Legislator Case Law & Legislation
688/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of evidence non-consideration and contradictory reasoning.

Case Number 688/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against a first-instance court judgment regarding a lease dispute. The tenants argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence and provided contradictory reasoning regarding a payment agreement. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning was consistent and that the omission of explicit reference to interpretative rules did not constitute a legal violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to explicitly cite interpretative rules or the non-consideration of specific documents does not constitute grounds for cassation if the reasoning remains logically consistent and based on the established facts.

Keywords

AI generated
cassation appeal contradictory reasoning evidence non-consideration interpretative rules lease dispute procedural violation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 270(2)(b) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Βλαμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MOTOVAN ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΡΥΜΟΥΛΚΟΥΜΕΝΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "MOTOVAN Α.Ε.Β.Ε." μετονομασθείσας σε "INTERAUTO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "INTERAUTO Α.Ε.Α.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "INTERAUTO ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Κούτση και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2783/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8495/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6/2/2007 αίτησή τους και τους από 21/11/2007 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 855/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέστειλε την συζήτηση της κρινόμενης υποθέσεως προκειμένου να συνταχθεί Εισηγητική έκθεση περί του παραδεκτού και του βασίμου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννη Σίδερης, ανέγνωσε την από 31/12/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου Αυτού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και την από 11/1/2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). 0 αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ, όταν έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου. Όταν όμως αυτές έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέσθηκε ή δεν δήλωσε ότι προσάγει τα επικαλούμενα από αυτόν έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου, ως και τον πρώτο των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, που έκρινε βάσιμη την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από 4-1-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα τις 17192/26-9-2000 και 17194/26-9-2000 ένορκες βεβαιώσεις που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες για να ληφθούν υπόψη ως απλά έγγραφα, αφού οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είχαν ληφθεί πριν ασκηθεί η αγωγή στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Όπως όμως προκύπτει από τις από 6-2-2006 προτάσεις των αναιρεσειόντων (εναγομένων) στο Εφετείο οι τελευταίοι δεν επικαλέσθηκαν τα έγγραφα αυτά (ένορκες βεβαιώσεις) στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης (πρώτος του κυρίως δικογράφου και των προσθέτων λόγων) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 60 παρ. 1 π.δ. 34/1995, σε περίπτωση απόδοσης μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 και σε κάθε περίπτωση λήξεως της μίσθωσης λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης μίσθωμα δώδεκα (12) μηνών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πιο πάνω αποζημίωση οφείλεται μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο νόμο (λόγω συμπλήρωσης 30,20 ή 12 ετών), διότι δεν καθιερώνεται γενική υποχρέωση του εκμισθωτή σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης, δηλαδή για κάθε λόγο που προβλέπεται από το π.δ. 34/95 ή τον ΑΚ.

Η διάταξη αυτή είναι στενά ερμηνευτική, γιατί πρόκειται για σοβαρή οικονομική επιβάρυνση του εκμισθωτή που οφείλεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες η διάταξη περιοριστικά ορίζει. Έτσι στην περίπτωση απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση λήξης της μίσθωσης με καταγγελία εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί ο ως άνω απαιτούμενος χρόνος των 30, 20 ή 12 ετών, δεν οφείλεται αποζημίωση για την άϋλη εμπορική αξία, γιατί δεν εμπίπτει στις πιο πάνω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 60 παρ.1 π.δ. 34/95.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων (εναγουσών) και ως ουσιαστικά βάσιμη, με την οποία οι τελευταίες ζητούσαν από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) να τους καταβάλουν τα ποσά των 10.000.000 δραχμών, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο είχαν καταβάλει σ' αυτούς (εκμισθωτές-εναγομένους) κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης (με βάση ξεχωριστό από 2-11-1994 ιδιωτικό χειρόγραφο συμφωνητικό) οι ενάγουσες μισθώτριες ως προκαταβολή για την πιθανή από τις τελευταίες αγορά του μισθίου ακινήτου, που ανέλαβαν να πραγματοποιήσουν (πωλήσουν) και μεταβιβάσουν στις μισθώτριες οι εκμισθωτές, πώληση στην οποία δεν έστερξαν οι τελευταίοι, με αποτέλεσμα τη ματαίωση της (πώλησης), απορρίπτοντας συγχρόνως ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων ότι το παραπάνω από 2-11-1994 ιδιωτικό έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι καταβλήθηκε στους εναγομένους το ποσό των 10.000.000 δραχμών από εκπρόσωπο των μισθωτριών εταιρειών, καταβλήθηκε χωρίς να υπάρχει πρόθεση τους να μεταβιβάσουν λόγω πωλήσεως το μίσθιο αλλά για να εξασφαλισθεί (νομιμοποιηθεί) η κατοχή από αυτούς και η είσπραξη τριών μεταχρονολογημένων επιταγών συνολικού ποσού 10.000.000 δραχμών, που τους δόθηκαν από τις μισθώτριες ως άϋλη εμπορική αξία για τη μίσθωση αυτού του ακινήτου.

Δεδομένου δε ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η λύση της εμπορικής μίσθωσης, η διάρκεια της οποίας είχε ορισθεί εξαετής (από 15-11-1994 έως 15-11-2000) αλλά παρεχόταν στις μισθώτριες η ευχέρεια όπως μετά τη συμπλήρωση δύο (2) ετών να καταγγείλουν οποτεδήποτε τη μίσθωση και να αποχωρήσουν από το μίσθιο χωρίς καμία συνέπεια ή καταβολή αποζημίωσης και οι μισθώτριες μετά την από 23-1-1999 εξώδικη δήλωση τους (που επιδόθηκε στους δύο εναγομένους στις 2 και 4/2/1999 αντίστοιχα) έλυσαν με καταγγελία τη μίσθωση, έπεται ότι δεν είχε συμπληρωθεί ο κατά τα ανωτέρω απαιτούμενος χρόνος για να οφείλεται αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία, οφειλόμενη σε κάθε περίπτωση από τους εκμισθωτές και όχι από τους μισθωτές, όπως εν προκειμένω διατείνονται οι αναιρεσείοντες.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την, τ' αυτά δεχθείσα εκκαλούμενη απόφαση.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγος αναιρέσεως, ως και τους υπό στοιχ. β, γ και δ των προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται την ύπαρξη κενού της άτυπης (με ιδιωτικό έγγραφο) από 2-11-1994 δικαιοπραξίας δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαγνώσει αν το δοθέν ποσό των 10.000.000 δραχμών, πρόκειται για τίμημα πωλήσεως ή για εικονική δικαιοπραξία, καλύπτουσα, κατά το άρθρο 138 Α.Κ., άϋλη εμπορική αξία. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί υπό το παραπάνω περιεχόμενο ο ισχυρισμός των εναγομένων (δηλ. ότι το ποσό αυτό δόθηκε, κατά την καλυπτομένη από την εικονική περί πωλήσεως δικαιοπραξία συμφωνία για την άϋλη εμπορική αξία) δεν ήταν νόμιμος.

ΙII). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Εξ' άλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ` την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Επίσης είχε συμφωνηθεί με τον όρο 8 του συμφωνητικού ότι καμία απολύτως επισκευή ή ανακαίνιση έστω και αναγκαία δεν υποχρεούνται οι μισθώτριες να ενεργήσουν στο μίσθιο, κάθε δε τυχόν επισκευή, προσθήκη ή βελτίωση θα γίνεται από τις μισθώτριες και με δαπάνες τους, αλλά μόνο κατόπιν εγγράφου συγκαταθέσεως των εκμισθωτών, μετά δε τη λήξη της μίσθωσης θα παρέμενε σε όφελος του μισθίου και των εκμισθωτών χωρίς δικαίωμα αποζημιώσεως των μισθωτριών" (φύλλο 5 σελ. 9-10). Και ότι "Με την προοπτική ότι το μίσθιο θα αγοράζονταν από τις μισθώτριες ενάγουσες έγιναν από αυτές οι δαπάνες που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του άνω τοίχου, εφόσον προς άρση της επικινδυνότητας κατ' αρχήν βαρύνονταν οι ίδιοι οι εκμισθωτές συγκύριοι του μισθίου" (φύλλο 6 σελ. 11).

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ως και τους υπό στοιχ. ε και στ προσθέτους αυτής λόγους, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον έχει τις άνω αναφερθείσες αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο ζήτημα της αληθούς εννοίας της καταρτισθείσας με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός, ως και οι πρόσθετοι ως άνω λόγοι, της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο πιο πάνω θέμα και ειδικότερα γιατί δέχθηκε αφενός ότι τυχόν ενεργησόμενη επισκευή στο μίσθιο θα γίνεται από τις μισθώτριες με δαπάνες τους κατόπιν εγγράφου συγκαταθέσεως των εκμισθωτών και αφετέρου ότι οι μισθώτριες προέβησαν στις δαπάνες που απαιτούνταν για την ανακατασκευή του τοίχου, που εβάρυναν κατ' αρχή τους εκμισθωτές, με την προοπτική ότι το μίσθιο θα αγοράζονταν από αυτές (μισθώτριες).

Αλλά και περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι "Στο κείμενο του συμφωνητικού αυτού (ιδιωτικού χειρόγραφου συμφωνητικού από 2-11-1994) αναφέρονταν ότι οι εναγόμενοι εκπρόσωποι των ιδιοκτητών του καταστήματος στην οδό ... αρ. 305 έλαβαν το ποσό των 10.000.000 δραχμών εκ μέρους των μισθωτριών ως προκαταβολή για την πιθανή αγορά του ακινήτου"(4° φύλλο σελ. 8).

Και παρακάτω ότι "Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το ποσό των 10.000.000 δραχμών δόθηκε από τις ενάγουσες για του ανωτέρω εκπροσώπου τους σε όλους τους συνιδιοκτήτες συνεκμισθωτές του εν λόγω ακινήτου, αλλά μόνο στους δύο εναγομένους που δήλωσαν ότι το έλαβαν ως προκαταβολή για την πιθανή πώληση του μισθίου ακινήτου στις ενάγουσες χωρίς να προκύπτει ότι οι εναγόμενοι προσήλθαν στη δήλωση τους αυτή ως πληρεξούσιοι στο όνομα και για λογαριασμό και των υπολοίπων συνιδιοκτητών (φυλ. 6 σελ. 12).

Οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι στερείται νομίμου βάσεως, ως περιέχουσα τις περιεχόμενες στις πιο πάνω διατάξεις, αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην πρώτη των παραδοχών αυτών (φύλλο 4 σελ. 8) το Εφετείο δέχεται ότι στο κείμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ως εκπρόσωποι των ιδιοκτητών του μισθίου έλαβαν το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ενώ παρακάτω (στο φύλλο 6 σελ. 12) ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό το έλαβαν οι εναγόμενοι για την ίδια αιτία, ως πληρεξούσιοι στο όνομα και για λογαριασμό των υπολοίπων συνιδιοκτητών.

Η δε διαλαμβανομένη αιτίαση στους λόγους, που ερευνώνται για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών σχετικά με την ερμηνεία του από 2.11.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού και του 8ου όρου του μισθωτηρίου, ως προς την ερμηνεία της διαλαμβανομένης στο πρώτο από αυτά καταρτίσεως (προσυμφώνου) συμβάσεως πωλήσεως, είναι απορριπτέα διότι η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται, κατά τα προεκτεθέντα, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών..

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.11.2007 αίτηση αναίρεσης, ως και τους προσθέτους αυτής λόγους, των Μ. Τ. κ.λ.π για αναίρεση της 8495/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ