Legislator Case Law & Legislation
688/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination ruling due to lack of legal grounds and factual error assessment.

Case Number 688/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's partial acceptance of an employee's claim for contract termination. The employee alleged malicious termination to bypass collective dismissal restrictions, while the company argued for procedural dismissal. The court rejected the appeal because the lower court's factual assessment of malice was not subject to appellate review and the cited legal grounds were insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments, and dismisses appeals lacking specific legal grounds or based on facts already evaluated by the lower court.

Keywords

AI generated
labor contract termination malicious dismissal collective dismissal restrictions appellate review scope factual assessment immunity Code of Civil Procedure labor dispute procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 669 of the Civil Code
Law 2112/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 688/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο και Στυλιανή Μαχαίρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μυλωνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 298/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/12/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 17.12.2019 και με αριθμό κατ. 63/23.12.2019 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας "...", προσβάλλεται η με αριθ. 298/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - εργατική διαφορά, κατόπιν άσκησης της από 20.6.2017 και με αριθ. κατ. 85/20.6.2017 έφεσης από την εναγομένη, κατά της εκδοθείσας με αριθ. 115/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 10.12.2016 και με αριθ. καταθ. 293/2016 αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αντιμωλία των διαδίκων και επιδικάστηκε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.671,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις για κάθε επί μέρους ποσό. Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης επιδόθηκε στις 26 Νοεμβρίου 2019, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ. επί του αντιγράφου της προσβαλλομένης, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 2019, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως στην περίπτωση που ο εργοδότης προέβη στην καταγγελία εξαιτίας εχθρότητας προς το εργαζόμενο λόγω της συνδικαλιστικής δράσης του τελευταίου ή όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000). 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, Ε.

Μ. του Ι. και της Μ. [ήδη αναιρεσίβλητος], προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... (εφεξής Β.Φ.Λ. Α.Ε.) στις 10.7.1979 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της ως υπάλληλος με την ειδικότητα του Μαθητευόμενου Τεχνίτη Γενικής Συντήρησης. Ως τόπος παροχής της εργασίας του συμφωνήθηκε το εργοστάσιο της Β.Φ.Λ Α.Ε στην Νέα Καρβάλη του Νομού ..., το οποίο δραστηριοποιούνταν στη βιομηχανία και εμπορία κάθε είδους λιπασμάτων.

Από 18.2.1983 έως 30.1.1986 ο ενάγων απασχολήθηκε στο ίδιο ως άνω εργοστάσιο ως Τεχνίτης Γενικής Συντήρησης και από 31.1.1986 έως και 23.5.1990 στη μηχανολογική συντήρηση της Μονάδας Παραγωγής Αμμωνίας (ΤΙ) του ιδίου, ως άνω, εργοστασίου ως Τεχνίτης Γ'. Από 24.5.1990 έως 30.11.1994 απασχολήθηκε στη μηχανολογική συντήρηση της Μονάδας Παραγωγής Αμμωνίας (Τ1) του πιο πάνω εργοστασίου ως Τεχνίτης Β', ενώ από 1.12.1994 μετατέθηκε στη μηχανολογική συντήρηση της Μονάδας Παραγωγής Λιπάσματος U-1500 (Τ2) του ιδίου, ως άνω, εργοστασίου.

Την 1.7.1997 προήχθη σε Τεχνίτη Μηχανολογικής Συντήρησης Α' και από τις 11.8.1997 μετατέθηκε εκ νέου στη μηχανολογική συντήρηση της Μονάδας Παραγωγής Αμμωνίας (Τ1) του πιο πάνω εργοστασίου της εργοδότριας εταιρίας. Στις 7.10.2002 προήχθη σε Ειδικό Τεχνίτη και στη συνέχεια, την 1.3.2003, προήχθη σε Αρχιτεχνίτη Μηχανολογικής Συντήρησης και μετατέθηκε και πάλι στη Μονάδα Παραγωγής Λιπάσματος U-1500 (Τ2) του ιδίου, ως άνω, εργοστασίου.

Στις 10.10.2005 μετατέθηκε ξανά στη Μονάδα Παραγωγής Αμμωνίας (Τ1) του πιο πάνω εργοστασίου της εργοδότριας εταιρείας και στις 15.5.2007 προήχθη σε Εργοδηγό Μηχανολογικής Συντήρησης της Μονάδας Παραγωγής Αμμωνίας (Τ1) του ιδίου, ως άνω, εργοστάσιου. Ο χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος είχε οριστεί σε σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή (πενθήμερο), επί 8 ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 7.00 π.μ.

έως τις 15.00 μ.μ. Στα συμφωνηθέντα εργασιακά καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων, η έκδοση αδειών εργασίας, η επίβλεψη των συνεργείων για τη διεκπεραίωση των εργασιών σε σύντομο χρόνο και με ασφάλεια για τους εργαζόμενους και τις εγκαταστάσεις του πιο πάνω εργοστασίου της εργοδότριας, η παρακολούθηση των ωρών λειτουργίας των μηχανημάτων και ο προγραμματισμός της επικείμενης επισκευής τους, ο καθημερινός προγραμματισμός των εργασιών σε συνεργασία με τους Εργοδηγούς Παραγωγής, η έκδοση ημερήσιου προγράμματος εργασιών σε καθημερινή βάση κατόπιν ενημέρωσης και των Προϊσταμένων του, η σύνταξη μηνιαίας αναφοράς ασφαλείας για τυχόν ατύχημα ή παρ' ολίγον ατύχημα, ο τακτικός έλεγχος των αναπνευστικών συσκευών διαφυγής, των εργαλείων, του χώρου και γενικά του περιβάλλοντος εργασίας των εργαζόμενων, η αξιολόγηση των υφισταμένων συναδέλφων, σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό, η σύνταξη και τήρηση αναφορών συμβάντων και επισκευών του εξοπλισμού κ.α..

Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στις 17.3.2010 η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος Β.Φ.Λ. Α.Ε. συγχωνεύθηκε με την εταιρεία "..." με σύσταση νέας εταιρείας κατ' άρθρο 68 ν. 2190/1920, δυνάμει της με αριθμό 20.950/19.2.2010 διορθωτικής πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη, σε συνδυασμό με τη με αριθμό ...

πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου. Η συγχώνευση αυτή εγκρίθηκε με τη με αριθμό Κ2- 1764/12.3.2010 απόφαση της Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία καταχωρήθηκε στο οικείο Μ.Α.Ε. μαζί με τις παραπάνω πράξεις στις 17.3.2010 (βλ. Φ.Ε.Κ. τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε. με αρ. 1986/18.3.2010, 2056/22.3.2010 και 2236/31.3.2010). Ως καθολική διάδοχος της ΒΦΛ-ΑΕ η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής και στα πλαίσια αυτά διατήρησε όλο το υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της ΒΦΛ-ΑΕ, στο οποίο ανήκε και ο ενάγων, απασχολώντας αυτό με τους ίδιους πριν τη συγχώνευση όρους εργασίας και με τις αυτές, όπως πριν, αποδοχές, βάσει της ισχύουσας πριν από τη συγχώνευση "Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης".

Στη συνέχεια η εναγόμενη, επειδή η οικονομική κατάστασή της έβαινε ικανοποιητικά, λόγω της διεύρυνσης (σε σχέση με τη ΒΦΛ- ΑΕ) των στόχων της, προς επίτευξη του ως άνω καταστατικού σκοπού της, παρά την οικονομική κρίση που υπήρχε στη χώρα μας από το 2010, συνεπεία της οποίας είχε εκδοθεί η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/28.02.2012 (ΦΕΚ Α' 38/28.2. 2012) για τη "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 ν. 4046/ 2012" , με την οποία ΠΥΣ α) προβλέφθηκε η μείωση των κατώτατων ορίων μισθών, και ημερομισθίων της από ΕΣΣΕ κατά 22% και για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών κατά 32%, β) ρυθμίσθηκε η διάρκεια ισχύος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που δεν μπορούσε πλέον να υπερβαίνει τα τρία έτη, γ) προβλέφθηκε ότι οι ισχύουσες κατά τη δημοσίευση της άνω ΠΥΣ σ.σ.ε.

λήγουν μετά την συμπλήρωση τριών ετών από την έναρξη της ισχύος τους, δ) μειώθηκε σε τρίμηνο (από εξάμηνο) ο χρόνος ισχύος κανονιστικών όρων σ.σ.ε. μετά τη λήξη ή την καταγγελία τους και προβλέφθηκε ότι μετά την πάροδο του χρόνου αυτού- και εφόσον δεν συναφθεί νέα σ.σ.ε.- από τους όρους αυτούς της σ.σ.ε., της οποίας έληξε η ισχύς, εξακολουθούν να ισχύουν μόνον εκείνοι που αφορούν τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και τα μνημονευόμενα στο εν λόγω άρθρο τέσσερα επιδόματα, ε) καταργήθηκε η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία σε περίπτωση αποτυχίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και το αντικείμενο της διαιτησίας περιορίσθηκε στον καθορισμό βασικού μισθού και βασικού ημερομισθίου, στ) ανεστάλη "μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%" η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, σ.σ.ε.

ή διαιτητικών αποφάσεων, που προβλέπουν μισθολογικές αυξήσεις με βάση τον χρόνο εργασίας, ζ) καταργήθηκαν οι "ρήτρες μονιμότητας", δηλαδή οι διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων, σ.σ.ε. ή διαιτητικών αποφάσεων που παρέχουν σε μισθωτούς με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εγγυήσεις έναντι των απολύσεων αυξημένες έναντι των προβλεπόμενων στην κοινή εργατική νομοθεσία (....), συνήψε με το Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών της Βιομηχανίας Λιπασμάτων Ν.

Καρβάλης ..., στο οποίο ανήκε και ο ενάγων, νέα Ενδοεπιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Οργανισμό Καταστάσεως Προσωπικού Κανονισμό Εργασίας), με ισχύ από 27.12.2012 έως 26.12.2015 η οποία (ΕΣΣΕ) κατατέθηκε στο ΣΕΠΕ ..., στις 15.1.2013, και έλαβε αριθμό Πράξης 5., παρακάμπτοντας (η εναγόμενη), κατά τη σύναψη της άνω ΕΣΣΕ, την εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012.

Βάσει της άνω νέας επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ενάγοντος διαμορφώθηκαν, κατά το Μάρτιο του 2016, στο ποσό των 3.020,23 ευρώ. Στη συνέχεια η εναγομένη, επειδή οι οικονομικές προβλέψεις της για την πορεία της εταιρίας της δεν επαληθεύτηκαν, καθόσον εμφάνισε, σύμφωνα με το ισολογισμό της 31.12.2014, ζημιογόνο χρήση κατά το 2014, προέβη στις 27.8.2015, με το υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, στην εκμίσθωση της μονάδας αμμωνίας, οξέων και νιτρικών λιπασμάτων του εργοστασίου της (στη Ν.

Καρβάλη) προς την εταιρεία "...". [...] Ακολούθως η εναγομένη εκμίσθωσε, με το από 11.12.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, και τη μονάδα παραγωγής φωσφορικού οξέως και σύνθετων λιπασμάτων του παραπάνω εργοστασίου της προς την κυπριακή εταιρεία "...", η οποία είχε συσταθεί κατά το κυπριακό δίκαιο και καταχωρήθηκε στα Μητρώα Εφόρου Εταιριών Κύπρου στις 4.2.2014.

Η εταιρία αυτή ίδρυσε υποκατάστημα στην Ελλάδα και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ, στις 2.12.2015, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. 106904/3.12.2015 ανακοίνωση καταχώρισης του ΓΕΜΗ και τη με αριθμό πρωτ. 20424/2.12.2015 απόφαση έγκρισης εγκατάστασης στην Ελλάδα υποκαταστήματος της αλλοδαπής ΕΠΕ της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης της Περιφέρειας Αττικής. [....] Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι ως άνω δύο μισθώτριες εταιρίες είχαν την ίδια καταστατική έδρα, ήτοι επί της οδού Πεντέλης αριθμός 34, Παλαιό Φάληρο Αττικής, με αυτή δηλαδή που διατηρούσε η εναγομένη έως την 25.9.2015, οπότε μετέφερε την έδρα της στον Πειραιά επί της διασταύρωσης των οδών Έβρου 182 και Αγ.

Δημητρίου 121 (βλ.....). Οι παραπάνω εταιρίες συνυπήρξαν στο εργοστάσιο της Ν. Καρβάλης, ύστερα από κοινή απόφασή τους, για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της εναγομένης να "περισώσει" το ως άνω εργοστάσιό της. Η εναγομένη αρχικά προέβη σε εξάμηνο δανεισμό των υπηρεσιών των σ' αυτήν εργαζομένων στις άνω μισθώτριες εταιρίες, παρά τις έντονες επιφυλάξεις των εργαζομένων, με στόχο, όπως διεμήνυσε στους εργαζόμενους, τη μείωση του εργατικού κόστους.

Τον ενάγοντα δάνεισε στην εταιρία "...". Με την από 21.12.2015 τριμερή συμφωνία δανεισμού υπηρεσιών, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ της εναγόμενης, της "..." και του ενάγοντος, η πρώτη δάνεισε στη δεύτερη τις υπηρεσίες του τρίτου, για χρονικό διάστημα 6 μηνών, προκειμένου η ... να τον εντάξει στην παραγωγική της διαδικασία (χημικών προϊόντων και λιπασμάτων), υπό την αυτή όπως πριν ιδιότητά του στις μισθωθείσες εγκαταστάσεις της.

Κατά την ανωτέρω τριμερή συμφωνία, η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με την εναγομένη διατηρούνταν ενεργή, οπότε, μετά τη λήξη του 6μήνου, ο ενάγων δικαιούταν να επανέλθει στην εναγόμενη και την ένταξη αυτού στους ίδιους όρους αμοιβής και εργασίας στις εγκαταστάσεις της, που ίσχυαν μέχρι την έναρξη του δανεισμού, ενώ για τις κάθε φύσεως αποδοχές και αποζημιώσεις του εργαζόμενου από την παροχή των υπηρεσιών του ευθυνόταν παράλληλα με την αρχική εργοδότρια εταιρία (εναγομένη) και η έμμεση εργοδότρια ... (βλ.

τους 4ο και 6ο όρους της άνω από 21.12.2015 τριμερούς σύμβασης δανεισμού υπηρεσιών). Σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας δανεισμού, ο ενάγων άρχισε να απασχολείται από την .... Ενόσω απασχολούνταν στην τελευταία, επειδή στις 26.3.2016 έληγε η 3μηνη μετενέργεια της προαναφερθείσας (με συμφωνημένη ισχύ από 27.12.2012 έως 26.12.2015) Ενδοεπιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που είχε υπογραφεί μεταξύ της εναγόμενης και του Σωματείου των εργαζόμενων στο εργοστάσιό της, η εναγόμενη εξέδωσε την από 24.3.2016 "Ανακοίνωση", με την οποία ενημέρωνε το προσωπικό της, ότι θα προέβαινε στη μείωση των αποδοχών του, κατ' εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012.

Πράγματι η εναγόμενη, λόγω του ότι η παρατεταμένη οικονομική κρίση στη χώρα μας επηρέασε αρνητικά και τα οικονομικά δεδομένα της, προσδοκώντας στην καλυτέρευση της πορείας της επιχειρήσεώς της, δια της ελάττωσης του μισθολογικού κόστους, μείωσε από 1ης Απριλίου 2016 τις αποδοχές του προσωπικού της, όπως και αυτές του ενάγοντος, του οποίου ο μικτές μηνιαίες αποδοχές του διαμορφώθηκαν, από 1ης Απριλίου 2016, στο ποσό των 1.810,17 ευρώ (από 3.020,23 ευρώ που ήταν το Μάρτιο του ίδιου έτους).

Λίγες ημέρες μετά την παραπάνω μείωση των αποδοχών των εργαζομένων της, στις 14.4.2016, η εναγόμενη εξήγγειλε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, που θα ίσχυε έως 22.4.2014, (εεν. 22.4.2016) το οποίο απεύθυνε στο σύνολο του προσωπικού της, όπως και στον ίδιο τον ενάγοντα (βλ. την από 15.4.2016 επιστολή της εναγόμενης προς τον ενάγοντα).

Το πρόγραμμα αυτό προέβλεπε ότι, όσοι εργαζόμενοι δήλωναν οικειοθελή συμμετοχή σ' αυτό, θα λάμβαναν πλήρη αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, με βάση την προϋπηρεσία τους, υπολογιζόμενη (η αποζημίωση) με βάση τις αποδοχές του Απριλίου 2016, δηλαδή τις ήδη μειωμένες αποδοχές τους και το επιπλέον ποσό των 1.000,00 ευρώ (βλ.

την από 14.4.2016 ανακοίνωση προγράμματος εθελούσιας εξόδου), ενώ ο κάθε εργαζόμενος, που θα μετείχε στο πρόγραμμα αυτό, έπρεπε να δηλώσει ταυτόχρονα ότι αποδέχονταν ανεπιφύλακτα όλους τούς όρους και τις προϋποθέσεις του προγράμματος. Το πρόγραμμα αυτό εθελούσιας εξόδου παρατάθηκε εκ μέρους της εναγόμενης αρχικά έως 26.4.2014, [ενν. 26.4.2016] στη συνέχεια έως 12.5.2016 και τέλος έως 29.6.2016 (βλ.

την από 22.6.2016 ανακοίνωση του προγράμματος εθελούσιας εξόδου της εναγόμενης). Ταυτόχρονα με την υπογραφή της δήλωσης συμμετοχής στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, η εναγόμενη πρότεινε στους υποψήφιους προς εθελούσια έξοδο να υπογράψουν με την ως άνω "..." (μισθώτρια της μονάδας αμμωνίας, οξέων και αζωτούχων λιπασμάτων, στην οποία κατά δανεισμό εργαζόταν ο ενάγων) ή με την κυπριακή εργολάβο εταιρία "...", νέες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η ως άνω κυπριακή εταιρία "..." συστάθηκε στην Κύπρο, στις 6.10.2014 και έλαβε άδεια εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα στις 6.11.2014 (βλ.....), ενώ ως έδρα του υποκαταστήματός της ορίστηκε η οδός Θεοφάνους αριθμός 12, στην Αθήνα, δηλαδή η διεύθυνση, όπου προγενέστερα και για μικρό χρονικό διάστημα είχε την έδρα της η ως προαναφερθείσα "... (βλ.....).

Η εταιρία "...", έχοντας καταστατικά ευρύ αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας, αφότου "άνοιξε" υποκατάστημα στην Αθήνα, εκτελούσε κάθε φύσεως έργα στο εργοστάσιο λιπασμάτων της εναγόμενης, που η τελευταία της ανέθετε εργολαβικά. Οι όροι των ως άνω ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, τις οποίες πρότεινε η εναγομένη στους υπό αποχώρηση (με εθελούσια έξοδο) εργαζομένους της να υπογράψουν με τις ανωτέρω εταιρίες, ήταν σαφώς δυσμενέστεροι από τους όρους των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, που τους συνέδεε με την εναγόμενη, διότι πρώτον ήταν ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα 14 μηνών και δεύτερον προβλεπόταν με αυτές η δυνατότητα απασχόλησης του μισθωτού σε άλλη εργασία, ακόμη και η μετακίνησή του μονομερώς από την εργοδότρια σε άλλο τόπο εργασίας, χωρίς αυτό να θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, ενώ υπήρχε και συμφωνία για παρέκταση της κατά τόπο αρμοδιότητας, καθόσον οριζόταν για κάθε διαφορά ως αρμόδια τα Δικαστήρια αυτά των Αθηνών.

Κατά τη διάρκεια ισχύος του ως άνω προγράμματος εθελούσιας εξόδου είχε δημιουργηθεί εκ μέρους της εναγόμενης ένα κλίμα ανασφάλειας που αφορούσε τις θέσεις εργασίας των απασχολούμενων σ' αυτήν. Με την από 31.5.2016 ανακοίνωσή της, που απευθύνει προς τους εργαζόμενους του εργοστασίου, η εναγομένη εκθέτει ότι η εταιρία της αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω κυρίως της νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης και την επιβολή φόρου που αφορούσε τη δραστηριότητά της και ομολογεί ότι μετά τη λήξη των συμβάσεων δανεισμού προς τις προαναφερόμενες εταιρίες, αδυνατεί να απασχολήσει το προσωπικό της, όπως επανειλημμένα είχε τεθεί το θέμα αυτό και υπόψη του Σωματείου.

Με την άνω ανακοίνωση, η εναγόμενη αναφέρει επί λέξει και τα εξής: " .. ότι η παραγωγική διαδικασία της εταιρίας είναι νεκρή, ότι σταμάτησε η λειτουργία των περισσότερων μονάδων παραγωγής του εργοστασίου, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν. Απόλυτο αδιέξοδο. Ζητάμε να δείξετε ψυχραιμία και υπομονή. . .".

Επίσης, κατά την ίδια ως άνω χρονική περίοδο η εναγόμενη για πρώτη φορά προσλαμβάνει στις εγκαταστάσεις της, στο εργοστάσιο Νέας Καρβάλης, φύλακες για την επίβλεψη της ασφάλειας (security) των εγκαταστάσεων και των εργαζομένων σε αυτές, οι οποίοι, όμως, δημιουργούσαν κλίμα ανασφάλειας στους εργαζόμενους, με το αίσθημα της αυστηρής τους επιτήρησης.

Στα πλαίσια του ανωτέρω διαμορφωθέντος εκ μέρους της εναγόμενης κλίματος, εντάχθηκαν στο προαναφερθέν πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου 146 εργαζόμενοι, ενώ στο τακτικό προσωπικό της απέμειναν άλλοι 180 εργαζόμενοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ενάγων, οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στο ως άνω πρόγραμμα.

Ο ενάγων, μαζί με έναν ακόμη συνάδελφό του, διαμαρτυρήθηκαν στην εναγόμενη για τη μείωση των αποδοχών τους με την από 8.6.2016 εξώδικη δήλωσή τους (βλ. τη με αριθμό 8317Γ78.6.2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά, Κ. Λ.), ενώ προγενέστερα και δη στις 15.4.2016 όμοια εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία είχαν κοινοποιήσει στην εναγομένη και άλλοι 290 εργαζόμενοί της.

Μετά τη λήξη των συμβάσεων δανεισμού, η εναγόμενη χορήγησε σε όλο το εναπομείναν τακτικό προσωπικό της (στα 180 άτομα) τα υπόλοιπα των αδειών αναψυχής τους. Τον ενάγοντα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω είχε δανείσει η εναγόμενη, στην εταιρία "...", με την από 21.12.2015 τριμερή συμφωνία δανεισμού υπηρεσιών, για χρονικό διάστημα 6 μηνών, που άρχιζε στις 21.12.2015 και έληγε στις 21.6.2016.

Δέκα τρεις (13) ημέρες πριν από τη λήξη (στις 21.6.2016) του εξαμήνου αυτού και συγκεκριμένα στις 8.6.2016 (ώρα 17:45), ήτοι λίγες ώρες μετά την κοινοποίηση στην εναγομένη της ως άνω εξώδικης δήλωσης διαμαρτυρίας του ενάγοντος, κοινοποιήθηκαν σ' αυτόν: α) από την ... "ΕΞΩΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΜΕ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ", με την οποία η άνω εταιρία κατήγγειλε πρόωρα την προαναφερθείσα από 21.12.2015 "τριμερή σύμβαση δανεισμού υπηρεσιών" που είχε συναφθεί ανάμεσα σ' αυτήν, την εναγόμενη και τον ενάγοντα, β) από την εναγόμενη "ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ", με την οποία η εναγόμενη, αφού αναφέρθηκε στην αυτοδίκαιη επάνοδο και ένταξη του ενάγοντος στο προσωπικό της, επικαλούμενη ότι την αυτή ημερομηνία (δηλαδή στις 8.6.2016) έληξε ο δανεισμός των υπηρεσιών του στην "...", του δήλωσε τα ακόλουθα: "Α) Από την 9.6.2016 θα λάβετε την κανονική σας άδεια, όπως αυτή προβλέπεται από τη σύμβασή σας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η διάρκεια της αδείας σας περιλαμβάνει 16 εργάσιμες ημέρες, ήτοι από τις 9.6.2016 μέχρι και 30.6.2016 και Β) Κατά την έναρξη της άδειας σας θα σας καταβληθούν οι αποδοχές που αναλογούν σε αυτήν, καθώς επίσης και το αντίστοιχο επίδομα αδείας, που δικαιούσθε από το νόμο". Όμοια εξώδικα έγγραφα παρέλαβαν και άλλοι συνάδερφοι του ενάγοντος, που επίσης δεν είχαν ενταχθεί μέχρι τότε στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου της εναγομένης.

Στις 22.6.2016 η εναγόμενη επανέφερε, με ανακοίνωσή της, το "πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου" του τακτικού προσωπικού της (που δεν είχε ενταχθεί), δίνοντας, όπως προαναφέρθηκε, την τελευταία παράταση ισχύος του προγράμματος αυτού, έως 29.6.2016. Στο μεταξύ, η εναγόμενη είχε επιδώσει, έως την 27.6.2016, στη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων του ενάγοντος, που δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα, εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες τους ενημέρωνε ότι, αμέσως μετά τη λήξη των υποχρεωτικών αδειών αναψυχής τους, επρόκειτο να τους θέσει σε διαθεσιμότητα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα τον καθένα.

Τέτοια εξώδικη δήλωση, η εναγόμενη κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 23.6.2016, με την οποία του ανακοίνωνε την απόφασή της να παρατείνει την άδειά του έως τις 14.7.2016 και να τον θέσει σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, για το χρονικό διάστημα από 15.7.2016 και μέχρι 14.10.2016. Στις 30.6.2016, το προσωπικό της εναγόμενης που δεν είχε ενταχθεί στο "πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου" ανερχόταν σε 180 άτομα (μεταξύ αυτών και ο ενάγων), που τότε τελούσαν όλα τα άτομα αυτά, όπως προαναφέρθηκε, σε αναγκαστικές άδειες αναψυχής και οι διαρροές από τα στελέχη της εναγόμενης άφηναν να εννοηθεί ότι επίκειται η απόλυσή τους.

Στους ανωτέρω επικρατούσε κλίμα έντονης ανησυχίας και δυσαρέσκειας, που μεταφερόταν, μέσω του Σωματείου Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομηχανίας Λιπασμάτων Ν. Καρβάλης και στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο .... Το τελευταίο προκήρυξε στις 24 Ιουνίου 2016, υπό το ως άνω διαμορφωθέν κλίμα, Γενική Απεργία Αλληλεγγύης στον Νομό ..., για το χρονικό διάστημα από τη Δευτέρα 27.6.2016 και ώρα 06:00 έως και την Τετάρτη 29.6.016 και ώρα 06:00, με σκοπό τη συμπαράσταση όλων των εργαζομένων του Νομού ...

προς το προσωπικό της εναγόμενης. Στην 48ωρη αυτή απεργία, το Σωματείο Υπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Βιομηχανίας Λιπασμάτων Ν. Καρβάλης ... κάλεσε να συμμετάσχουν, με την από 24.6.2016 ανακοίνωσή του, όλα τα μέλη του. Επίσης, η Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Χημικής Βιομηχανίας Ελλάδας (Ο.Ε.Χ.Β.Ε.) ανακοίνωσε, με το από 27.6.2016 Δελτίο Τύπου που εξέδωσε, την υπ' αυτής προκηρυχθείσα 48ωρη απεργία στον κλάδο των Λιπασμάτων, για το χρονικό διάστημα, από την Τετάρτη 29.6.2016 και ώρα 06:00 έως και την Παρασκευή 1.7.016 και ώρα 06:00.

Στις παραπάνω ανακοινώσεις, εκ μέρους του Σωματείου εργαζομένων της εναγόμενης και εκ μέρους της Ομοσπονδίας εργατοϋπαλλήλων χημικής βιομηχανίας Ελλάδος, γινόταν λόγος για εκβιαστική προσπάθεια της εναγόμενης να συναινέσει το σύνολο του προσωπικού της στην απόλυσή του, μέσω του προγράμματος εθελούσιας εξόδου και για παράνομη καταχρηστική μεθόδευση από την εργοδότρια προς εκμηδένιση των εργασιακών δικαιωμάτων του εργατικού δυναμικού, με απώτερο σκοπό την εργολαβοποίησή του.

Ως τόπος συγκέντρωσης των απεργών και όσων ήθελαν να συμμετέχουν στην ανωτέρω απεργία οριζόταν η κεντρική πύλη του εργοστασίου στην Ν. Καρβάλη. Στις 28.7.2016 η εναγομένη δια του οικονομικού της διευθυντή, Χρήστου Καμπούρη, υπέβαλε μήνυση για το αδίκημα της παράνομης βίας (άρθρο 330 ΠΚ) κατά συνολικά 65 ατόμων, όλων εργαζομένων της, που δεν είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο ενάγων, οι οποίοι κατά το χρόνο της υποβολής της μήνυσης απεργούσαν και τελούσαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας.

Στη μήνυση αυτή η εναγομένη αναφέρει ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15 έως 30 Ιουνίου τα μέλη του σωματείου των εργαζομένων της (ELFE) τελούσαν σε καθεστώς απεργίας. Το γεγονός αυτό είναι παντελώς ψευδές, καθότι, όπως προαναφέρθηκε, το Σωματείο των εργαζομένων της εναγομένης την είχε ενημερώσει με τις με αριθμούς 249/24.6.2016, 251/24.6.2016 και 259/28.6.2016 ότι τα μέλη του θα συμμετείχαν σε απεργία που προκήρυξε αρχικά το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Νομού ...

και η Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Χημικής Βιομηχανίας Ελλάδος κατά το χρονικό διάστημα από 27.6.2016 έως 29.6.2016 και από 29.6.2016 έως 1.7.2016 αντίστοιχα. Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το Σωματείο της εναγομένης τελούσε σε απεργία κατά το χρονικό διάστημα από 15 έως 30 Ιουνίου. Στη συνέχεια της μήνυσής της η εναγομένη αναφέρει ότι τις ημέρες εκείνες, δηλαδή 15 έως 30 Ιουνίου, κατέστη αδύνατη η είσοδος των εργαζομένων της στο χώρο του εργοστασίου, γιατί οι καταγγελλόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, "τους προπηλάκιζαν και απειλώντας τη σωματική τους ακεραιότητα με εκφράσεις του τύπου "θα σας σκοτώσουμε", "αν τολμήσετε να μπείτε στο εργοστάσιο θα σας βρούμε και θα σας σπάσουμε στο ξύλο" κλπ.

Η ως άνω μήνυση της εναγομένης σαφέστατα είναι παντελώς αόριστη, καθότι δεν επικαλείται κανένα συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός που να αφορά καθέναν από τους καταγγελλόμενους, δεν διευκρινίζει καν το χρόνο, που κατά την άποψή της έλαβε χώρα η καταμηνυόμενη παράνομη πράξη εκ μέρους των καταγγελλομένων εργαζομένων της, δεν διευκρινίζει ούτε καν αναφέροντας τον αριθμό τουλάχιστον των εργαζομένων της που αναγκάστηκαν να μην εισέλθουν στο εργοστάσιό της και να μην εργαστούν, ούτε βέβαια αναφέρει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, π.χ.

μάρτυρες, που να υποστηρίζει τα από αυτήν καταγγελλόμενα. Την 23.9.2016 και ενώ ο ενάγων τελούσε σε καθεστώς διαθεσιμότητας, κατά τα προαναφερθέντα, η εναγομένη του κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με την οποία προέβη στην απόλυσή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, "λόγω προηγηθείσας υποβολής μηνύσεως και ασκήσεως ποινικής δίωξης για πλημμέλημα", όπως επί λέξει αναγράφεται στο έντυπο της καταγγελίας.

Τότε για πρώτη φορά ο ενάγων έλαβε γνώση της μήνυσης που είχε καταθέσει προγενέστερα σε βάρος του η εναγομένη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη υπέβαλε συνολικά άλλες τρεις μηνύσεις σε βάρος των εργαζομένων της, οι οποίοι τελούσαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας και συμμετείχαν στις ως άνω εξαγγελθείσες απεργίες και συγκεκριμένα υπέβαλε δύο μηνύσεις για πρόκληση πυρκαγιάς και δύο για παράνομη βία κατά συνολικά 171 εργαζομένων, ήτοι το σύνολο σχεδόν του εναπομείναντος εργατικού δυναμικού της (βλ.

τις από 30- 06-2016, 28-07-2016, 28-07-2016 και 28-07-2016 μηνύσεις της εναγομένης), ενώ ακολούθως η εναγομένη απέλυσε αζημίως το σύνολο των καταμηνυθέντων εργαζομένων της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ίδια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν είχε απαγγελθεί ακόμη εναντίον του κατηγορία για πλημμέλημα (βλ.

το με αριθμό 29/30.3.2017 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ...). Εξάλλου, όπως αποδείχτηκε ο ενάγων δεν έχει απασχολήσει ποτέ στο παρελθόν τις διωκτικές και δικαστικές αρχές (βλ. το με αριθμό 5207/15.3.2017 ποινικό του μητρώο), είναι έγγαμος και έχει δύο ήδη ενήλικα τέκνα, ενώ είναι άνθρωπος φιλήσυχος, ήρεμος και ειρηνικός και ουδέποτε είχε δημιουργήσει οποιασδήποτε φύσης προβλήματα στο εργασιακό του χώρο.

Δέον μάλιστα να σημειωθεί ότι ο ενάγων προσληφθείς από τη δικαιοπάροχο της εναγόμενης, Β.Φ.Λ., ήδη από το 1979 στη θέση του Μαθητευόμενου Τεχνίτη Συντήρησης ανταμείφθηκε για την αποδοτικότητα του και για την αφοσίωσή του στην εργασία του με πολυάριθμες προαγωγές στη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, δεδομένου ότι κατά το χρονικό σημείο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αυτός κατείχε ήδη τη θέση Εργοδηγού Μηχανολογικής Συντήρησης, κατά τη διάρκεια δε της υπηρεσίας του στην εναγόμενη, δεν υπέπεσε σε κανενός είδους παράπτωμα, εξαιτίας του οποίου να εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας και να δημιουργήθηκε μεταξύ τους κλίμα οξύτητας, που να είχε ως αποτέλεσμα τη μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης.

Η εναγομένη ουδόλως ισχυρίζεται κάτι αντίθετο, ως προς την εν γένει εργασιακή της σχέση με τον ενάγοντα. Επίσης αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που είχε λάβει την άδεια αναψυχής του, ήτοι από 9.62016 έως 14.7.2016, είχε ξεκινήσει εργασίες ανακαίνισης στην πολυκατοικία, όπου βρίσκεται το διαμέρισμα που κατοικεί, πολλές από τις οποίες μάλιστα πραγματοποιούσε ο ίδιος, όπως προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση της Β.

Ν., η οποία κατοικεί στην ίδια πολυκατοικία με τον ενάγοντα, η κατάθεση της οποία κρίνεται ως ειλικρινής, καθώς αυτή δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης αλλά και από τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες. Από το σύνολο των παραπάνω αποδειχθέντων προκύπτει ότι η μήνυση εκ μέρους της εναγομένης κατά του ενάγοντος για την παράνομη πράξη της παράνομης βίας είναι παντελώς ψευδής, γεγονός που γνώριζε η εναγομένη και έγινε εντελώς προσχηματικά, με σκοπό η εναγομένη να καταγγείλει αζημίως τη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με τον ενάγοντα.

Ο πραγματικός λόγος, για τον οποίο η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, ήταν να εκδικηθεί τον τελευταίο, λόγω εμπάθειας και εχθρότητας των νομίμων εκπροσώπων της προς το πρόσωπό του, επειδή ο ενάγων: α) αρνήθηκε σαφώς και κατηγορηματικώς, να ενταχθεί στο πιο πάνω "πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου" που είχε προκηρύξει και συστηματικά παρέτεινε την ισχύ του η εναγομένη, β) επέδειξε σθένος και δεν κάμφθηκε από το προπεριγραφόμενο κλίμα ανασφάλειας, εκφοβισμού και πιέσεων που το πρώτο εξάμηνο του έτους 2016 τεχνηέντως και μεθοδευμένα καλλιεργούσε η εναγόμενη στο προσωπικό της (και στον ενάγοντα) αναφορικά με το εργασιακό μέλλον του, μέσω της επιβληθείσας, ως άνω, μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων της (και του ενάγοντος), της εγκατάστασης στο χώρο του εργοστασίου ανδρών security, οι οποίοι παρακολουθούσαν στενά τους μισθωτούς της (και τον ενάγοντα), εκφοβίζοντάς τους με την παρουσία τους, των προαναφερθεισών ανακοινώσεών της προς το προσωπικό της (και τον ενάγοντα), περί της επιβολής αναγκαστικών αδειών αναψυχής στο σύνολο των εργαζομένων της και τη θέση, στη συνέχεια, της συντριπτικής πλειοψηφίας των μισθωτών της σε διαθεσιμότητα, με σκοπό να εξωθήσει τους εργαζομένους της (και τον ενάγοντα) να συναινέσουν ανεπιφύλακτα στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους και έτσι να υλοποιήσει τα σχέδιά της για οριστική απαλλαγή της από αυτούς και μάλιστα με ομαδικό τρόπο, πλην όμως κατά παράκαμψη των περιορισμών που τίθενται από τον Ν. 1387/1983, για τον έλεγχο ομαδικών απολύσεων, γ) επέδειξε σθεναρή επιμονή στην τήρηση των εργασιακών του δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγόμενης, που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας του, ζητώντας την εξακολούθηση της εργασίας του, σύμφωνα με τους εργασιακούς όρους που προβλέπονταν από τη σύμβαση αυτή (βλ.

και την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση που ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγόμενη). Η προσχηματική κατάθεση της μήνυσης κατά του ενάγοντος προκύπτει κυρίως από το χρόνο κατάθεσής της, ήτοι μία ημέρα μετά την κήρυξη της απεργίας, από το αναληθές και παντελώς αόριστο περιεχόμενό της, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέθεσε μηνύσεις και ακολούθως απέλυσε χωρίς την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης το σύνολο σχεδόν του προσωπικού της που δεν είχε συναινέσει να ενταχθεί το πρόγραμμα της εθελούσιας εξόδου, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της ίδιας της εναγομένης περί οικονομικής της δυσπραγίας, περί ανάγκης μείωσης του μισθολογικού κόστους και εν γένει αναδιάρθωσής της.

Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα η από 23.9.2016 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, που έγινε εκ μέρους της εναγόμενης, υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προφανώς τα όρια που τίθενται από το άρθρο 281 ΑΚ και συνεπώς είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 180), δηλαδή είναι άκυρη και παρεπόμενα, από 23.9.2016 και εντεύθεν η εναγόμενη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του τα ίδια έκρινε, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται, ότι η εκκαλούσα δεν παραπονείται με τον πιο πάνω ή με άλλο λόγο έφεσής ούτε ως προς το ύψος των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας, ούτε ως προς την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από την εν λόγω καταχρηστική απόλυσή του, συνεπεία της οποίας ηθικής του βλάβης, και προς αποκατάστασή της, του επιδικάστηκε, με την εκκαλουμένη, χρηματική ικανοποίηση".

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 174 και 281 ΑΚ, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως καταχρηστικής, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της εργοδότριας σε βάρος του εργαζόμενου ενάγοντος.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, και ανεξαρτήτως των οικονομικών προβλημάτων που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης πράγματι αντιμετώπιζε η εναγομένη, ήταν να εκδικηθεί τον τελευταίο, λόγω εμπάθειας και εχθρότητας των νομίμων εκπροσώπων της προς το πρόσωπό του, επειδή αυτός α) αρνήθηκε να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που είχε προκηρύξει η εναγομένη, β) επέδειξε σθένος και δεν κάμφθηκε από το κλίμα ανασφάλειας, εκφοβισμού και πιέσεων που το πρώτο εξάμηνο του έτους 2016 τεχνηέντως και μεθοδευμένα καλλιεργούσε η εναγομένη στο προσωπικό της εν γένει (και στον ενάγοντα) αναφορικά με το εργασιακό του μέλλον (μείωση αποδοχών, επιβολή αναγκαστικών αδειών αναψυχής, θέση σε διαθεσιμότητα), με σκοπό να τον εξωθήσει να συναινέσει ανεπιφύλακτα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κατά παράκαμψη των περιορισμών του Ν. 1381/1983 για τις ομαδικές απολύσεις και γ) επέδειξε σθεναρή επιμονή στην τήρηση των εργασιακών του δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγομένης, που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας του, ζητώντας την εξακολούθηση της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με τους εργασιακούς όρους που προβλέπονταν σε αυτή και ότι χαρακτηριστικό της εμπάθειας και εχθρότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, ήταν η κατάθεση προσχηματικής μήνυσης εναντίον του, καθώς και εναντίον όλων των εργαζομένων που συμμετείχαν στην απεργία και δεν είχαν δεχθεί να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, προκειμένου να τους απολύσει χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 (και όχι και από τον αριθμό 1 που εντελώς αόριστα αναφέρει η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα με συνέπεια να μην απαιτούνται περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ή την ανάλυση των περί του αντιθέτου πραγματικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας κατά μέρος δε που υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης και μάλιστα με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, πλήττεται ουσιαστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 5.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.12.2019 και με αριθμό κατ. 63/23.12.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 298/15.11.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ