Supreme Court allows appeal against insurance company due to failure to consider specific evidence regarding liability allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the insurance company's appeal against a lower court's liability ruling. The court found the first-instance judge failed to properly evaluate the insured's submitted evidence, specifically a 2007 court decision and a sworn statement, which were crucial for determining the driver's 60% fault. Consequently, the appeal was accepted, the contested judgment was annulled, and the case was remanded for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346, 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all legally submitted evidence to form a judicial conviction, and a failure to evaluate specific, relevant evidence constitutes a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 688 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-10-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάστηκε με την από 18-3-2005 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2006, εν μέρει μη οριστική και 34/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1863/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος (κατά ένα μέρος) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και τη διατήρηση αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και του αιτήματος διατήρησης της αναστολής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1863/2015 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά των πρωτόδικων 129/2006 και 34/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που είχαν κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά, τις εξαφάνισε και, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, εν μέρει, την ένδικη, από 13-2-2004, αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθέναν, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του αναφερόμενου αυτοκινητικού ατυχήματος, το χρηματικό ποσό, συνολικά, των 142.762 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.
Ήδη, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία (τρίτη εναγομένη), με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, με επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την, αμετάκλητη, 679/2007 ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, που προσκόμισε και επικαλέστηκε, για την απόδειξη των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και για το σχηματισμό της κρίσης του, όσον αφορά την υπαιτιότητα ή μη, αφενός μεν, του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ν.
Γ. Λ. (πρώτου εναγομένου, μη διαδίκου τώρα) που ήταν ασφαλισμένο σ' αυτήν, αφετέρου δε, του παθόντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο τελευταίος, με συνέπεια ο κατ' εκείνη τη δίκη κατηγορούμενος πιο πάνω οδηγός να κηρυχθεί αθώος των αξιόποινων πράξεων των σωματικών βλαβών από αμέλεια που του αποδίδονταν.
Κατ' αρχάς, στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, αναφέρονται α) οι κρίσιμοι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας (που προβλήθηκαν με τις προτάσεις της στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο με τον πρώτο λόγο της από 12-8-2013 έφεσής της), δηλαδή για αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και, συνεπώς, του τραυματισμού του, αλλιώς για συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 95%, για τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επίμαχη ποινική απόφαση και β) η επίδραση που αυτοί είχαν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς την επικαλούμενη παράλειψη.
Επομένως, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος με την επίκληση και των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός. Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή των παραδοχών των εν λόγω δύο αποφάσεων, προσβαλλόμενης και ποινικής, που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (για την επισκόπηση της ποινικής απόφασης, βλ.
ΑΠ 1351/ 1979), προκύπτει ότι αυτές κατέληξαν σε ακριβώς αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του παθόντος - αναιρεσιβλήτου για το ίδιο συμβάν, αφού στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτοί κρίθηκαν συνυπαίτιοι στην πρόκληση του ατυχήματος και, συνακόλουθα, του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 60% και 40%, αντίστοιχα.
Το Εφετείο κατέληξε στο σχηματισμό του αποδεικτικού του αυτού πορίσματος με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπήρχε στη διάθεσή του και, ειδικότερα, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στην πληττόμενη απόφαση, "...από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων... ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου... από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (προανακριτικές εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, κ.λπ.), φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος...
ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η 351/2005 ένορκη βεβαίωση... όπως δεν λαμβάνεται υπόψη και η από 27-7-2003 υπεύθυνη δήλωση...". Από τη βεβαίωση όμως αυτή, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με την αναφορά της μόνο σε έγγραφα της ποινικής προδικασίας (μολονότι αρχικά αναγράφεται ότι λαμβάνονται υπόψη και τα έγγραφα της "...σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας") και τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η 679/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, για την οποία δεν γίνεται μνεία ή αναφορά, σε αντιδιαστολή προς τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το μεγάλο αποδεικτικό της ενδιαφέρον (που έπρεπε, συνεπώς, να αντικρουστεί), την οποία νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ως ικανή να στηρίξει, από ουσιαστική άποψη, τον αρνητικό της ισχυρισμό και, επικουρικά, την ένσταση οικείου πταίσματος (άρθρ. 300 ΑΚ), κατά των αγωγικών, εναντίον της, αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου που θεμελιώνονται, κατά την αγωγή του, στην (αποκλειστική) υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως αυτή θετικά αξιολογήθηκε, έστω και εν μέρει, από το Εφετείο με την κρίση του, αφού δέχθηκε (συν)υπαιτιότητα του τελευταίου σε ποσοστό 60%.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αυτής.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που προεκτέθηκε και ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1863/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ