τεκμαίρεται ότι εκμεταλλεύεται τούτο δι` εαυτόν".

Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η δήλωση του τρίτου περί εφοπλισμού του πλοίου παρ` αυτού που γίνεται στο λιμάνι νηολογήσεως του πλοίου από κοινού μετά του κυρίου του πλοίου αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων συναλλασσομένων, αλλά εξυπηρετεί και τα έννομα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του πλοίου, εν ελλείψει της οποίας (δηλώσεως) τίθεται μαχητό τεκμήριο, ήτοι τεκμαίρεται ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται τούτο δι` ίδιον λογαριασμό είναι δηλαδή πλοιοκτήτης.

Το τεκμήριο τούτο είναι μαχητό και επιτρέπεται ανταπόδειξη, ήτοι μπορεί ν` αποδειχθεί ότι ο τρίτος που δεν αναγγέλθηκε στην ανωτέρω λιμενική αρχή είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο για δικό του λογαριασμό, δηλαδή είναι ο εφοπλιστής. Για τις απαιτήσεις από τον εφοπλισμό ευθύνεται απεριόριστα ο εφοπλιστής, ο δε κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι της αξίας αυτού (πραγματοπαγής και περιωρισμένη ευθύνη).

Συνήθης μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι περαιτέρω και εκείνη που ο επιχειρηματίας μη θέλοντας να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά σπουδαίως και όχι εικονικώς μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, για την εκμετάλλευση για δικό τους λογαριασμό, είτε άμεσα, είτε με την ανάθεση της διαχειρίσεως των πλοίων τους σε άλλη εταιρία που προϋπάρχει ή ιδρύεται για το λόγο αυτό και ενεργεί για λογαριασμό της.

Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που συμμετέχει συνήθως στη διοίκηση τους και το οποίο έτσι κερδοσκοπεί έμμεσα, ως αποκλειστικός μέτοχος, με την απόληψη κερδών και την οικονομική ανάπτυξη της πλοιοκτήτριας εταιρίας.

Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή, με την προεκτεθείσα έννοια, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιχειρηματία, που όντας συνάμα και αποκλειστικός μέτοχος, ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια. Στην περίπτωση αυτή ότι ακριβώς δεν θέλει να έχει και δεν έχει ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου (άμεσα) για λογαριασμό του.

Συνεπώς το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μια κεφαλαιουχική εταιρία ΑΕ (άρθρ. 47α παρ. 2 του Ν.2190/1920) ή ΕΠΕ (άρθρ. 43α του Ν.3190/1955) ή ναυτική εταιρεία (άρθρ. 41 παρ. 2 του Ν.959/1979), οι οποίες προσφέρουν σ` αυτόν το πλεονέκτημα του περιορισμού του επιχειρηματικού κινδύνου μόνο στα κεφάλαια της εταιρίας, δεν δικαιολογεί την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, δοθέντος ότι τα πλεονεκτήματα αυτά δόθηκαν στην περίπτωση τη ναυτικής εταιρίας σκόπιμα, ώστε τα ελληνικά πλοία να προσέλθουν στην ελληνική σημαία και ότι χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ως "μηχανισμό απορρόφησης" των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

Διαφορετικά βέβαια έχει το ζήτημα αν αποδειχθεί ότι οι εταιρίες αυτές: 1) είναι εικονικές, 2) ή χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετο πρόσωπο, με την έννοια της κάλυψης υποκρυπτόμενου προσώπου και 3) ότι δεν έχουν αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο.

Από τις πιο πάνω τρείς διακριτές περιπτώσεις, η συνδρομή μεμονωμένα της δεύτερης, δηλαδή η άσκηση εμπορίας αφανώς από φυσικό πρόσωπο δια παρενθέτου νομικού προσώπου, χωρίς άλλο, δεν αποδοκιμάζεται ως εμπορική πρακτική από την έννομη τάξη και αφετηριάζει μόνο τις έννομες συνέπειες: 1) της απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας και από το κρυπτόμενο αφενός φυσικό πρόσωπο πίσω από το νομικό πρόσωπο που ενεργεί εμφανώς τις εμπορικές πράξεις και 2) την εις ολόκληρο ενοχή τόσο του φαινόμενου νομικού προσώπου σαν εμπόρου, όσο και του κρυπτόμενου πίσω από αυτό φυσικού προσώπου, για τις δημιουργούμενες από τη δράση του φαινόμενου εμπόρου ενοχές, χωρίς η καθιερούμενη αυτή εις ολόκληρο ενοχή να αποτελεί "επέκταση - μετακύλιση" των εννόμων συνεπειών του φαινόμενου νομικού προσώπου στο πλαίσιο "της παραχώρησης της νομικής προσωπικότητας" ή "της άρσης - κάμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου" ή "της άρσης του πέπλου - νομικού ενδύματος του φαινόμενου νομικού προσώπου" που θεμελιώνεται μόνον όταν μεσολαβεί κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξής του νομικού προσώπου με τη συνδρομή των στοιχείων που παρατίθενται κατωτέρω.

Η άρση αυτή όμως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου προσωρινά και περιορισμένα δεν σημαίνει ταυτόχρονα και "κατάργηση" ή "άρση" της νομικής προσωπικότητας, με την έννοια ότι το εμφανές νομικό πρόσωπο ευθύνεται σε ολόκληρο με το κυρίαρχο μέλος - μέτοχο του φυσικού προσώπου, αφού παρά την προσωρινή άρση - κάμψη της αυτοτέλειάς του, το νομικό πρόσωπο παραμένει οφειλέτης και αντισυμβαλλόμενος.

Το γεγονός όμως ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μία κεφαλαιουχική εταιρεία, ανώνυμη ή ναυτική εταιρεία ή τοιαύτη περιορισμένης ευθύνης δεν δικαιολογεί αυτό καθ` εαυτό, όπως προαναφέρθηκε, την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρεία και την μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Για να υποστεί τις συνέπειες αυτές πρέπει να συντρέχουν, να προτείνονται και ν` αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποίας να μαρτυρούν ότι έγινε κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ακριβέστερα ότι έγινε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους, ειδικώτερα στην περίπτωση κατά την οποία η επίκληση αυτής και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται, παρίσταται είτε ως κατάχρηση της εταιρικής σχέσης ως θεσμού άσκησης επαγγελματικής - επιχειρηματικής δράσης στο πεδίο της εφαρμογής του Συνταγματικού Δικαίου (άρθρα 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 3 και 25 παρ. 1γ του Συντάγματος), είτε ως κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 Α.Κ., με την έννοιαν ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας αποτελούν στην πραγματικότητα πράξεις του κυριάρχου μετόχου ή εταίρου της, οι οποίες σκοπίμως παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται προς την εταιρεία από την οποία αθεμίτως επιχειρούν ν` αποκοπούν.

Ο κανόνας αυτός απορρέει από την θεωρία της παραμέρισης της νομικής προσωπικότητος ή άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή ακόμη της ταυτίσεως του νομικού προσώπου με τον υποκείμενο οργανισμό του. Η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθέντος και λειτουργούντος νομικού προσώπου δεν δικαιολογείται μόνο από τη συγκέντρωση του συνόλου ή των περισσοτέρων μετόχων στο πρόσωπο ενός μετόχου ή από τη συμμετοχή μόνο τούτου στα όργανα της εταιρείας και την εντεύθεν καθοριστική συμβολή του στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Επίσης, δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης. Η κατάχρηση της νομικής προσωπικότητος υπάρχει όταν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο δανειστή ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.

Ενδεικτικά κριτήρια τέτοιας κατάχρησης αποτελούν η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας σε αντίθεση με προηγούμενη συμπεριφορά του, η σύγχυση της νομικής και εταιρικής περιουσίας, ή αποφυγή παροχής εγγυήσεων του κυρίου ή μοναδικού μετόχου υπέρ του νομικού προσώπου παρά την προηγούμενη αντίθετη πρακτική του.

Αλλά και η ταύτιση των συμφερόντων νομικού και φυσικού προσώπου, η κυρίαρχη θέση του φυσικού προσώπου στην εταιρεία, την οποία επιβεβαιώνει ο ίδιος με αντίστοιχη δηλωτική συμπεριφορά του, όταν συντρέχουν και με τα προαναφερθέντα ειδικά αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια, θεμελιώνουν κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας, εάν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους δανειστές του, με την αποφυγή εκπλήρωσης έναντι εκείνων των κατ` ουσίαν ατομικών υποχρεώσεών του, ιδιαίτερα όταν οι αντισυμβαλλόμενοι δανειστές οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ` αυτούς κατάστασης, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματικότητα και την πρόθεση καταστρατήγησης του κυρίαρχου μετόχου (Α.Π 11/2009).

Εξάλλου από τις διατάξεις των ων άρθρων 211, 212, 216 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές σχέσεις, συνάγεται ότι για την προστασία του συμφέροντος του τρίτου και την ασφάλεια των συναλλαγών πρέπει, προκειμένου η δήλωση βουλήσεως να ενεργήσει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, ο αντιπρόσωπος να αποκαλύπτει κατά τρόπο έκδηλο προς εκείνο, προς τον οποίο γίνεται η δήλωση, ότι η ενέργεια της δικαιοπραξίας θα επέλθει ευθέως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου.

Απαιτείται, δηλαδή, να προκύπτει σαφώς ότι η επιχειρούμενη δικαιοπραξία είναι δικαιοπραξία του αντιπροσωπευομένου, διότι ο νόμος αποδέχεται για την άμεση αντιπροσώπευση την αρχή του εμφανούς συναλλασσόμενου. Η κατά τον τρόπο αυτό φανερή δήλωση στο όνομα άλλου υπάρχει όχι μόνο όταν ρητώς δηλώνει ο αντιπρόσωπος ότι ενεργεί για τον αντιπροσωπευόμενο, αλλά και όταν από όλες τις περιστάσεις προκύπτει ότι η δήλωση του αντιπροσώπου έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.

Περαιτέρω ο μεν λόγος αναιρέσεως του αριθμού Ι του άρθρο 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Η παράβαση των διαδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ο δε λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η πρώτη των εναγομένων τυγχάνει αλλοδαπή εταιρεία, συνεστήθη κατά τον τύπον τον οριζόμενον υπό του δικαίου της … και είχε την καταστατική της έδρα στην ... διετήρει δε γραφείο εν Ελλάδι συμφώνως προς ον Α.Ν. 89/1967, ως τροποποιηθείς ισχύει, και δη εν Πειραιεί επί της οδού … αριθ…, ενώ νόμιμος εκπρόσωπος της ετύγχανε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο Ν.

Μ. Αύτη ετύγχανε διαχειρίστρια του υπό σημαίαν ... και ... πλοίου … πλοιοκτησίας της ανηκούσης εις τον αυτόν επιχειρηματικόν Όμιλον πρώτης των εναγομένων, συνεστημενης ομοίως κατά το δίκαιον της …. Περί τα μέσα Ιανουαρίου 2005 απεφασίσθη η εκτέλεση επισκευαστικών εργασιών στο ανωτέρω πλοίο, ως και η εγκατάσταση δύο συστημάτων σχετικώς προς την ασφάλεια τούτου, ήτοι α) σύστημα προειδοποιήσεως εισόδου υδάτων στα κύτη και το πρωραίο στεγανό το πλοίου (WATER INGRESS ALARM SYSTEM) και β) σύστημα ελέγχου απαντλήσεως υδάτων (Dewatering Control System) Η πρώτη των εναγομένων, ενεργήσασα υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας του πλοίου εζήτησε και έλαβε σχετικές προσφορές δια την ως άνω εκτέλεση επισκευαστικών εργασιών και εγκατάσταση συστημάτων από τεχνικές εταιρείες, ενώ δια την εγκατάσταση των ως άνω συστημάτων επελέγη η προσφορά του ενάγοντος - νυν εφεσίβλητου, ηλεκτρολόγου, ασκούντος την επαγγελματική του δραστηριότητα δι ατομικής επιχειρήσεως υπό τον τίτλον MARINE SERVICE.

Ο τελευταίος δια της από 3.2.2005 εγγράφου προσφοράς του υποβληθείσης προς την ως άνω διαχειρίστρια του πλοίου υπέβαλε τους οικονομικούς και λοιπούς όρους υπό τους οποίους ανελάμβανε την εκτέλεση του έργου, προσδιορίσας το συνολικόν κόστος εις 12.450 ευρώ, πλέον αμοιβής δι' απασχόληση 10 τεχνικών ημερησίως επί ενδεκάωρο προς 25 ευρώ ανά ώρα εργασίας.

Δια του από 15.3.2005 εγγράφου της (τηλεομοιοτυπικού μηνύματος) η ως άνω διαχειρίστρια, ενεργούσα ως αντιπρόσωπος δια ρητής προς τούτο αναφοράς εις το έγγραφο (As agents only) επεβεβαίωσε και απεδέχθη την ως άνω προσφορά του ενάγοντος (βλ. προσκ. έγγραφο με νόμιμον αποσπασμ. μετάφραση). Την 26.3.2005 το ανωτέρω πλοίο κατέπλευσε εις λιμένα …, ένθα εδεξαμενίσθη, ο δε ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση του έργου.

Κατόπιν διενεργηθείσης επιθεωρήσεως διεπιστώθη η ανάγκη επισκευών και στο σύστημα κινήσεων της κυρίας μηχανής (nioumatic control) το αποκαλούμενο "πνευματικό". Η από 31.3.2005 υποβληθείσα προσφορά του ενάγοντος προς την ως άνω διαχειρίστρια εγένετο αποδεκτή και ο ειρημένος ανέλαβε να προμηθεύση το πλοίο δια των απαιτουμένων ανταλλακτικών, συνολικής αξίας 2.425 ευρώ.

Την 7.4.2005 το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στην επισκευαστική Βάση …, ενώ ο ενάγων υπέβαλε την από 20.5.2005 έγγραφο προσφορά δια την τοποθέτηση των προστατευτικών καλυμμάτων και της καταδυομένης αντλίας, η οποία εγένετο αποδεκτή. Την 17.5.2005 η πρώτη των εναγομένων απέστειλε προς τον ενάγοντα επιστολή υπό την ρητήν αναφορά ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος (As agent only) δια της οποίας προέβαλε αιτιάσεις λόγω μη λειτουργίας του "πνευματικού" συστήματος της κυρίας μηχανής (βλ.

προσκ. ως άνω έγγραφο και νόμιμον αποσπασμ. μετάφραση). Την 27.5.2005 απεστάλη υπό του ενάγοντος το από 11.5.2005 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα δια του οποίου υπεβλήθη εκ μέρους τούτου Γενικός Λογαριασμός σχετικός με τα εργατικά και την προμήθεια υλικών στο … συνολικού ύψους 42.895 ευρώ. Εν τω μεταξύ την 19.4.05 είχε παραδοθή στον ενάγοντα έναντι της προς τούτον οφειλομένης αμοιβής τραπεζική επιταγή, εκδόσεως της δευτέρας των εναγομένων, ποσού 20.000 ευρώ, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την 19.6.2005 και πληρωτέα παρά τη Λαϊκή Τραπέζη (Πειραιώς).

Εκ του ως άνω αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι κατά την ένδικον συναλλαγήν, της τοιαύτης δηλονότι ενεργείας επισκευαστικών ηλεκτρολογικών εργασιών υπό του ενάγοντος δια της διαθέσεως εργατοτεχνικού προσωπικού και προμηθείας των εκάστοτε απαιτουμένων ανταλλακτικών, η πρώτη των εναγομένων συνεβλήθη υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας του πλοίου επ' ονόματι και δια λογαριασμόν της δευτέρας των εναγομένων ως πλοιοκτήτριας τούτου.

Την ιδιότητα ως αντιπροσώπου ρητώς και εγγράφως εδήλωσε η πρώτη των εναγομένων (δια της αναγραφής as agent only", όρου χρησιμοποιουμένου στη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική και αναφερομένου στην έννοιαν του αντιπροσώπου (agent) κατά το Αγγλικό δίκαιο) εις αμφότερα τα έγγραφα (τηλεομοιοτυπίες) τα οποία απέστειλε προς τον ενάγοντα, ο οποίος εδραστηριοποιείτο επαγγελματικώς στον ναυτιλιακό χώρο, εντεύθεν κρίνεται ότι εγνώριζε τα της λειτουργίας των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της γνώσεως τούτου ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε η αντισυμβαλλομένη του.

Εξ' άλλου, η πληρωμή μέρους της αμοιβής κατεβλήθη εις τον ενάγοντα δια τραπεζικής επιταγής, εκδοθείσης, ως προανεφέρθη, υπό της δευτέρας των εναγομένων. Πράγματι, δεν απεδείχθη ότι η πρώτη των εναγομένων ήσκει τον εφοπλισμόν του πλοίου και ότι η επίδικος συναλλαγή διενεργήθη εντός των πλαισίων της τοιαύτης δραστηριότητος, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι η πρώτη των εναγομένων εξεμεταλλεύετο το πλοίο ασκούσα την ναυτιλιακή επιχείρηση δι' ίδιον αυτής λογαριασμόν. Η εκμετάλλευση τούτου εγένετο υπό της δευτέρας των εναγομένων ιδίω ονόματι δια των οργάνων της ή των αντιπροσώπων της, ως η διαχειρίστρια πρώτη των εναγομένων.

Η ειρημένη, ως πλοιοκτήτρια συνεβλήθη στο από 17.9.2004 ναυλοσύμφωνο δια του οποίου χρονοεξεναύλωσε το ανωτέρω πλοίο δια χρονική περίοδο 24 μηνών. Η ανωτέρω εξενεχθείσα κρίση δεν δύναται ν' ανατραπή εκ των υπό του εκκαλούντος - ενάγοντος προσκομιζομένων υπ'αριθ. 360, 361, 362, 363, 381/2005 τιμολογίων, τα οποία εξεδόθησαν υπό της εταιρείας " …" επ'ονόματι της πρώτης των εναγομένων, εφ' όσον ταύτα ναι μεν αναφέρονται σε επισκευαστικές εργασίες του πλοίου κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, αλλά δεν αφορούν την επίδικο συναλλαγή.

Εκ των προαναφερθέντων συνέπεται ότι η πρώτη των εναγομένων δεν εκέκτητο την υπό του ενάγοντος αποδιδομένην εις ταύτην ιδιότητα της εφοπλίστριας του πλοίου … και εργοδότου της εν λόγω συμβάσεως έργου, εντεύθεν δεν ευθύνεται αύτη δια την ικανοποίηση των επιδίκων αξιώσεων. Τούτοις επομένως, έδει όπως γίνη δεκτή η νομοτύπως κατά τον πρώτο βαθμό υποβληθείσα, νόμιμος κατ αρθρ. 211, ένσταση της πρώτης των εναγομένων περί συνάψεως της επιδίκου συναλλαγής υπό την ιδιότητα της ως αντιπροσώπου, και απορριφθή κατ ουσίαν η αγωγή ως προς την διάδικον ταύτην.

Ούτως αποφηνάμενον το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον και απόρριψαν την ένδικον αγωγή ορθώς εξετίμησε τις αποδείξεις, τα δ' αντιθέτως υποστηριζόμενα υπό του εκκαλούντος στον πέμπτο λόγο της εφέσεως του, δια του οποίου προσβάλλεται η εκκαλουμένη λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων. Μετά την ως άνω κρίση περί μη υπάρξεως ευθύνης της πρώτης των εναγομένων υπό την αποδοθείσαν αυτή δια της αγωγής ιδιότητα και την απόρριψη της αγωγής ως προς ταύτην δεν δύναται να θεμελιωθή ευθύνη της δευτέρας των εναγομένων ως κυρίας του πλοίου.

Τούτο δε διότι δεν απεδείχθη ύπαρξη απαιτήσεων εκ του εφοπλισμού, δηλονότι η υπό του νόμου απαιτουμένη προϋπόθεση, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη. Λεκτέον, ενταύθα, ότι εκ του ως άνω αποδειχθέντος γεγονότος, ότι δηλαδή η δευτέρα των εναγομένων δεν ετύγχανε κυρία του πλοίου, ευθυνόμενη δια της εκ του εφοπλισμού απαιτήσεως, ως ηξιώνετο δια της αγωγής, αλλά πλοιοκτήτρια, δεν δύναται να θεμελιωθή εις βάρος ταύτης ευθύνη προς εκπλήρωση των εκ επιδίκου συμβάσεως έργου υποχρεώσεων - δι' ισχυρισμού ότι στο μείζον (πλοιοκτησία) περιέχεται και το έλασσον (κυριότης) - εφ' όσον ως βάση της αγωγικής αξιώσεως κατά της διαδίκου ταύτης δεν ήτο η σύμβαση έργου αλλά η επίκληση της εκ του νόμου προβλεπομένης "πραγματοπαγούς" ευθύνης, εχούσης ενοχική φύση.

Μία τοιαύτη παραδοχή θα αποτελούσε νομικό σφάλμα, εφ' όσον θα ελάμβανε υπ'όψιν πράγματα, μη προταθέντα, θα μετέφερε δηλονότι στην δευτέρα των εναγομένων τις εκ της συμβάσεως έργου υποχρεώσεις, ενώ κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και κατά τα ως άνω κριθέντα δεν ήτο συμβαλλόμενη. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή, ως προς την δευτέρα των εναγομένων δέον όπως απορριφθή ως κατ' ουσίαν αβάσιμος..".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως και τις διατάξεις των άρθρων 211, 212 , 216 Α.Κ των και 84, 105 και 106 του ΚΙΝΔ, διέλαβε δε περαιτέρω επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ως άνω ζητήματα και την ανυπαρξία ευθύνης εκ της καταρτίσεως της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως έργου της πρώτης μεν των εναγομένων, για το λόγο ότι αυτή ενήργησε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης και όχι ως εφοπλίστρια του ως άνω πλοίου, της δε δεύτερης εξ' αυτών, λόγω της ανυπαρξίας εφοπλιστικού χρέους και εφοπλιστρίας και της εναγωγής αυτής ως κυρίας, και όχι ως πλοιοκτητρίας, του πλοίου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αναίρεσης, η δε προτεινομένη με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., σχετικά με το ότι έγινε κατάχρηση των εταιρικών τύπων είτε ως κατάχρηση της εταιρικής σχέσης είτε ως κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281 Α.Κ., με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις των εταιρειών αποτελούν στην πραγματικότητα πράξεις του κυριάρχου μετόχου ή εταίρου τους, προτείνεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολ.Δ., καθ' όσον στο δικαστήριο της ουσίας δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητο, κατά τα ανωτέρω, να εκτίθενται για τη θεμελίωση του στηριζομένου στο άρθρο 281 Α.Κ ισχυρισμού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2011 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ο. για αναίρεση της 832/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ