Legislator Case Law & Legislation
688/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, remanding specific property valuation issues to lower court.

Case Number 688/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a final expropriation compensation decision, remanding two specific property valuation issues to a new panel of the Court of Appeal. The State argued that certain properties, previously deemed buildable, lost their construction viability after expropriation, warranting special compensation, while the lower court had rejected this claim. The Court agreed that sufficient evidence existed to prove the loss of building potential, necessitating a fresh examination of the special compensation request for these specific parcels.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 § 4 of Law 2882/2001: The Supreme Court may examine a case ex officio if an opposing party fails to appear, and it must remand the case for further trial if new facts regarding the loss of building potential of expropriated land are substantiated by technical evidence.

Keywords

AI generated
expropriation compensation special compensation building potential appeal remand technical report construction viability State appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 4 of Law 2882/2001
Article 559 § 19 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 559 § 9 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 176 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 22 § 3 of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ., 2) Μ. Σ., κατοίκων ..., 3) Μ. Δ. του Σ., κατοίκου ... 4) Α. Κ. Κ. χας Ε., 5) Ι. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 6) Π. Κ. του Ε., 7) Δ. Η. του Μ., κατοίκων ... 8) Μ. Χ. του Α., 9) Α. Χ. του Ν., κατοίκων ..., 10) Δ. συζ. Ι. Γ., κατοίκου ..., 11) Ε. Α., 12) Γ. συζ. Ε. Α., κατοίκων ... και 13) Κ. συζ. Ε. Λ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1997 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 12/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 10-7-1997 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 95/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-1998 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 5-12-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ως προς την με αριθμ. ΚΠ 58 ιδιοκτησία και την παραδοχή του πέμπτου λόγου της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ για την ιδιοκτησία με αρ. ..., καθώς και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά την §4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), η οποία προστέθηκε με την §2 του άρθρου 131 του Ν. 4070/2012 και η οποία, σύμφωνα με την §10 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη, η αίτηση αναίρεσης μπορεί να κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, και στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. ...19-12-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων Α. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πράγματι παραστάσα δικηγόρο Αικατερίνη (Καίτη) Παπαδάκη - Καλογεράκη, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Κρήτης κατά τη δικάσιμο της 4-11-1997, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 95/1998 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ. Με την υπ' αριθμόν .../24.10.95 απόφαση του Περ/κού Δ/ντή Χανίων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού ..., τμήμα ...-διακλάδωση ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 41.966,89 τ.μ., που εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο κτηματολογικό διάγραμμα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.

Χανίων που συντάχθηκε από τον Θ. Χ., πολιτικό μηχανικό και θεωρήθηκε την 26.6.95 από τον Δ/ντή της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ε. Π. Η απαλλοτρίωση κηρύχτηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη του. Κατόπιν της από 5.4.96 και με αρ. πρωτ. 100/96 αίτησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος με την υπ' αριθμόν 12/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Στη συνέχεια με την από 18.2.97 και με αριθμό πρωτ. 163/97 αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε από το Εφετείο Κρήτης τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος. Αντίθετη αίτηση με ημερομηνία 10.7.97 και αρ. πρωτ. 569/97 άσκησαν και οι δικαιούχοι, οι οποίοι εκτός από τον καθορισμό οριστικής τιμής, υψηλότερης της προσωρινής, ζήτησαν και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για ορισμένα από τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητά τους.

Το Εφετείο Κρήτης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε κατά ένα μέρος τις αντίθετες αιτήσεις, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος και ιδιαίτερη αποζημίωση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασής του ποσά, για τα ακίνητα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ... Την απόφαση αυτή κατά το μέρος με το οποίο καθορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση, προσέβαλε με την από 22-4-1998 αίτηση αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο.

Η αίτηση κατατέθηκε την 28-4-1998, δηλ. μέσα στην εξάμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της μη επιδοθείσης αναιρεσιβαλλομένης την 11-3-1998, παραδεκτώς και εμπροθέσμως από το Δημόσιο κατά των αντιδίκων του στη δίκη όπου εκδόθηκε η απόφαση. Συνοδεύεται δε και από την υπ' αριθμ. 609/1998 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί του παραδεκτού της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και του παραδεκτού και βασίμου όλων των λόγων αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν, η μεν πρώτη με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998, η δε δεύτερη, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 3790/2009 με έναρξη ισχύος 7-8-2009.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 21.3 του ν.δ. 797/71, 144, 145 Κ.Πολ.Δ. ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 319, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω της αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (Ολ.ΑΠ 7/2013), τούτο δε προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2002 (ΑΠ 1069/2018).

Το άρθρο 13 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση, ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι` ο η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", μείωση της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971 ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, τα οποία ήταν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι "Το Δικαστήριο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το ακίνητο με αριθμό ΚΠ 1, ιδιοκτησίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στο ποσό των 10.500.000 δρχ.

με την αιτιολογία ότι αποκόπτονται οι εξώστες της κατοικίας και ο ζωτικός χώρος των καταστημάτων καταλαμβάνεται από τον δρόμο και έτσι αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Από την ίδια την απόφαση γίνεται φανερό ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη την προσαχθείσα και αναφερόμενη στις προτάσεις μου Τεχνική Εκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ.

Κ., καθώς και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης, από τα οποία αποδεικνύεται ότι από το σύνολο των 30.90 τ.μ. εξώστη αποκόπτεται τμήμα μόλις 5 τ.μ. και ότι το όριο της απαλλοτρίωσης δεν εφάπτεται του κτιρίου αλλά απέχει από αυτό δύο μέτρα. Για το λόγο αυτό η απόφαση είναι αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ. 11 Κ.Πολ.Δ.

αφού το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό στοιχείο το οποίο είχα προσκομίσει και επικαλεσθεί". Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε και ιδιαίτερη αποζημίωση για το ακίνητο με αριθμό ΚΠ 1, ιδιοκτησίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στο ποσό των 10.500.000 δρχ.

με την αιτιολογία ότι αποκόπτονται οι εξώστες της κατοικίας και ο ζωτικός χώρος των καταστημάτων καταλαμβάνεται από τον δρόμο και έτσι αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο δέχθηκε ότι "τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών με αριθμ. ΚΠ … μετά την απαλλοτρίωση υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους.

Για τις περιπτώσεις αυτές από τις καταθέσεις στο Δικαστήριο τούτο και στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων του μάρτυρα Ε. Π., την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Τ. που εξετάσθηκε στο εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και από τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις αποδεικνύονται τα ακόλουθα: 1) Περίπτωση ακινήτου Τ.

Δ. αρ. 1 Κτημ. Πίνακα. Η ιδιοκτησία αυτή αρχικά και πριν την απαλλοτρίωση ήταν οικόπεδο 510,35 τ.μ. στο οποίο έχουν ανεγερθεί δύο καταστήματα και στον όροφο κατοικία. Συνεπεία της απαλλοτριώσεως αποκόπτονται τα μπαλκόνια (εξώστες) της κατοικίας και ο δρόμος επεκτείνεται μέχρι τις εισόδους των ισογείων καταστημάτων.

Τα καταστήματα αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν αφού ο ζωτικός χώρος που βρίσκεται μπροστά τους καταλαμβάνεται από την επέκταση του δρόμου. Επίσης ο όροφος (οικία) δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κατοικία αφού αποκόπτονται οι βεράντες και τα μπαλκόνια. Ο αιτών ζητεί να καθορισθεί αποζημίωση για μείωση κατά ποσοστό 40% της αξίας της υπάρχουσας οικοδομής την οποία υπολογίζει στο ποσό των 19.500.000 δραχμών (ήτοι 75 τ.μ.

χ 400.000 δρχ το τ.μ., τα καταστήματα ίσον 30.000.000 δρχ. συν 75 τ.μ. Χ 250.000 δρχ το τ.μ. η οικία ίσον 18.750.000 δραχμές και συνολικά 48.750.000 δραχμές χ 40% ίσον 19.500.000 δρχ)...". Επομένως προς το σκοπό καταβολής στον εν λόγω δικαιούχο της πλήρους αποζημίωσης υπό την έννοια που αναλύεται στην αντίστοιχη νομική σκέψη από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις και ειδικότερα με τα έγγραφα την Τεχνική Εκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ.

Κ., καθώς και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης. Άλλωστε η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα ανωτέρω, για τα οποία παραπονείται το αναιρεσείον ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σε κάθε περίπτωση η αιτίαση, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμέλειες από κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης και αιτιολογίας σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για τον καθορισμό αποζημιώσεων που αφορούν στα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών ΚΠ ....

Σχετικώς εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο στήριξε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τις ιδιοκτησίες με αρ. ΚΠ ... στην παραδοχή ότι τα εναπομένοντα καθίστανται λόγω της απαλ/σεως μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, χωρίς αιτιολόγηση αυτής της κρίσης, δηλ. χωρίς να παρατίθενται στοιχεία προς θεμελίωση αυτής της νομικού χαρακτήρα κρίσης.

Για τις ιδιοκτησίες ΚΠ ... η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε μείωση του ποσοστού δόμησης και αξιοποίησης καθενός εναπομένοντος. Όμως και αυτή η κρίση είναι νομική, αναφερόμενη σε έννομες συνέπειες κανόνων δικαίου, και δεν παρατίθενται στοιχεία που να την δικαιολογούν. Για την ιδιοκτησία με αρ. ... καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφαση 95/1998 απόφασή του αφού συνεκδίκασε, κατά τη δικάσιμο της 4-11-1997 την με αριθμ. κατ. 163/21-2-1997 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και τη με αριθμ. 569/18-7-1997 αίτηση των καθών η προαναφερόμενη αίτηση με τις οποίες ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων καθώς και των επικειμένων τους καθώς και ο προσδιορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες αιτήσεις κατά τα ειδικότερα σημειούμενα στο διατακτικό της και προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ` άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ότι τα ακίνητα αυτά που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, όπως θα παρατεθούν στη συνέχεια, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, προσδιορίζοντας γι` αυτά ιδιαίτερη αποζημίωση κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, δεχόμενο, τελικά, εν μέρει, όλες τις αιτήσεις.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παρακάτω ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία απέμειναν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμόν .../24.10.95 απόφαση του Περ/κού Δ/ντή Χανίων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού ..., τμήμα ...-διακλάδωση ..., έκτασης συνολικού εμβαδού 41.966,89 τ.μ., υπέστησαν μείωση της αξίας τους, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, ως εξής: 1) Περίπτωση ακινήτου με αριθ.

κτημ. πίνακα 9 που φέρεται ότι ανήκει στην Σ. Μ. και βρίσκεται εντός των ορίων του συνοικισμού .... Η ιδιοκτησία αρχικά και πριν την απαλλοτρίωση ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο 3.580 τ.μ. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση 1.024,97 τ.μ. και απομένουν 2.556 τ.μ. γεγονός που το καθιστά μη άρτιο και οικοδομήσιμο.

Ζητείται να καθορισθεί ως αποζημίωση για μείωση αξίας του εναπομένοντος το ποσό των 19.170.000 δραχμών (ήτοι 2.556 τ.μ. χ 25.000 δρχ ίσον 63.900.000 δρχ χ 30% ίσον 19.170.000 δρχ). 2) Περίπτωση ιδιοκτησίας ακινήτων με αριθ. 15 και 15Α του κτημ. πίνακα της Κ. Α.. Η ιδιοκτησία με αριθ. 15 πριν από την απαλλοτρίωση ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 2.078,40 τ.μ.

Με την συντελούμενη απαλλοτρίωση όμως το εναπομένον διχοτομείται και η αξιοποιήσιμη επιφάνειά του μειώνεται κατά ποσοστό 37,65% και κατά τους ισχυρισμούς της αιτούσας ενώ η αρχική εμπορική αξία της ιδιοκτησίας ήταν 2.078,40 χ 25.000 δρχ το τ.μ. ίσον 51.960.000 δρχ η εναπομένουσα επιφάνεια με την ίδια τιμή μονάδας θα είναι 1.295,9 τ.μ.

χ 25.000 δρχ ίσον 32.397,500 δρχ και μειώνεται η επιτρεπόμενη δόμηση. Η αιτούσα ζητεί δε να καθορισθεί ως αποζημίωση για την αιτία αυτή το ποσό των 19.562.940 δραχμών ήτοι 51.960.000 δρχ. χ 37,65% ίσον 19.562.940 δρχ. 3) Περίπτωση ιδιοκτησίας αριθ. 10 του κτημ. πίνακα της Α. Κ., η οποία ρυμοτομείται κατά 130 τ.μ. μειούμενης αντιστοίχως της δόμησης του εναπομείναντος για επαγγελματική χρήση κατά 52 τ.μ.

και κατά ποσοστό 40%. Για την ιδιοκτησία αυτή ζητείται αποζημίωση 1.330.000 δραχμών ήτοι 130 τ.μ. χ 25.000 δρχ ίσον 3.250.000 χ 40% ίσον 1.300.000 δραχμές (βλ. τεχνική έκθεση τοπογράφου μηχανικού Ν. Π.). 4) Περίπτωση ιδιοκτησίας με αριθ. κτημ. πίνακα … του Μ. Ι. Η ιδιοκτησία αυτή πριν την απαλλοτρίωση ήταν επιφάνειας 7.006,00 τ.μ. και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη.

Από αυτήν απαλλοτριώνεται τμήμα 3.507,30 τ.μ. και μένουν δύο τμήματα μη άρτια και οικοδομήσιμα. Ζητείται αποζημίωση μόνο για έκταση 1.379,50 + 19 τ.μ. ίσον 1.398,50 τ.μ. και όχι 416 τ.μ. όπως ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα αναγράφηκε στον κτηματολογικό πίνακα (βλ. τεχνική έκθεση αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Π.). Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο γιατί το Δικαστήριο τούτο δεν προβαίνει σε διορθώσεις κτημ.

πινάκων και ανακύπτει μόνο δικαίωμα αποζημιώσεως για παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου που συνέταξαν τον πίνακα. Επίσης ζητείται να επιδικασθεί μείωση της αξίας ως ειδική αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα (1.823 + 1.928 = 3.851 τ.μ.) δραχμές 20.217.750 που αναλύεται ως εξής: 3.851 χ 15.000 δρχ ανά τ.μ. = 57.765.000 χ 25% = 20.217.750 (βλ.

τεχνική έκθεση του αρχιτ. Μηχανικού Ε. Π.). 5) Περίπτωση ιδιοκτησίας με αριθ. 53 του κτημ. πίνακα του Κ. Π. Η ιδιοκτησία αυτή πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 3.491,00 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο κατά τον Γ.Ο.Κ. Με την συντελούμενη απαλλοτρίωση αφαιρούνται 1.589,84 τ.μ. και απομένουν δύο τμήματα 1.400,00 και 395 τ.μ.

στο εν λόγω οικόπεδο μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, πλέον της μειώσεως του εμβαδού του στα 3.180 τ.μ. Ζητείται για την ως άνω αιτία να καθορισθεί ως αποζημίωση α) το ποσό των 18.740.000 δραχμών ήτοι 1.400 τ.μ. χ 25.000 δρχ = 35.000.000 δραχμές χ 40% ίσον 14.000.000 δραχμές και β) 395 τ.μ. χ 15.000 δρχ το τ.μ. = 7.900.000 χ 60%. (βλ. σχετ. την τεχνική έκθεση του μηχανικού Ε.

Π.). 6) Περίπτωση ιδιοκτησίας αρ. κτημ. πίνακα … του Γ. Δ. Το αρχικό ακίνητο ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τον Γ.Ο.Κ. 8.000 τ.μ. Συνεπεία της απαλλοτριώσεως τμήματος 1.951,49 τ.μ. αποκόπτεται ένα τμήμα 750,00 τ.μ. το οποίο καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο (βλ. σχετ. έκθεση του μηχανικού Ε. Π.). Ζητείται αποζημίωση για 916,00 τ.μ.

και όχι για 408,35 τ.μ. όπως ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έχει υπολογισθεί ενώ ζητείται περαιτέρω να καταβληθεί ειδική αποζημίωση ως μείωση της αξίας του εναπομένοντος αποκοπτομένου τμήματος 750,00 τ.μ. που καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο στο ποσό των 7.500.000 δραχμών ήτοι 750 τ.μ. χ 25.000 δρχ.= 18.750.000 χ 40% = 7.500.000 δραχμές. 7) Περίπτωση ιδιοκτησίας αριθ.

… του κτημ. πίνακα, της Μ. Χ.. Πριν την απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 4.023,00 τ.μ. Με τη συντελούμενη απαλλοτρίωση εκτάσεως 1.533,57 τ.μ. το εναπομένον τμήμα καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Υπάρχει συνεπώς μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 30% η οποία ανέρχεται, σύμφωνα με την αίτηση, σε 18.675.000 δρχ ήτοι 2.490,00 τ.μ.

χ 25.000 δρχ το τ.μ. = 62.250.000 δρχ χ 30% ίσον 18.675.00 δραχμές (βλ. σχετ. τεχνική έκθεση του μηχανικού Ε. Π.). 8) Περίπτωση ιδιοκτησίας αριθ. … του κτημ. πίνακα που φέρεται ανήκουσα στους Ε. Α., Γ. συζ. Ε. Α., Φ. Κ. και Κ. Λ.. Η ιδιοκτησία Α ή… που φέρεται ότι ανήκει στον α) Ε. Α. και β) στην Γ. συζ. Ε. Α. κατά ποσοστό 50% στον καθένα είχε εμβαδόν 2.336,53 τ.μ.

και ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτήν απαλλοτριώνονται δύο τμήματα συνολικής εκτάσεως 902,15 τ.μ. (464,83 + 415,00) και απομένουν δύο τμήματα από τα οποία το ένα βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού ... εκτάσεως 969,15 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ το άλλο εκτάσεως 464,83 τ.μ. αποκόπτεται από το αρχικό οικόπεδο και καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.

Οι αιτούντες ζητούν να καθορισθεί ως αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας του κατά ποσοστό 50% το ποσό των 5.810.375 δραχμών ήτοι 464,84 τ.μ. χ 25.000 δρχ = 11.620.750 δρχ χ 50% - 5.810.325 δραχμές. Πλέον αυτού όμως ζητούν και επί πλέον ποσό 4.577.000 δραχμών με τον ισχυρισμό ότι το εναπομένον τμήμα αυτό δικαιούται αποζημίωση και για 183,08 τ.μ. (415,00 - 464,83/2) οικοπέδου αρχικού, αίτημα όμως που κρίνεται απαράδεκτο και απορριπτέο. 9) Η ιδιοκτησία 61Γ που φέρεται ότι ανήκει στην Κ.

Λ. αρχικού εμβαδού 4.513 τ.μ. ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο. Συνεπεία της απαλλοτριώσεως αφαιρούνται 2.091 τ.μ. το δε εναπομένον τμήμα 2.422 τ.μ. καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Ζητείται το ποσό των 18.165.000 δραχμών για το εναπομένον αυτό τμήμα λόγω μειώσεως της αξίας του κατά ποσοστό 30% ήτοι 2.422 τ.μ.

χ 25.000 δρχ = 60.550.000 δρχ χ 30% = 18.165.000 δρχ. 10) Περίπτωση της ιδιοκτησίας με αριθ. ... του κτημ. πίνακα της Δ. Γ.. Το αρχικό ακίνητο είχε έκταση 3.358 τ.μ.. Από αυτήν απαλλοτριώνονται 1.082 τ.μ. από τα οποία τα 695 τ.μ. είναι αυτοαποζημιούμενα λόγω δεκάμετρης λωρίδας και τα υπόλοιπα 387 τ.μ. πρέπει να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Δημόσιο.

Ζητείται να καταβληθεί ολόκληρη η αξία των 387 τ.μ. και συγκεκριμένα το ποσό των 5.805.000 δραχμών ήτοι 387 τ.μ. χ 15.000 δρχ το τ.μ. = 5.805.000 δραχμές. Με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, καθώς και τα λοιπά έγγραφα σχετικά με τα ακίνητα και τα επ' αυτών επικείμενα συστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων και η απομείωση της αξίας των εναπομεινάντων στους ιδιοκτήτες τμημάτων των ακινήτων τους, χωρίς να ληφθεί υπόψη τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τούτων εξαιτίας της κηρύξεως ή της εξαγγελίας της προκειμένης απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου για το οποίο κηρύχθηκε αυτή και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, με την οποία ο δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, πρέπει να προσδιορισθεί οριστικώς στα παρακάτω ποσά:...

Περαιτέρω με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα θα πρέπει να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα προαναφερόμενα ακίνητα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και τα οποία υφίστανται σημαντική υποτίμηση της αξίας τους ή καθίστανται άχρηστα για τη χρήση για την οποία προορίζονται και γενικά υποβαθμίζονται λόγω του κατακερματισμού τους και της μειώσεως του εναπομένοντος χώρου λειτουργίας τους, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αιτήματος του Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για κανένα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα.

Η αποζημίωση αυτή θα πρέπει να καθορισθεί ως ακολούθως: 1) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 9 σε 11.500.000 δραχμές, 2) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 18 σε 50.000 δραχμές το τ.μ. για το ισόγειο και σε 120.000 δρχ το τ.μ. για τον α' όροφο, 3) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 15 σε 12.000.000 δραχμές, 4) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ.

πιν. 10 σε 1.040.000 δραχμές, 5) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 52 σε 9.600.000 δραχμές, 6) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. 53 σε 9.000.000 δραχμές, 7) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 54 σε 3.000.000 δραχμές, 8) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 57 σε 7.500.000 δραχμές, 9) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. 61Α σε 4.500.000 δραχμές, 10) Για το ακίνητο με αριθ.

κτημ. πιν. 61Γ σε 10.000.000 δραχμές, 11) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. ... σε 3.870.000 δραχμές... Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα όλων των ακινήτων, πλην του με αριθμ. ..., των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ούτε παραβίασε, εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη, του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, δέχεται ότι τα ακίνητα αυτά είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, ως προορισμό, με βάση τη θέση τους και το εμβαδόν τους, την οικοδόμηση και επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για (σημαντική) μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, επειδή αυτά έχουν καταστεί μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.

Επιπροσθέτως, το Εφετείο, αναφέρει ποίο είναι το εμβαδόν των συγκεκριμένων απαλλοτριωμένων ακινήτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα εν λόγω ακίνητα ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν στην περιοχή, ποία από αυτά, μετά την απαλλοτρίωση, κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα ώστε να μπορεί, τελικά, να ελεγχθεί αν υπήρχαν ή όχι οι όροι των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος. Ακολούθως, όσον αφορά όμως το με αριθμ. ... ακίνητο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση χωρίς καμία αιτιολογία. Η ελλιπής και ανεπαρκής αυτή παραδοχή καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 ν.δ. 797/ 1971.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του αυτό, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την αποζημίωση των εναπομενόντων των ιδιοκτησιών με αρ. ΚΠ ..., ... την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως δηλ. του κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 13 ν.δ. 797/71, σύμφωνα με την οποία η ιδιαίτερη αποζημίωση τυχόν εναπομένοντος απαλλοτριούμενου ακινήτου παρέχεται μόνον εάν το εναπομένον λόγω της απαλ/σεως "υφίσταται σημαντικήν υποτίμησιν της αξίας αυτού, ή καθίσταται άχρηστον δια την δι' ην προορίζεται χρήσιν".

Παρατηρείται ότι ως προς την ιδιοκτησία ... η αναιρεσιβαλλομένη παρέσχε ιδιαίτερη αποζημίωση για ορισμένα τ.μ. της απαλλοτριούμενης εκτάσεως, κατά σαφή παραβίαση (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) της ως άνω διατάξεως νόμου που προβλέπει αποζημίωση του μη απαλλοτριούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εξάλλου και η αποζημίωση των εναπομενόντων των ιδιοκτησιών με αρ.

ΚΠ 10, 15, 15Α με την αιτιολογία μειώσεως της επιτρεπόμενης δομήσεως και αξίας της εναπομένουσας επιφάνειας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για αποζημίωση του εναπομένοντος μόνο σε περίπτωση που τούτο καθίσταται άχρηστο, σύμφωνα με τον αρχικό προορισμό του, ή τουλάχιστον υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ως προς την ιδιοκτησία ... κρίθηκε βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, και συνεπώς παρέλκει η έρευνα της εν λόγω αιτίασης που αφορά το ίδιο κεφάλαιο. Όσον αφορά την επιδικασθείσα ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών με αρ.

ΚΠ 10, 15, 15Α από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα θα πρέπει να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα προαναφερόμενα ακίνητα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και τα οποία υφίστανται σημαντική υποτίμηση της αξίας τους ή καθίστανται άχρηστα για τη χρήση για την οποία προορίζονται και γενικά υποβαθμίζονται λόγω του κατακερματισμού τους και της μειώσεως του εναπομένοντος χώρου λειτουργίας τους".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας κατά τον προσδιορισμό της εν λόγω ιδιαίτερης αποζημίωσης. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για τις ιδιοκτησίες με αρ. ΚΠ ... την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο αποδοχής πραγμάτων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Η αιτίαση συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ως μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τα εναπομένοντα των παραπάνω ιδιοκτησιών, καίτοι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίσθηκε σχετικώς. Από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης επιβεβαιώνεται ότι δεν διευκρινίζεται σε αυτή το αποδεικτικό μέσο όπου στηρίχτηκε η παραδοχή για τη συνδρομή πραγματικών στοιχείων θεμελιώσεως της περί του μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου κρίσεως του Δικαστηρίου, ώστε δικαιολογείται ο ισχυρισμός για αποδοχή κρίσιμων πραγμάτων χωρίς απόδειξη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο για την κρίση του ότι τα προαναφερόμενα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι μη άρτια και οικοδομήσιμα έλαβε υπόψη του τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών τις οποίες αναφέρει ειδικότερα. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιοκτησία με αρ. ... την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, της επιδίκασης μη αιτηθέντος η οποία συνίσταται στην αιτίαση ότι καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση χωρίς να ζητηθεί τέτοιου είδους αποζημίωση. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών προσκομιζομένων εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ιδιοκτήτης της ... ιδιοκτησίας με την από 10-7-1997 (αρ. καταθ. 569/97) αίτησή του σαφώς ζητεί αποζημίωση οικίας λιθόκτιστης με όροφο και ισόγειο που "υπάρχει στο υπό απαλλοτρίωση τμήμα". Εντούτοις διά της αναιρεσιβαλλομένης παρεσχέθη η κατ' άρθρο 13 παρ. 4 ν.δ. 797/71 ιδιαίτερη αποζημίωση μη απαλλοτριούμενου τμήματος ακινήτου η οποία δεν ζητήθηκε. Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος .

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 220/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για τις ιδιοκτησίες με αριθμ. ... την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής γιατί δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών προσκομιζομένων εγγράφων προκύπτει ότι στην αίτηση των αναιρεσίβλητων για τις ιδιοκτησίες με αριθμ. ... αναφέρεται ότι τα εν λόγω ακίνητα πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομίσιμα κατά τον ΓΟΚ ενώ τα εναπομείναντα τμήματα αυτών μετά την απαλλοτρίωση κατέστησαν μη άρτια και οικοδομίσιμα.

Για το εν λόγω ισχυρισμό του επικαλείται την τεχνική έκθεση του μηχανικού Ε. Π.. Επομένως εφόσον για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, ως προς τα ακίνητα, τμήμα των οποίων απαλλοτριώθηκε, λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτών που απομένει, και τα οποία είχαν πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, εφόσον στην αίτηση παρατίθενται στοιχεία απαραίτητα για τη θεμελίωση του αιτήματος ιδιαίτερης αποζημίωσης ήτοι ότι τα εν λόγω ακίνητα πληρούσαν, κατά τις διατάξεις που ίσχυαν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτών που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο, αυτή (αίτηση) είναι ορισμένη και ο έκτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να γίνει εν μέρει ουσιαστικά δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ως προς την με αριθμ. ... ιδιοκτησία και ουσιαστικά δεκτός ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για την ιδιοκτησία με αρ. ... και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι υπόλοιποι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους που χάνουν τη δίκη, μειωμένα όμως, τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/ 2001 - ΑΠ 148/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 22-4-1998 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/1998 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 95/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια και συγκεκριμένα ως προς την με αριθμ. ... ιδιοκτησία και ως προς τη με αριθμ. ... ιδιοκτησία.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ