Legislator Case Law & Legislation
688/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on drug trafficking charges but dismisses procedural invalidity claims.

Case Number 688/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeals filed by two defendants against a final conviction for drug trafficking and human smuggling. While the procedural grounds regarding pre-trial invalidity were rejected as untimely, the court found merit in the substantive arguments concerning the specific charges. Consequently, the conviction was annulled regarding the specific articles cited, and the case was remitted for retrial before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court may partially allow an appeal when substantive grounds are valid but procedural grounds are inadmissible, remitting the case for retrial before a new collegium.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Appeal Admissibility Drug Trafficking Human Smuggling Partial Allowance Remittal for Retrial New Collegium

Cited Legislation

AI generated
Articles 464, 466(1), 473(2) and (3), 474(1)(a) and (4), 504(1) and 505(1)(a) of the Criminal Procedure Code
Article 174(1)(b) of the Criminal Procedure Code
Article 175(1) of the Criminal Procedure Code
Article 7(1)(d) and (e) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Τ. του Γ., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη και 2. Λ. Χ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμίν Καδήρ, για αναίρεση της απόφασης 235/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις με αρ.εκθ.κατ. 27/2024 αίτηση του Γ. Τ. του Γ., και με αρ. εκθ. κατ. 29/2024 αίτηση του Χ. Λ. του Τ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση : α) η με αρ.εκθ.κατ. 27/2024 αίτηση του Γ. Τ. του Γ., και β) η με αρ. εκθ. κατ. 29/2024 αίτηση του Χ. Λ. του Τ. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 235/2023 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου [Κακ/των] Θράκης, οι οποίες ασκήθηκαν εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώρηση (21-8-2024) της προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με δήλωση των παραστάντων κατά τη συζήτηση συνηγόρων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Θράκης, στις 19-9-2024 και 20-9-2024, αντίστοιχα.

Συνεπώς, είναι παραδεκτές, αφού ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που είχαν δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο και κατ' αποφάσεως που υπόκειται σ' αυτήν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ.1 ,473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 α' και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 α' του ΚΠοινΔ, και πρέπει, ως συναφείς, να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.

Ι. Κατά το άρθρο 174 παρ.1 εδ. β' ΚΠοινΔ (173 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ υπό την ισχύ του οποίου διενεργήθηκε η πληττόμενη πράξη), οι απόλυτες ακυρότητες του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα, που αναφέρονται στην προδικασία (άρθρα 239 έως 319 ΚΠοινΔ), πρέπει να προτείνονται μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά δε το επόμενο άρθρο 175 παρ. 1 ΚΠοινΔ (174 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ), ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, ενώ κατά το άρθρο 176 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία για την υπόθεση (ΑΠ 450/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρ. 171 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται ,κατά το άρ. 171 παρ. 2 ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παράλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου εναπόκειται στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως ,αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει ,όμως, η από το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί νόμιμο, σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ,και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής τούτου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο υπό τούτου της προσφυγής ή παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί (ΑΠ 537/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο μεν κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Γ. Τ. με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του, ο δε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Χ. Λ. με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακρόασης (άρ. 510 παρ.1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.2 του ιδίου Κώδικα) αιτιώμενοι ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε : 1] στον ειδικό λόγο της με αρ. εκθ.καταθ. 489/2018 έφεσης που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Γ. Τ. κατά της υπ' αρ. 182/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Θράκης που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε πρώτο βαθμό, και αφορούσε στις αντιρρήσεις του σχετικά με την αποδεικτική αξιοποίηση των φερομένων ως πειστηρίων ήχου ψηφιακών δίσκων της δικογραφίας και την ανάγνωση των σχετικών εκθέσεων απομαγνητοφώνησης, καθόσον ,όπως διατείνεται, οι επίμαχες συνομιλίες είναι στη γλωσσική διάλεκτο των Ρομά, ενώ ο διερμηνέας είναι γνώστης της ελληνικής και τουρκικής γλώσσας, και 2] στο αίτημα ,που υπέβαλε ενώπιον του δικάσαντος ως άνω δικαστηρίου, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, Χ.

Λ., περί μη αποδεικτικής αξιοποίησης αναγνωστέων εγγράφων, και δη των εκθέσεων απομαγνητοφώνησης καταγεγραμμένων συνομιλιών, επειδή, όπως επικαλείται, αυτές πραγματοποιήθηκαν στη διάλεκτο των Ρομά, και κατά τη διαδικασία της διερμηνείας τους επιλέγηκε διερμηνέας τουρκικής γλώσσας και όχι της διαλέκτου-γλώσσας Ρομανί ή Ρομανές.

Εξάλλου, αμφότεροι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ) ως προς την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών τους. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών (σελ.15-16) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο εκκαλών - 22ος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Χ.

Λ., πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ανέπτυξε , δια του συνηγόρου του, εκτός των άλλων, προφορικά και κατέθεσε εγγράφως ένσταση ως προς την αποδεικτική αξιοποίηση των εκθέσεων απομαγνητοφωνήσεων ,με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο: "...Ενίσταμαι ως προς την αποδεικτική αξιοποίηση των εκθέσεων απομαγνητοφωνήσεων, καθόσον οι συνομιλίες πραγματοποιούνται εις την διάλεκτο των Ρομά, ενώ κατά την διαδικασία τη μεταφράσεώς τους έχει επιλεχθεί διερμηνέας ο κ.

Κ. Π. του Η., ο οποίος, όπως επισημαίνεται, είναι διερμηνέας Τουρκικής γλώσσας. Ειδικότερα, η διάλεκτος - η γλώσσα των Ρομά, είναι η Ρομανί ή "Ρομανές". Ανήκει στον κλάδο των Ινδοάριων γλωσσών της ινδικής υποηπείρου και συγγενεύει με τις διάφορες ανάμεικτες γλωσσικές διαλέκτους της Ινδίας.

Στην προκειμένη περίπτωση ,όπως αναφέρεται και στην σελ. 64 της υπ' αριθμ. 182/2018 ΤΕΚ Α' βαθμού αποφάσεως, κατά την ακροαματική κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού για έτερο συγκατηγορούμενο "Μιλούσε και τουρκικά και σε διάλεκτο ρομά για την οποία δεν έγινε διερμηνεία αλλά μια περίληψη", σελ. 71 για έτερο συγκατηγορούμενο " ...μιλούσε τουρκικά... ".

Το οποίο μας οδηγεί αναπόδραστα στο εξής συμπέρασμα, υπήρχαν δυο γλώσσες που χρησιμοποιήθηκαν, η μια εξ αυτών η Τουρκική , η έτερη η διάλεκτος ρομά, για την πρώτη υφίσταται διερμηνεία στην μετάφραση για την έτερη, όπως αναφέρει ο αστυνομικός, μια περίληψη........Για τους ανωτέρω λόγους. Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος μου.

Ζητώ την μη λήψη υπόψη στην δικανική σας κρίση των εκθέσεων απομαγνητοφωνήσεων ως άκυρων, καθώς η ανάγνωσή τους και η λήψη υπόψη προκαλούν απόλυτη ακυρότητα των υπερασπιστικών μου δικαιωμάτων και της διαδικασίας του άρθ. 171 ΚΠΔ". Περαιτέρω, από τα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι ο εκκαλών-1ος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Γ.

Τ., δεν επανέφερε ενώπιον Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε β' βαθμό, τον ανωτέρω επικαλούμενο ειδικό λόγο της με αρ. εκθ.καταθ. 489/2018 έφεσης ,που άσκησε κατά της υπ' αρ. 182/2018 πρωτόδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Θράκης. Το άνω Δικαστήριο της ουσίας το οποίο απέρριψε σιωπηρά και άνευ αιτιολογίας τον παραπάνω προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό-ένσταση του εκ των αναιρεσειόντων, Χ.

Λ., περί μη αποδεικτικής αξιοποίησης αναγνωστέων εγγράφων, και δη των επίμαχων εκθέσεων απομαγνητοφώνησης καταγεγραμμένων συνομιλιών ,ενόψει ότι αυτές είναι στη γλωσσική διάλεκτο των Ρομά ,ενώ ο ορισθείς διερμηνέας είναι γνώστης της ελληνικής και τουρκικής γλώσσας, σε ουδεμία αναιρετική πλημμέλεια υπέπεσε.

Τούτο δε, διότι η επικαλούμενη απ' αυτόν ακυρότητα περί μη επαρκούς ποιότητας της διερμηνείας των επίμαχων καταγεγραμμένων συνομιλιών, αφορά την προδικασία και, εφόσον δεν προτάθηκε εγκαίρως εκ μέρους του, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 174 και 175 ΚΠοινΔ, έχει καλυφθεί.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τον εν λόγο αυτοτελή ισχυρισμό ή να αιτιολογήσει την απορριπτική επ' αυτού κρίση του, και με το να απορρίψει σιωπηρά τον άνω ισχυρισμό - ένσταση του κατηγορουμένου Χ. Λ. και στη συνέχεια να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ,κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, και της έλλειψης ακρόασης, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ. Κατόπιν των ανωτέρω, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα τρίτος λόγος της με αρ. εκθ.κατ. 27/2024 αίτησης αναίρεσης ,και δεύτερος λόγος της με αρ. εκθ.κατ. 29/2024 αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού , και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα έλλειψης ακρόασης, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις", που ορίζει ότι: Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτη νοούμενη, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξη με την οπαία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29 του ίδιου νόμου (χρήση, προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση του δράστη ή καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική χρήση). Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 20 του Ν. 4139/2013 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης της διακίνησης των ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πώληση.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 τού Ν.4139/2013, το ανωτέρω έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών πραγματώνεται, και με τη μορφή της πώλησης αυτών, με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοση τους προς αυτόν αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Για την αιτιολόγηση της τέλεσης της παραπάνω πράξεως της πώλησης των ναρκωτικών ουσιών, δεν είναι απαραίτητη η αναφορά : α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή του, αλλά ούτε και το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τέλεσης των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος και δ) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών (ΑΠ 357/2023, ΑΠ 127/2022, ΑΠ 19/2019).

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος ,που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείται, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή (ΑΠ 1142/2023, ΑΠ 1030/2023, ΑΠ 871/2023, ΑΠ 357/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, βάσει του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη κατά του κατηγορούμενου Γ. Τ. , (άρθρο 46 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ) "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε....".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κ.λ.π., χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα κλπ.

που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 55/2019, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 434/2019 ) και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι, κατά το άρθρο 48 του ΠΚ, το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη.

Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή συνειδητή και ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (AΠ 527/2023, ΑΠ 210/2022, ΑΠ 279/2022, ΑΠ 981/2020).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.4251/2014 (ΦΕΚ Α 80/1.4.2014) " Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις", η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1-6-2014 και εφαρμόζεται ,εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου τέλεσης της αντίστοιχης ένδικης αξιόποινης πράξης, [τα άρθρα του ως άνω νόμου από 1 έως 138 καταργήθηκαν από 31-3-2024 με το ν. 5038/2023], "1.

Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.

ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ.

με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ επήλθε θάνατος".

Οι περιπτώσεις υπό στοιχ. α' και β' του Ν. 4251/2014, τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 12 περ.4 και 5 αντίστοιχα του Ν. 4637/2019 [ΦΕΚ Α 180/18-11-2019] , επί το αυστηρότερον ως προς τα όρια της επιβλητέας χρηματικής ποινής, ως εξής : "α) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι θεσμοθετείται, όπως και με το καθεστώς του Ν.3386/2005, αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα ,τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δε υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση όταν ο δράστης ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού (ΑΠ 143/2023, ΑΠ 1033/2021, ΑΠ 443/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 περιπτ. στ' του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήδη 13 περ. ε' του νέου ΠΚ, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος".

IV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας υπάρχει και, όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, αλλά για πιστή αντιγραφή του τελευταίου.

Μόνο δε, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 55/2020). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα (ΑΠ 185/2022). Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 652/2021).

Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου, εκτός των περιπτώσεων που αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα (ΑΠ 368/2022), όπως, εν προκειμένω, συμβαίνει για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους σε τρίτους και της διευκόλυνσης εισόδου στο εσωτερικό της χώρας πολιτών τρίτων χωρών ,που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου σ' αυτήν, από κερδοσκοπία, για την στοιχειοθέτηση των οποίων ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο.

Άλλωστε η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ.

α' και β' ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Όσον δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.

Πλην όμως, υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη ,από συστηματική άποψη, κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52-56).

Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ` αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 394/2024, ΑΠ 32/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή ,για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Θράκης, προκύπτει ότι τούτο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, και κατά τα κεφάλαια που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ότι αποδείχθηκαν, ως προς τους τότε κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: ".....Ως προς τον 1ο κατηγορούμενο Γ. (επ.) Τ. (όν.) του Γ......

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι στην Κομοτηνή, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε ή αποπειράθηκε να πωλήσει ή προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να πουλήσει ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής : 1) Την 27- 10-2016 πώλησε, μέσω του ατόμου ονόματι Φ., στο οποίο έδωσε εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό του, με αριθμό κλήσης ..., που ανήκει στην Δ.

Α. του Δ., στον (επ.) B. (ον.) R. E. του B. μη επακριβώς προσδιορισθείσα μέχρι σήμερα ποσότητα κάνναβης, έναντι μη επακριβώς εξακριβωθέντος μέχρι σήμερα τιμήματος. 2) Την 31-10-2016 προκάλεσε την απόφαση σε άτομο ονόματι Φ., στο οποίο έδωσε εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό του, με αριθμό κλήσης ..., που ανήκει στην Δ.

Α., στον (επ.) B. (ον.) R. E. του B., άγνωστη ποσότητα έναντι αγνώστου αντιτίμου. 3) Την 10-11-2016 πώλησε στον Δ. Ο. Γ. του Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης, έναντι άγνωστου αντιτίμου, προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα. 4). Την 27-11-2016 πώλησε στον Α. Μ. άγνωστη ποσότητα κάνναβης, αντί 50 ευρώ. 5) Την 06-12-2016 πώλησε σε άτομο ονόματι Σ.

με αριθμό κλήσης ..., ο οποίος ανήκει στον Λ. Μ. του Ρ., ένα (1) κιλό κάνναβης, έναντι άγνωστου αντιτίμου. Εν συνεχεία, προέκυψε ότι στην Κομοτηνή, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέθεσε ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής: 1) Την 20-10-2016 διέθεσε μη επακριβώς προσδιορισθείσα μέχρι σήμερα ποσότητα κάνναβης στον Α.

Ι. του Χ. προκειμένου να την δώσει σε έτερα άτομα να δοκιμάσουν. 2) Την 10-11-2016 διέθεσε στον Δ. Ο. Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα. 3) Την 27-11-2016 διέθεσε στον Α. Μ. του Σ., ποσότητα κάνναβης μεγαλύτερη των 50 γραμμαρίων. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι στην Κομοτηνή προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εισάγει και να μεταφέρει ή μόνο να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες.

Ειδικότερα, την 4-12-2016 ,στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την Α. Μ. Ζ. να μεταφέρει μέσα σε ταξί στην Ξάνθη ένα κιλό κάνναβης, με αποτέλεσμα αυτή την ίδια ημέρα να προβεί στην πράξη αυτή. Εν, συνεχεία αποδείχθηκε ότι στην Κομοτηνή προέβη στις ακόλουθες πράξεις : 1) Την 29-10-2016, ως οδηγός οχήματος, τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στον 2ο κατηγορούμενο, Ν.

Γ. του Τ., προκειμένου ο τελευταίος να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει, ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας δέκα (10) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων. 2) Την 08-11-2016, από κοινού με τον Q. (ον.) S. (Γ.) του A., ως οδηγοί οχημάτων, τέθηκαν προπομποί και παρείχαν απλή συνδρομή στον 2ο κατηγορούμενο, Ν.

Γ. του Τ., προκειμένου ο τελευταίος να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει, ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας έξι (6) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων. 3) Την 29- 11-2016, ως οδηγός οχήματος, τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στην παραλαβή από τα εσωτερικά σύνορα και προώθηση στο εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας οκτώ (8) ατόμων στερούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων. 4) Την, 09-11-2016, από κοινού με τον 5ο κατηγορούμενο, Ι.

Σ. (Σ.) του Σ., παρέλαβαν από τα εσωτερικά σύνορα και προώθησαν, ως οδηγοί οχημάτων, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας προς τη Θεσσαλονίκη έξι (6) άτομα ,στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων, έχοντας συνδρομή κατά την παραλαβή και μεταφορά από τον (επ.) Q.(ov.) S. (Γ.) του A., που οδηγούσε δικό του όχημα ως προπομπός. 5)Την 11-11-2016, ως οδηγός οχήματος, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στον 5ο κατηγορούμενο, Ι.

Σ. (Σ.) του Σ., προκειμένου να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει , ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας δεκαπέντε (15) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων, έναντι αμοιβής δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00€). Στις παραπάνω πράξεις του προέβη έναντι άγνωστης προσωπικής του αμοιβής, η οποία πάντως αποτελούσε τμήμα της αμοιβής, που κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός για τη μεταφορά του στην Ελλάδα.....". "Ως προς τον 22ο κατηγορούμενο ,Χ.

Λ. του Τ., από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την 29-11-2016, από μη επακριβώς προσδιορισθείσα παρέμβρια αγροτική περιοχή του νομού Έβρου, παρέλαβε, ως οδηγός του με αριθμό ..., μάρκας RENAULT Traffic, και προώθησε προς το εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας δεκαέξι (16) άτομα στερουμένων ταξιδιωτικών εγγράφων, έχοντας συνδρομή κατά την παραλαβή και μεταφορά από τον 5ο κατηγορούμενο, Ι.

Σ. του Σ., και τον (E.) A. (Ο.) K., που ως οδηγοί οχημάτων , τέθηκαν προπομποί. Στην παραπάνω πράξη του προέβη έναντι άγνωστης προσωπικής του αμοιβής, η οποία πάντως αποτελούσε τμήμα της αμοιβής, που κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός για τη μεταφορά του στην Ελλάδα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της παράβασης του άρθρου 30 παρ.1 β' του ν. 4251/2014, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ως ακολούθως, και δη: 1] Toν αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Γ. Τ. του Γ., των αξιοποίνων πράξεων : α] της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της απόπειρας πώλησης και πώλησης) κατ' εξακολούθηση ,β] της ηθικής αυτουργίας στην διακίνηση (υπό τη μορφή της πώλησης ,εισαγωγής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, γ] της παραλαβής με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας και διευκόλυνσης εν γένει μεταφοράς πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και από κερδοσκοπία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, είτε ως φυσικός αυτουργός είτε ως απλός συνεργός, κατ' εξακολούθηση, και δ) της αγοράς και κατοχής εμπορευμάτων τα οποία είχαν εισαχθεί στη χώρα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση (αδίκημα το οποίο δεν αφορούν οι υπό κρίση αναιρέσεις). 2] Τoν αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, Χ.

Λ. του Τ., της αξιόποινης πράξης της μεταφοράς στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και από κερδοσκοπία, και αφού τους αναγνώρισε τα ελαφρυντικά του άρ. 84 παρ.2 περ.

α' και ε' του ΠΚ, καταδίκασε τον μεν πρώτο σε συνολική ποινή κάθειρξης τριάντα έξι (36) ετών και εννέα (9) μηνών -με εκτιτέα τα είκοσι (20) έτη, τον δε δεύτερο σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα εννέα (19) ετών -με εκτιτέα τα οκτώ (8) έτη, με το ακόλουθο ,κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. (επ.) Τ. (ον.) του Γ., ένοχο, του ότι: 1) Στην Κομοτηνή, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε ή αποπειράθηκε να πωλήσει ή προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να πουλήσει ναρκωτικές ουσίες, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα A' αριθ.5 και 6 του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3459/2006.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής: α) Την 27-10-2016 πώλησε μέσω του ατόμου ονόματι Φ., στο οποίο έδωσε εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό του, με αριθμό κλήσης ... που ανήκει στην Δ. Α. του Δ., στον (επ.) B. (ον.) R. E. του B. μη επακριβώς προσδιορισθείσα μέχρι σήμερα ποσότητα κάνναβης, έναντι μη επακριβώς εξακριβωθέντος μέχρι σήμερα τιμήματος.

β) Την 31-10-2016 προκάλεσε την απόφαση σε άτομο ονόματι Φ., στο οποίο έδωσε εντολή να ενεργήσει για λογαριασμό του, με αριθμό κλήσης ... που ανήκει στην Δ. Α., στον (επ.) B. (ον.) R. E. του B., άγνωστη ποσότητα κάνναβης, έναντι αγνώστου αντιτίμου. γ) Την 10-11-2016 πώλησε στον Δ. Ο. Γ. του Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης, έναντι άγνωστου αντιτίμου, προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα.

δ) Την 27-11-2016 πώλησε στον Α. Μ. άγνωστη ποσότητα κάνναβης, αντί 50 ευρώ. ε) Την 06-12-2016 πώλησε σε άτομο ονόματι Σ. ,με αριθμό κλήσης ... ο οποίος ανήκει στον Λ. Μ. του Ρ., ένα (1) κιλό κάνναβης, έναντι άγνωστου αντιτίμου. 2) Στην Κομοτηνή, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος διέθεσε ναρκωτικές ουσίες, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' αριθ. 6 του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3459/2006.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής : α) Την 20-10-2016 διέθεσε μη επακριβώς προσδιορισθείσα μέχρι σήμερα ποσότητα κάνναβης τον Α. Ι. του Χ. προκειμένου να την δώσει σε έτερα άτομα να δοκιμάσουν. β) Την 10-11-2016 διέθεσε στον Δ. Ο. Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα.

γ) Την 27-11-2016 διέθεσε στον Α. Μ. του Σ., ποσότητα κάνναβης μεγαλύτερη των 50 γραμμαρίων. 5) Στην Κομοτηνή προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εισάγει και να μεταφέρει ή μόνο να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' αριθ. 6 του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3459/2006.

Ειδικότερα, την 4-12-2016, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την Α. Μ. Ζ. να μεταφέρει μέσα σε ταξί στην Ξάνθη ένα κιλό κάνναβης, με αποτέλεσμα αυτή την ίδια ημέρα να προβεί στην πράξη αυτή. Β] Κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της παράβασης του άρθρου 30 παρ. 1β ν. 4251/2014, είτε ως αυτουργός είτε ως απλός συνεργός, κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι: 1] Στην Κομοτηνή, τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας είτε κατά μόνας είτε κατόπιν συναπόφασης με τους παρακάτω συγκατηγορουμένους του, με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στους αυτουργούς του κακουργήματος της πράξης της κατά συρροή και από κερδοσκοπία παραλαβής ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής Επικράτειας και διευκόλυνσης εν γένει, μεταφοράς συνολικά είκοσι τεσσάρων (24) πολιτών τρίτων χωρών, ήτοι φυσικών προσώπων που δεν, έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ,κατά την έννοια του άρθρου 20 § 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και δεν υποβλήθηκαν στον προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο, κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της εν λόγω ποινικά κολάσιμης πράξης αυτού.

Συγκεκριμένα: α) Την 29-10-2016, ως οδηγός οχήματος, τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στον 2ο κατηγορούμενο, Ν. Γ. του Τ., προκειμένου ο τελευταίος να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει, ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας δέκα (10) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων.

β) Την 08-11-2016, από κοινού με τον Q. (ον.) S. (Γ.) του A., ως οδηγοί οχημάτων, τέθηκαν προπομποί και παρείχαν απλή συνδρομή στον 2ο κατηγορούμενο, Ν. Γ. του Τ., προκειμένου ο τελευταίος να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει, ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας έξι (6) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων.

γ) Την 29-11-2016, ως οδηγός οχήματος, τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στην παραλαβή από τα εσωτερικά σύνορα και προώθηση στο εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας οκτώ (8) ατόμων στερούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων. Στις παραπάνω πράξεις του προέβη έναντι άγνωστης προσωπικής του αμοιβής, η οποία πάντως αποτελούσε τμήμα της αμοιβής, που κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός για τη μεταφορά του στην Ελλάδα. 2] Στην Κομοτηνή, τους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας, είτε κατά μόνας είτε κατόπιν συναπόφασης με τους παρακάτω συγκατηγορουμένους του, είτε ως απλός συνεργός, μετέφερε με αυτοκίνητο στο εσωτερικό της ελληνικής Επικράτειας συνολικά είκοσι ένα (21) πολίτες τρίτων χωρών, ήτοι φυσικών προσώπων που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20 § 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και δεν υποβλήθηκαν στον προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο, τους οποίους προηγουμένως είχε παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα της Χώρας, πράξεις που τέλεσε κατά συρροή και εκ κερδοσκοπίας.

Συγκεκριμένα , α) Την 09-11-2016, από κοινού με τον 5ο κατηγορούμενο, Ι. Σ. (Σ.) του Σ., παρέλαβαν από τα εσωτερικά σύνορα και προώθησαν, ως οδηγοί οχημάτων, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας προς τη Θεσσαλονίκη ,έξι (6) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων, έχοντας συνδρομή κατά την παραλαβή και μεταφορά από τον (επ.) Q. (ov.) S. (Γ.) του A., που οδηγούσε δικό του όχημα ως προπομπός.

β) Την 11-11-2016, ως οδηγός οχήματος τέθηκε προπομπός και παρείχε απλή συνδρομή στον 5ο κατηγορούμενο, Ι. Σ. (Σ.) του Σ., προκειμένου να παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα και να προωθήσει, ως οδηγός οχήματος, προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας δεκαπέντε (15) άτομα στερούμενα ταξιδιωτικών εγγράφων, έναντι αμοιβής δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00 €).

Στις παραπάνω πράξεις του προέβη έναντι άγνωστης προσωπικής του αμοιβής, η οποία πάντως αποτελούσε τμήμα της αμοιβής, που κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός για τη μεταφορά του στην Ελλάδα". "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 22ο κατηγορούμενο Χ. (επ.) Λ. (όν.) του Τ. ένοχο του ότι : Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, μετέφερε με αυτοκίνητο στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας συνολικά δεκαέξι (16) πολίτες τρίτων χωρών, ήτοι φυσικών προσώπων που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ,κατά την έννοια του άρθρου 20 § 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και δεν υποβλήθηκαν στον προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο, τους οποίους προηγουμένως είχε παραλάβει από τα εσωτερικά σύνορα της Χώρας, πράξεις που τέλεσε κατά συρροή και εκ κερδοσκοπίας.

Συγκεκριμένα, την 29-11-2016 από μη επακριβώς προσδιορισθείσα παρέμβρια αγροτική περιοχή του νομού Έβρου, παρέλαβε, ως οδηγός του με αριθμό ..., μάρκας RENAULT Traffic, και προώθησε προς το εσωτερικό της Ελληνικής επικράτειας δεκαέξι (16) άτομα στερούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων, έχοντας συνδρομή κατά την παραλαβή και μεταφορά από τον 5ο κατηγορούμενο, Ι.

Σ. του Σ., και τον (Ε.) A. (Ο.) Κ., που ως οδηγοί οχημάτων, τέθηκαν προπομποί. Στην παραπάνω πράξη του προέβη έναντι άγνωστης προσωπικής του αμοιβής, η οποία πάντως αποτελούσε τμήμα της αμοιβής, που κατέβαλε κάθε μεταφερόμενος αλλοδαπός για τη μεταφορά του στην Ελλάδα".

Με τις πιο πάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της απόφασης προκύπτει ότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων :

α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της απόπειρας πώλησης και πώλησης) κατ' εξακολούθηση, β) της ηθικής αυτουργίας στην διακίνηση (υπό τη μορφή της πώλησης ,εισαγωγής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, και γ) της παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή και από κερδοσκοπία, και κατ' εξακολούθηση, για τις οποίες πράξεις καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες [και ως προς τις οποίες πλήττεται η απόφαση με τις υπό κρίση αναιρέσεις ], και βεβαίως ούτε οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, οι δε πιο πάνω ελλείψεις δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο καθ' ολοκληρίαν παραπέμπει το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και κατ' επέκταση στο κατηγορητήριο.

Συγκεκριμένα, η προπαρατεθείσα αιτιολογία δεν είναι επαρκής, διότι είναι εντελώς τυπική και δεν πρόκειται περί αλληλοσυμπληρώσεως του αιτιολογικού με το διατακτικό που προϋποθέτει παράθεση των πραγματικών περιστατικών τέλεσης των ως άνω ενδίκων πράξεων στο σκεπτικό, αλλά περιέχει ολική αναφορά και παραπομπή του αιτιολογικού στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο, εν προκειμένω, δεν είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επιπλέον δε, αναφορικά με το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση σε τρίτους κατ' εξακολούθηση ,που αποδίδεται στον κατηγορούμενο Γ. Τ. (το μεν ως φυσικό το δε ως ηθικό αυτουργό) , η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης εμπεριέχει ασάφειες και αντιφάσεις με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τις ακόλουθες παραδοχές της , και δη ενώ στις σελ. 199-200 της απόφασης διαλαμβάνεται ,μεταξύ άλλων, ότι "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην Κομοτηνή, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, πώλησε ή αποπειράθηκε να πωλήσει.......ναρκωτικές ουσίες.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής ...... 3) Την 10-11-2016 πώλησε στον Δ. Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης ,έναντι αγνώστου αντιτίμου, προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα. 4) Την 27-11-2016 πώλησε στον Α. Μ. άγνωστη ποσότητα κάνναβης αντί 50 ευρώ....". Ακολούθως , στη σελ. 200 της απόφασης διαλαμβάνεται ,μεταξύ άλλων, ότι "....Εν συνεχεία προέκυψε ότι στην Κομοτηνή, στους παρακάτω χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέθεσε ναρκωτικές ουσίες.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, μη όντας τοξικομανής...... 2) Την 10-11-2016 διέθεσε στον Δ. Ο. Γ. 150 γραμμάρια κάνναβης προκειμένου να τα μεταπουλήσει σε έτερα άτομα. 3) Την 27-11-2016 διέθεσε στον Α. Μ. του Σ. ποσότητα κάνναβης μεγαλύτερη των 50 γραμμαρίων...". Περαιτέρω δε, αναφορικά με το αδίκημα της παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, κατά συρροή και από κερδοσκοπία, απορριφθήκαν ,άνευ αιτιολογίας, οι προβληθέντες αρνητικοί, αλλά ουσιώδεις, ισχυρισμοί των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων περί μη στοιχειοθέτησης του εν λόγω αδικήματος κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση, αφού δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές σχετικά με την εθνικότητα των μεταφερομένων αλλοδαπών ένεκα της οποίας δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, το τόπο παραλαβής τους, τη γνώση των κατηγορουμένων ως προς το ότι οι αναφερόμενοι αλλοδαποί στερούνταν ταξειδιωτικών εγγράφων και ότι δεν υποβλήθηκαν σε έλεγχο, και περιστατικά περί της κερδοσκοπίας των κατηγορουμένων.

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, δεύτερος, τέταρτος -κατά το σκέλος αυτού περί ασαφούς αιτιολογίας ως προς το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών- και πέμπτος λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος Γ. Τ., και ο πρώτος λόγος -κατά το πρώτο σκέλος του- αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ. Λ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση σε σχέση με τις ανωτέρω ένδικες πράξεις και της παράθεσης τυπικής αιτιολογίας γι' αυτές και απόρριψης άνευ αιτιολογίας των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών ως προς το αδίκημα της από κερδοσκοπία παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αφού εξαιτίας των προεκτεθεισών ελλείψεων καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι.

Μετά από αυτά, κατά παραδοχήν των λόγων αναίρεσης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το περί ενοχής κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τις αξιόποινες πράξεις : α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της απόπειρας πώλησης και πώλησης) κατ' εξακολούθηση ,β) της ηθικής αυτουργίας στην διακίνηση (υπό τη μορφή της πώλησης, εισαγωγής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, και γ] της από κερδοσκοπία παραλαβής και μεταφοράς, με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή, και κατ' εξακολούθηση, πρέπει : 1] H κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Γ.

Τ. να γίνει εν μέρει δεκτή ,και δη κατά τους δεύτερο, τέταρτο -κατά το σκέλος του περί ασαφούς αιτιολογίας ως προς το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών- και πέμπτο λόγους της , παρελκούσης της έρευνας των πρώτου ,τετάρτου -κατά τα λοιπά σκέλη του- και έκτου λόγων της, και 2] Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ.

Λ. να γίνει δεκτή εν μέρει ,κατά τον πρώτο λόγο αυτής κατά το σκέλος του περί απόρριψης άνευ αιτιολογίας των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών ως προς το αδίκημα της από κερδοσκοπία παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, κατά συρροή, παρελκούσης της έρευνας των πρώτου -κατά τα λοιπά σκέλη του- και τρίτου λόγων της, ν' απορριφθούν δε αμφότερες κατά τα λοιπά, ήτοι ως προς τους τρίτο και δεύτερο λόγους αντίστοιχα, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει ως προς τις διατάξεις της :

Α) περί ενοχής για τις πράξεις : α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της απόπειρας πώλησης και πώλησης) κατ' εξακολούθηση, β) της ηθικής αυτουργίας στην διακίνηση (υπό τη μορφή της πώλησης ,εισαγωγής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, και γ] της από κερδοσκοπία παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή , και κατ' εξακολούθηση, και β) περί επιβολής ποινής για τις ανωτέρω πράξεις και συνολικής ποινής ,για τον αναιρεσείοντα Γ.

Τ., και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος, για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Θράκης, ενόψει της κατάργησης του Πενταμελούς Εφετείου (άρ. 7 παρ.1 δ', ε' ΚΠΔ -όπως τούτο ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρ. 62 του ν. 5090/1-5-2024), συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρα 519 και 522 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 235/2023 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Θράκης, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες Γ. Τ. και Χ. Λ. ως προς τις διατάξεις της : Α) περί ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις : α) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (υπό τη μορφή της απόπειρας πώλησης και πώλησης) κατ' εξακολούθηση ,β) της ηθικής αυτουργίας στην διακίνηση (υπό τη μορφή της πώλησης ,εισαγωγής και μεταφοράς) ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, και γ] της από κερδοσκοπία παραλαβής και μεταφοράς ,με σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ούτε άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, κατά συρροή ,και κατ' εξακολούθηση, Β) περί επιβολής ποινής για τις ανωτέρω πράξεις και συνολικής ποινής για τον αναιρεσείοντα Γ. Τ.

Παραπέμπτει την υπόθεση -κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος αυτής- για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Θράκης , που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την με αρ. εκθ.κατ. 27/ 2024 αίτηση αναίρεσης του Γ. Τ.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την με αρ. εκθ.κατ. 29/ 2024 αίτηση αναίρεσης του Χ. Λ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ