Legislator Case Law & Legislation
689/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding finality and evidence evaluation in labor dispute.

Case Number 689/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal two lower court decisions in a labor dispute. The appellant argued that the first-instance judgment was not final and that the appellate court failed to consider specific sworn affidavits as distinct evidence. The court ruled that the first judgment was final because the appeal period had expired, and the appellate court correctly evaluated the evidence without needing to list every document.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1, Art. 495 para. 1, Art. 518 para. 2, Art. 564 para. 3, Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against a final judgment where the appeal period has expired, and sworn affidavits obtained in other proceedings are general documents not requiring specific mention in the judgment.

Keywords

AI generated
finality of judgment appeal admissibility sworn affidavits labor dispute evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 518 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated
1408/2023
Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lawyer's fee claim due to procedural error.
578/2012
Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence and procedural defects in labor dispute.
1522/2013
Supreme Court dismisses appeal against final judgment awarding damages for breach of equal treatment clause in commercial contract.
1949/2024
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague argument regarding claim indefiniteness. The court ruled the appeal argument was too general and failed to meet procedural requirements for raising indefiniteness issues. The court held that the appeal argument regarding claim indefiniteness was inadmissible because it lacked specific details on how the issue was raised in the lower court. The court decided the appeal must be dismissed as the argument did not comply with the necessary procedural standards for such claims. The court found the appellant failed to properly articulate the specific indefiniteness issues in the appeal petition. The court determined the appeal was procedurally flawed and therefore rejected it outright. The court ordered the appellant to bear the costs of the appeal proceedings. The court emphasized the need for precise legal arguments in appellate submissions. The court concluded that vague arguments do not constitute valid grounds for appeal.
829/2006
Supreme Court allows appeal against public tender rejection due to unexamined evidence and lack of good faith in selection.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 689 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 689/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Αντιγόνη Κίσσα βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττουν την 497/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττουν τη 299/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι κατά της ίδιας απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Για την αναίρεση της 497/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των τελεσιδίκων αποφάσεων. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή όχι κρίνεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως για αναίρεση, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (άρθρο 495 παρ.1Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, όταν προσβάλλεται απόφαση που έχει εκδοθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει αφότου συμπληρώθηκε η προθεσμία της εφέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν η απόφαση δεν επιδοθεί, οι προθεσμίες της εφέσεως και της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζουν αμφότερες από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, αλλά η δεύτερη, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ηρεμεί κατά τη διάρκεια της πρώτης.

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 497/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, της οποίας (απόφασης) δεν προκύπτει επίδοση από κάποιο διάδικο, ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31-7-2000 και μέχρι τις 2-3-2006, όταν κατατέθηκε η αίτηση για αναίρεση στη γραμματεία του παραπάνω δικαστηρίου, δεν παρήλθε η τριετής προθεσμία της αναιρέσεως, που άρχισε στις 31-7-2003, δηλαδή μετά την πάροδο της τριετούς προθεσμίας για άσκηση εφέσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,652 παρ. 1 656, 349, 351 Α.Κ, 1,3,7 του ν.2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι βλαπτική μεταβολή των όρων της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση του δικαιώματος αυτού, μεταβάλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως με συνέπεια να επέρχεται άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό.

Τέτοια βλαπτική μεταβολή αποτελεί και η ανάθεση στον τελευταίο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη, στις 9-6-1980, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και από την 1-6-1983 εντάχθηκε μόνιμα στο προσωπικό της. Έχοντας τα κατάλληλα προσόντα με το ΒΓΔ/ΕΜ/ΔΔΥ/370/13553/20-6-1991 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Εκμετάλλευσης και μετά από απόφαση της αναιρεσίβλητης (Διοίκησης), προήχθη και της ανατέθηκαν από 20-6-1991 τα καθήκοντα SENIOR DUTY OFFICER (S.D.O.), δηλαδή της προϊσταμένης μιας βάρδιας στον Αεροσταθμό (Α/Σ) .........

Στη θέση αυτή υπηρέτησε ευδόκιμα μέχρι τις 14-9-1993, οπότε, με τη 15788/14-9-1993 απόφαση του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και μετά από έγκριση της Διοίκησης αυτής, της ανατέθηκαν δοκιμαστικά τα ανώτερα καθήκοντα της Προϊσταμένης Τμήματος Σταθμού ....... Πριν όμως λήξει η εν λόγω δοκιμαστική περίοδος, η οποία, σύμφωνα με την 8 Μόνιμη Οδηγία Διοίκησης (Μ.Ο.Δ.), είναι εξάμηνης διάρκειας, με το .......

έγγραφο του Προέδρου του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ....... απόφασης του ΔΣ αυτής, απηλλάγη η αναιρεσείουσα των ως άνω καθηκόντων της και στη θέση της τοποθετήθηκε από 19-1-1994 ο ......... Η απόφαση αυτή της αναιρεσίβλητης λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού της καθήκοντος και δεν έρχεται σε αντίθεση προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, ούτε και αποδείχθηκε ότι είναι καταχρηστική, ενόψει του ότι η ανάθεση σ' αυτή των καθηκόντων της Προϊσταμένης έγινε δοκιμαστικά και δεν ήταν υποχρεωμένη η αναιρεσίβλητη να αναμείνει το πέρας της δοκιμασίας, που ήταν τουλάχιστον εξάμηνης διάρκειας, για να κρίνει αν αυτή (η δοκιμασία) ήταν επιτυχής και δικαιολογούσε την τοποθέτησή της στην ανώτερη θέση.

Εφόσον δε η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα και μετά το πέρας του εξαμήνου να αποφασίσει αν αυτή ήταν κατάλληλη για την ανώτερη θέση, είχε το δικαίωμα αυτό πολύ περισσότερο και κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Έτσι αποφασίζοντας μετά δίμηνο περίπου τη διακοπή του δοκιμαστικού σταδίου, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν κατάλληλη για την ανώτερη θέση που την προόριζε, ενήργησε μέσα στα όρια του διευθυντικού δικαιώματός της και η πράξη της δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, ούτε η ενέργειά της αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, ενόψει και του πολύ μικρού διαστήματος που παρέμεινε υπό δοκιμασία η αναιρεσείουσα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Μονομελούς Πρωτοδικείου απορρίφθηκε με την πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφασή του το πρώτο αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι, η αναιρεσίβλητη μη νόμιμα άλλως καταχρηστικά απάλλαξε την αναιρεσείουσα από τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Τμήματος Σταθμού ........ Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα από τη σύμβαση και πριν τη λήξη του εξάμηνου δοκιμαστικού σταδίου να απαλλάξει την αναιρεσείουσα από τα ανώτερα καθήκοντα της Προϊσταμένης Τμήματος Σταθμού ......, αν αυτή δεν ήταν κατάλληλη για τα καθήκοντα αυτά και ότι, συνεπώς η απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τα καθήκοντα αυτά, για τα οποία κρίθηκε ότι δεν ήταν κατάλληλη, δεν είναι καταχρηστική και δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης συμβάσεως.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη 1) το ......

έγγραφο της Στατιστικής Σχολής, και τα 72 και 73/1979 έγγραφα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, 2) αντίγραφο του πτυχίου lower και του ....... πιστοποιητικού του Πανεπιστημίου Πειραιώς, 3) την ....... σύμβαση εργασίας, 4) καρτέλες σχετικές με τις εκπαιδεύσεις που είχε πραγματοποιήσει, 5) το ΒΓΔ/ΕΜ/ΔΔΥ/370/1991 έγγραφο, την 1286/1991 εγκύκλιο, το 478/1994 έγγραφο και το 3943/1994 έγγραφο, 6) το 4377/1994 έγγραφο, 7) το 134/1993 και 15788/1993 έγγραφο, 8) την από 24-1-1984 μόνιμη οδηγία της διοίκησης, 9) τα ΠΔΣ/1364/21403/1993 και 2138/27-12-1993 έγγραφα και την ΔΔΥ/2147/1993 τροποποίηση εντολής, 10) καρτέλες σχετικές με τις γνώσεις και τα προσόντα των ........

και ......., 11) το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας και την υποβολή υποψηφιότητας, 12) καρτέλες και αποδείξεις σχετικές με επιδόματα και πλασματικές υπερωρίες, 13) την 579/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, 14) την 148/1999 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και 15) την από 19-1-1994 εξώδικη δήλωση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τα ΒΓΔ/ΕΜ/ΔΔΥ/370/13553/1991, 15788/1993 και ΠΔΣ/1364/28-12-1993 έγγραφα και την μόνιμη οδηγία διοίκησης, που μνημονεύονται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην ίδια απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη και τα υπόλοιπα από τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του και όχι χωρίς αποδείξεις. Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πάνω λόγο αναιρέσεως (τρίτο), κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν (τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης) και δεν δέχθηκε πράγματα που προτάθηκαν (τους δικούς της ισχυρισμούς). Αυτά όμως τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων και συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από το άρθρο 671 παρ.1 εδ.α΄ ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι το δικαστήριο κατά την εργατική διαδικασία λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου προκύπτει, ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Συνεπώς κατά αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως (τρίτο), κατά το τέταρτο σκέλος του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των πιο πάνω εγγράφων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται κατά την εργατική διαδικασία και είναι γι' αυτό απαράδεκτος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 497/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Β) Για την αναίρεση της 299/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από 9-6-1980 μέχρι 31-10-1980, ως υπάλληλος αυτής και στη συνέχεια με διαδοχικές συμβάσεις επίσης ορισμένου χρόνου μέχρι την 1-6-1983, οπότε εντάχθηκε μόνιμα στο τακτικό προσωπικό της, για τη λειτουργία του Σταθμού .......

ο οποίος τότε, ήταν ενιαίος, μη υπάρχοντος διαχωρισμού μεταξύ Αεροσταθμού και Διευθύνσεως πωλήσεων, με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να εργάζεται άλλοτε στο αεροδρόμιο και άλλοτε στο πρακτορείο, ανάλογα με τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης. Με το ....... έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Εμπορικής Εκμετάλλευσης και μετά από απόφαση της αναιρεσίβλητης (Διοίκησης) ανέλαβε η αναιρεσείουσα καθήκοντα προϊσταμένης στην εξυπηρέτηση εδάφους (SENIOR DUTY OFFICER S.D.O.), δηλαδή προϊσταμένης μιας βάρδιας στο αεροδρόμιο Α/Σ)........

Στη θέση αυτή υπηρέτησε μέχρι 14-9-1993, οπότε με τη 15788/14-9-1993 απόφαση του Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και μετά από έγκριση της Διοικήσεως αυτής, ανατέθηκαν στην αναιρεσείουσα δοκιμαστικά τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Τμήματος Σταθμού ......., από τα οποία (καθήκοντα) απηλλάγη με την τοποθέτηση άλλου στη θέση αυτή (προϊσταμένου).

Η ανάθεση στην αναιρεσείουσα των καθηκόντων του "S.D.O." έγινε για το λόγο ότι δεν υπήρχε υπεύθυνος αεροσταθμού, μετά το διορισμό του οποίου δεν συνέτρεχε πλέον λόγος παράλληλης ύπαρξης και SENIOR DUTY OFFICER, όπως συνηθίζεται σε αεροσταθμούς Β΄ κατηγορίας που ήταν τα .......... Άλλωστε, από 1-3-1994, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2190/1994, ανακλήθηκαν τα καθήκοντα του S.D.O. , τα οποία είναι εκτός κλίμακας ιεραρχίας και δίδονται κατά περίπτωση, προκειμένου να καλυφθούν υπηρεσιακές ανάγκες της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να χορηγείται και το σχετικό επίδομα για όσο χρονικό διάστημα ασκούνται αυτά.

Ενόψει όλων αυτών, η απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τα καθήκοντα του S.D.O. και η ανάθεση σ' αυτή καθηκόντων υπαλλήλου στο λογιστήριο του πρακτορείου ......., δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς της, διότι έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, το οποίο δεν προσκρούει στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, με την 53/2001 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κρίθηκε τελεσιδίκως μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, ότι η μετακίνηση της αναιρεσείουσας από τη θέση απασχολήσεώς της στον αεροσταθμό ....... στο πρακτορείο πωλήσεως εισιτηρίων της ίδιας πόλης, δεν αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σχέσεως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι, παράνομα και καταχρηστικά απηλλάγη από τα καθήκοντά της του SENIOR DUTY OFFICER. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω μνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο με συνοπτική αλλά πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε ότι, η ανάθεση στην αναιρεσείουσα των παραπάνω καθηκόντων έγινε προσωρινά και μόνο για όσο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε στον πιο πάνω αεροσταθμό υπεύθυνος του αεροσταθμού αυτού και ότι επομένως, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα να απαλλάξει την αναιρεσείουσα από τα καθήκοντα αυτά, όταν θα γινόταν τοποθέτηση υπευθύνου αεροσταθμού.

Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά το παραπάνω αίτημά της, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, που έχει κυρωθεί με το β.δ. 701/64 και έχει ισχύ νόμου, σχετικά με την παραδοχή του Εφετείου ότι μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2190/1994 τα καθήκοντα του προϊσταμένου βάρδιας αεροδρομίου ανακλήθηκαν, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, αφού η πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για δικαίωμα της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση να ανακαλέσει την αναιρεσείουσα από τα καθήκοντα αυτά στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτή το τρίτο αίτημα της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι η απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τα καθήκοντα της προϊσταμένης ζυγοστάθμισης αεροπλάνου και φόρτωσης αεροπλάνου με επιβάτες και εμπορεύματα (LOAD CONTROLER) είναι παράνομη και καταχρηστική.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σκέλος του αυτό, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί το πιο πάνω αίτημα της αγωγής δεν απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία δέχθηκε ότι τα καθήκοντα της προϊσταμένης ζυγοστάθμισης αεροπλάνου κλπ περιλαμβάνονται στα καθήκοντα της Προϊσταμένης βάρδιας Αεροδρομίου και ότι δεν αποδείχθηκε η ιδιαίτερη ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στην αναιρεσείουσα και η οποία (απόφαση) δεν προσβάλλεται με την αναίρεση.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ταυτίζεται με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, που πλήττει και την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και είναι απορριπτέος για τους ίδιους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 53/2001 απόφασή του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το παραπάνω αίτημά της, λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την 53/2001 απόφαση του, αλλά την απέρριψε, επειδή δέχθηκε ότι, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις δεν προέκυψε βλαπτική μεταβολή των όρων της ένδικης σύμβασης εργασίας.

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αν αυτές είχαν προσκομισθεί και είχε γίνει επίκλησή τους.

Όταν όμως οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ.

γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η 7722/1996 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ......., που είχε ληφθεί νομότυπα και την οποία η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του Εφετείου για την απόδειξη των ισχυρισμών της. Η ένορκη, όμως, αυτή βεβαίωση είχε ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης ανάμεσα στους διαδίκους, τέσσερα χρόνια πριν την πρωτόδικη δίκη και προσκομίσθηκε ενώπιον του Εφετείου για συναγωγή από αυτή δικαστικού τεκμηρίου και όχι ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, η ένορκη αυτή βεβαίωση, την οποία συνεκτίμησε το Εφετείο μαζί με τις άλλες αποδείξεις, δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση και κατά το μέρος της, με το οποίο προσβάλλεται η 299/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-3-2006 αίτηση της ........ για αναίρεση α) της 299/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και β) της 497/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ