Legislator Case Law & Legislation
688/2011 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for insufficient fact-finding on expropriation compensation benefits.

Case Number 688/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Lamia's decision regarding expropriation compensation. The Court found the lower court failed to provide specific factual details necessary to verify whether the plaintiffs' properties actually suffered a loss of benefit from the road construction project. Consequently, the case was remanded to the same court for a new trial with a different panel of judges to address these evidentiary gaps.

Legislator headnote

AI generated

Articles 519(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if the court fails to provide sufficient factual findings to verify the application of legal provisions regarding compensation benefits in expropriation cases.

Keywords

AI generated
expropriation compensation loss of benefit insufficient fact-finding remand for retrial code of civil procedure supreme court annulment road construction impact

Cited Legislation

AI generated
Article 519(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 63(9) of Law 947/1979
Article 63(10) of Law 947/1979
Article 14 of Law 1349/1983
Articles 1 and 2 of Presidential Decree 929/1979
Article 33(1) to (4) of Law 2971/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)K.Σ.

Αριθμός 688/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)…, 12) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις, 13) Ι. Π. του Κ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 14) …., 19) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις, 20) Α. Α. του Γ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 21) …, 24)…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις, 25) Κ. Ψ. του Δ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 26)…, 35) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις, 36) Λ. Σ. του Χ., 37) Ε. Μ. του Κ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, 38) …, 44) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις, 45) Θ. Π. του Γ., 46) Α. Μ. του Π., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, 47)…, 51) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Ο υπό στοιχείο 13 αναιρεσίβλητος Ι. Π. του Κ. απεβίωσε στις 25/5/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. χήρα Ι. Π. το γένος Α. Β., β) Π. Π. του Ι., γ) Κ. Π. του Ι., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος Α. Α. του Γ., απεβίωσε στις 2/3/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. χήρα Α. Α., το γένος Ε. Μ., β) Ε. Α. του Α., γ) Α. Α. του Α., δ) Β. Α. του Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 25 αναιρεσίβλητος Κ. Ψ. του Δ., απεβίωσε στις 1/4/2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Μ. χήρα Κ. Ψ., το γένος Ζ. Κ., β) Α. Ψ. του Κ., γ) Ε. Ψ. του Κ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 36 αναιρεσίβλητος Λ. Σ. του Χ., απεβίωσε στις 26/10/2006 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Σπερχειάδας Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ό. χήρα Λ. Σ., το γένος Γ. Ζ., β) Χ. Σ. του Λ., γ) Μ. Σ. του Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 37 αναιρεσίβλητος Ε. Μ. του Κ., απεβίωσε στις 2/1/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. Μ. του Ε., β) Κ. Μ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 45 αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Γ., απεβίωσε στις 25/12/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Α. χήρα Θ. Π., το γένος Ε. Λ., β) Ε. Π. του Θ., γ) Γ. Π. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 46 αναιρεσίβλητος Α. Μ. του Π., απεβίωσε στις 27/2/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγίου Κωνσταντίνου Φθιώτιδας και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Π. χήρα Α. Μ., το γένος Ν. Μ., β) Ι. Μ. του Α., γ) Α. Μ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας.

Εκδόθηκε η 94/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/5/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 28/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 6-5-2008 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της 94/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. Ι του ν. 2971/2001 (κατά το άρθρο 37 του οποίου ισχύει από 19-1-2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί), το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Έτσι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας το οποίο προβλέπεται από τον ανωτέρω ν. 653/1977, δικαιούται με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα. Η αίτηση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης επί του προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και μετά τη λήξη της παραπέμπεται στην προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο τριμελή επιτροπή.

Η τελευταία, σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου, μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντας τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.

Ακόμη σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από τη αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, από το οποίο, σύμφωνα με την παρ. Ι του εν λόγω άρθρου κρίνεται το ήδη μαχητό, κατά την ίδια παράγραφο, τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών.

Έτσι δεν ισχύει πλέον η ρύθμιση του άρθρου Ι αρ. 3 του ν. 653/1977, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση διανοίξεων, (στη συνέχεια δε κατόπιν τροποποίησης με το άρθρο 62 αρ. 9 του ν. 947/1979) και νέας χαράξεως ή διαπλάτυνσης Εθνικών Οδών κλπ, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης για συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης, είναι εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των οδών, που διανοίγονται ή διαπλατύνονται αφού για τις περιπτώσεις αυτές, εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, μπορεί πλέον να ζητήσει από το αρμόδιο ως άνω δικαστήριο να κριθεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας και επομένως δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυταποζημίωση, (ΑΠ. 1060/2008, 152/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 7-4-2005 αίτησή τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να κριθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για τα περιγραφόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερόμενη στην αίτηση αναγκαστική απαλλοτρίωση, επειδή αυτά, όπως αναφέρεται στην αίτηση, βλάπτονται πολλαπλώς και να απαλειφθούν από τον κτηματολογικό πίνακα οι επιβληθείσες υποχρεώσεις αυταποζημίωσης σε βάρος των αναφερομένων απαλλοτριουμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους καθώς και η υποχρέωση σε βάρος των απαλλοτριουμένων

εδαφικών εκτάσεων τους προς αποζημίωση των αναφερομένων τμημάτων των παρόδιων ιδιοκτησιών. Το Εφετείο Λαμίας που δίκασε την αίτηση τη δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 94/2007 απόφασή του με τις ακόλουθες επί τους ουσίας παραδοχές της. "Με την 1051527/4823/0010/26-6-2003 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. 673/Δ/2-7-2003, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης - Τμήμα Παράκαμψης Αγίου Κωνσταντίνου, έκταση συνολικού εμβαδού 987.124,88 μ2, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Αγίου Κωνσταντίνου Νομού Φθιώτιδας και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από Νοεμβρίου 2002 και με αριθμούς σχεδίων ΚΤ-1, ΚΤ-2, ΚΤ-3, ΚΤ-4, ΚΤ-5, ΚΤ-6 και ΚΤ-7 κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία έχει συντάξει η Ανάδοχος Μελέτης ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ Α.Ε.

και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Δεσύπρης, Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί από τις Πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αριθμός έργου 2000ΣΕ07130038 της ΣΑΕ 071/3), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 653/1977, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 33 του Νόμου 2971/2001.

Μεταξύ των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω Κ.Υ.Α συγκαταλέγονται και οι ιδιοκτησίες των 35 αιτούντων με ΚΠ 2,15,41Δ,47,50Γ,64,65,76,81,82,98,165,286,287,298,336Δ, 400,406,414,432.443,447,449,448,452,483,501,534,568,577, 1116,127,149,484,507 και 151. Επί τμημάτων των άνω εκτάσεων επιβλήθηκε με βάση το τεκμήριο ωφέλειας του Νόμου 653/1977, υποχρέωση αυταποζημίωσης παράλληλα δε και με βάση το ως άνω τεκμήριο επιβλήθηκαν σε βάρος των εν λόγω ιδιοκτησιών υποχρεώσεις αποζημιώσεως απαλλοτριούμενων τμημάτων παρόδιων ιδιοκτησιών.

Τα υπόψη ακίνητα, προ της απαλλοτριώσεως ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά κανόνα, δεδομένου ότι είχαν εμβαδόν πλέον των 4 στρεμμάτων, ή κατά παρέκκλιση δεδομένου ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις της κατά παρέκκλιση αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, όλα δε είχαν πρόσβαση με μηχανοκίνητα μέσα (αυτοκίνητα, τρακτέρ και λοιπά αγροτικά και μη οχήματα), δεδομένου ότι εφάπτονταν σε αγροτικούς-δημοτικούς δρόμους που οδηγούσαν από την υπάρχουσα Εθνική οδό προς και από αυτά.

Οι εναπομένουσες μετά την απαλλοτρίωση εδαφικές εκτάσεις δεν είναι άρτιες και οικοδομήσιμες, όπως τούτο βεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρα μηχανικού Μ. στο ακροατήριο και συνεπώς καθίστανται άχρηστες για την κατά προορισμό χρήση τους, που ήταν η οικοδομική τους εκμετάλλευση. Σε περίπτωση μάλιστα που εκδοθεί μετά την απαλλοτρίωση άδεια για οικοδόμηση τους, ενώ προηγουμένως έπρεπε να τηρηθούν ελάχιστες πλάγιες αποστάσεις της οικοδομής από τα γειτονικά ακίνητα και από τον αγροτικό δρόμο 15 μέτρα, μετά την απαλλοτρίωση πρέπει να τηρηθούν αποστάσεις 40 μέτρων από το άκρο του παράπλευρου δρόμου και 60 μέτρων από τον άξονα της Εθνικής οδού.

Επίσης πολλά ακίνητα δεν έχουν πρόσωπο και πρόσβαση στην υπό κατασκευή Εθνική οδό, δεδομένου ότι αυτή, επειδή είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας, είναι περίκλειστη και από τις δύο πλευρές της με απαγορευτικά κιγκλιδώματα. Όσα δε ακίνητα θα έχουν πρόσβαση στον παράπλευρο δρόμο δεν ωφελούνται, αφού και προηγουμένως είχαν πρόσβαση μέσω αγροτικών και δημοτικών δρόμων.

Επίσης οι ως άνω εναπομένουσες εκτάσεις, μετά την απαλλοτρίωση, υφίστανται τρομερή επιβάρυνση λόγω της ηχορύπανσης που θα προκαλούν τα διερχόμενα από την Εθνική οδό, οχήματα. Επιπρόσθετα ακίνητα τα οποία ενώ προ της απαλλοτριώσεως είχαν ένα κανονικό σχήμα οι μετά την απαλλοτρίωση εναπομένουσες εκτάσεις τους έχουν πλέον ακανόνιστο τριγωνικό - τραπεζοειδές ή πολυγωνικό κατά περίπτωση σχήμα, με συνέπεια να είναι αδύνατη οποιαδήποτε, ακόμη και η γεωργική εκμετάλλευση και χρήση τους.

Η επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 με το 4/7-9-06 πρακτικό της αποφαίνεται ότι οι ιδιοκτησίες όλων των αιτούντων δεν ωφελήθηκαν από την κρινόμενη απαλλοτρίωση και συνεπώς δεν συντρέχει για αυτές το τεκμήριο ωφέλειας του Ν. 653/1977, παραθέτει δε στο ως άνω πρακτικό της, ειδικά για κάθε ιδιοκτησία τους λόγους για τους οποίους καταλήγει στην κρίση της αυτή.

Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι για τα υπό κατάτμηση ακίνητα δεν ισχύει, λόγω της μείωσης της εμπορικής τους αξίας, που έχει επιφέρει σε βάρος αυτών η εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειας και οι αιτούντες δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυταποζημίωση.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της, όπως στο διατακτικό." Με τις παραδοχές αυτές του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασής του το Εφετείο με τις οποίες δέχθηκε την αίτηση των αναιρεσιβλήτων παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 § 1 έως 7 του ν. 653/1977 (όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τα άρθρα 63 § 9 και 10 του ν. 947/1979, 14 του ν. 1349/1983 και 1, 2 του Π.Δ. 929/1979), και 33 § 1 έως 4 του ν. 2971/2001, με αιτιολογίες ελλειπείς και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίστανται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δηλαδή ως προς το εάν με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Εφετείο δικαιολογείται η ανυπαρξία οφέλους για τα ένδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το ίδιο έργο βλάπτονται πολλαπλώς.

Ειδικότερα το Εφετείο για να κρίνει ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων δεν διευκρίνησε ειδικότερα με τις ίδιες παραδοχές του: 1) ποιά ακίνητα ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτια κατά κανόνα και οικοδομήσιμα και ποιά κατά παρέκκλιση β) ποιό ήταν το αρχικό πριν από την απαλλοτρίωση εμβαδόν κάθε ιδιοκτησίας και ποιά έκταση απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, γ) τι βάθος είχε η κάθε ιδιοκτησία πριν από την απαλλοτρίωση ώστε μετά την απαλλοτρίωση να πρέπει να τηρηθούν οι αποστάσεις των 40 μέτρων από το άκρο του παράπλευρου δρόμου και των 60 μέτρων από τον άξονα της Εθνικής Οδού, δ) ποιά είναι τα ακίνητα που δεν έχουν πρόσωπο και πρόσβαση στην υπό κατασκευή Εθνική Οδό ενόψει του ότι στην απόφαση γίνεται λόγος για "πολλά" ακίνητα, ε) ποιά είναι ειδικότερα τα ακίνητα, τα οποία είχαν πριν από την απαλλοτρίωση κανονικά σχήμα και μετά την απαλλοτρίωση απέκτησαν σχήμα ακανόνιστο και ποιά ειδικότερα από αυτά κατά περίπτωση απέκτησαν σχήμα τριγωνικό ή τραπεζοειδές ή πολυγωνικό και για ποιό λόγο είναι αδύνατη από το σχήμα τους αυτό η οποιαδήποτε εκμετάλλευση και χρήση τους περιλαμβανομένης και της γεωργικής, στ) ποιά απόσταση είχαν πριν από την απαλλοτρίωση τα ένδικα ακίνητα από την Εθνική Οδό και ποιά απόσταση τελικά έχουν μετά την απαλλοτρίωση, ενόψει της κρίσης του Εφετείου ότι μετά την απαλλοτρίωση τα ένδικα ακίνητα υφίστανται "τρομερή" επιβάρυνση λόγω της ηχορύπανσης που θα προκαλούν τα διερχόμενα απ' αυτήν οχήματα, και ποιά ειδικότερα η επίδραση της ηχορύπανσης στα ένδικα ακίνητα, τα οποία εμφανίζονται να είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.

Επομένως τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 519 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει συνακόλουθα κατά παραδοχή του ίδιου λόγου του αναιρετηρίου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές ( αρθρ. 580 § 3 Κ.πολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (αρθρ. 176 και 183 Κ.πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 94/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ