Legislator Case Law & Legislation
688/2010 AI generated

Supreme Court annuls seizure of property held by third party under suspensive appeal due to erroneous interpretation of Art. 984 KPolD.

Case Number 688/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding the seizure of real estate held by a third party under a suspensive appeal. The Court found the lower court erred in applying Article 984 of the Civil Procedure Code, which governs the legal consequences of such seizures. Consequently, the seizure was deemed invalid because it exceeded the amount of the final compensation award, relieving the third party of liability for the excess.

Legislator headnote

AI generated

Art. 984 KPolD; Art. 23 paras. 2, 3, 4 of Law 797/1971: A seizure of property held by a third party under a suspensive appeal is invalid if it exceeds the final compensation amount, and the third party is not liable for the excess.

Keywords

AI generated
seizure third party suspensive appeal Art. 984 KPolD excess compensation annulment appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 23 paras. 1, 2 and 4 of Law 797/1971
Art. 984 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 63 para. 1 of Law 2214/1994

Cited Case Law

AI generated
5081/2006 Athens Court of Appeal
3161/2004 Athens Single Judge Court
638/2003 Athens District Court
351/1986 Crete Court of Appeal
270/1990 Crete Court of Appeal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Κατάσχεση στα χέρια του Τ.Π. & Δανείων απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που είχε μόνον προσωρινώς προσδιορισθεί και για το πέραν του 60% ποσοστό τελούσε υπό αναβλητική αίρεση οριστικού προσδιορισμού τελεσιδίκως, με τον οποίο όμως ορίσθηκε μικρότερο ποσό αποζημίωσης. Δεν ευθύνεται το Τ.Π & Δανείων για το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, εάν το υπερβάλλον απέδωσε στο υπόχρεο αποζημιώσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία 984 ΚΠολΔ όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου απαιτήσεως υπό αναβλητική αίρεση και εσφαλμένη εφαρμογή αρ. 23 παρ. 2, 3, 4 ν.δ 797/1971 και 201, 209 ΑΚ. Αναιρεί απόφαση Εφετείου.

Αριθμός 688/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ,

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ψ ΕΠΕ και Σία" που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 638/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 3161/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5081/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου άρθρο 23 παρ. 1, 2 και 4 του Ν.Δ. 797/1971: "Το δικαστήριον κατά την κρίσιν αυτού και εις πάσαν στάσιν της δίκης περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, δύναται να υποχρεώση τον δικαιούχον αυτής εις παροχήν εγγυήσεως. Η εγγύησις σκοπόν έχει την προστασίαν των συμφερόντων του υπόχρεου προς καταβολήν της αποζημιώσεως, εις ην περίπτωσιν δια της τελεσιδίκου αποφάσεως, δι ης προσδιορίζεται οριστικώς η αποζημίωσις, ήθελεν ορισθή ποσόν έλλαττον εκείνου το οποίον ωρίσθη υπό της προσδιορισάσης προσωρινώς ταύτην αποφάσεως.

Προ της παροχής της εγγυήσεως δεν δύναται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προσωρινώς προσδιορισθείσης, να αναλάβει ποσόν μείζον του 60% ταύτης". Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως από την σαφή γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2 του άρθρου 23 του ΝΔ 797/71 δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι για την ανάληψη ολόκληρης της αποζημίωσης από το δικαιούχο απαιτείται έκδοση τελεσίδικης απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης.

Μέχρι δε της εκδόσεως της τελεσίδικης απόφασης αυτής η απαίτηση του δικαιούχου για την ανάληψη του 40% της προσωρινής αποζημίωσης που κατατέθηκε τελεί υπό αναβλητική αίρεση, για να μπορέσει μάλιστα ο δικαιούχος της αποζημίωσης να αναλάβει, για τον χρόνο μέχρι την έκδοση της αποφάσεως αυτής, το 40% της προσωρινής αποζημίωσης που κατατέθηκε (το υπόλοιπο 60% μπορεί να το αναλάβει ελεύθερα κατά το άρθρο 23 παρ. 4), πρέπει να κατατεθεί εγγύηση που ορίζεται από το δικαστήριο (αρθρ. 23 παρ. 3), ο αποκλειστικός σκοπός της οποίας είναι η προστασία των συμφερόντων του υπόχρεου της αποζημίωσης μέχρι την τελεσίδικη απόφαση για την περίπτωση που καθοριστεί με τελεσίδικη απόφαση αποζημίωση σε ποσό μικρότερο από εκείνο στο οποίο καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση.

Για να εισπράξει το υπόλοιπο 40% της προσωρινής αποζημίωσης ο δικαιούχος πρέπει, είτε να προσκομίσει τελεσίδικη απόφαση περί του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης, είτε πρακτικό συμβιβασμού επίλυσης της διαφοράς μεταξύ αυτού και του υπόχρεου Ελληνικού Δημοσίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 209 του Α.Κ., " όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία που αφορούν τον τύπο και το πρόσωπο κρίνονται με βάση το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας? τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης".

Ως στοιχεία, που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας, νοούνται τα αναγόμενα στο δικαίωμα υπό αίρεση, όπως είναι το "νόμω" επιτρεπτό ή απηγορευμένο της σχετικής δικαιοπραξίας, το δυνατό ή αδύνατο, κατά τη φύση ή το νόμο, της παροχής, η ποιότητα και ιδιότητα αυτής, ως προς το εκχωρητό ή μη αυτής, ουδεμία δε ενοχή γεννάται εάν η παροχή, η οποία ήταν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, δυνατή, έγινε μεταγενέστερα αδύνατη χωρίς να υπάρχει υπαιτιότητα του υπό αίρεση υπόχρεου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων της κατασχετήριας έκθεσης επέρχεται, εκτός των άλλων, ως έννομη συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαιτήσεως που έχει κατασχεθεί από το μέχρι τότε δικαιούχο της (καθού η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή.

Από το συνδυασμό όμως των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 984, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο χώρο της πολιτικής δικονομίας την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δηλώσεις από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας (Ολομ.

ΑΠ 3/1993). Επί πλέον με το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνεται υποχρέωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, να προβεί, μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου, σε δήλωση, με το προβλεπόμενο περιεχόμενο. Στη δήλωση αυτή του τρίτου, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρεται αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση.

Σε καταφατική περίπτωση, πρέπει να αναφέρεται η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθ' ου η εκτέλεση και να διευκρινίζεται εάν πρόκειται περί απαιτήσεως υπό αίρεση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δήλωση που υποβάλλει ο τρίτος και στην οποίαν αναφέρει ότι η απαίτηση είναι υπό αίρεση, πρέπει να θεωρηθεί ως καταφατική, παρότι δεν παρέχει αμέσως εκτελεστότητα, αφού αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει πριν πληρωθεί η αίρεση.

Και τούτο, γιατί ο κατασχών δανειστής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, μπορεί να την εκτελέσει αργότερα με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 915, 916 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ., δηλαδή από τη στιγμή που ο τρίτος καθίσταται οφειλέτης της απαιτήσεως, λόγω πληρώσεως του όρου της αιρέσεως.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ,Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος αφού δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "...Με το από 30-6-1986 κατασχετήριο κάτωθι αντιγράφου της 9821/1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) η καθής η ανακοπή επέβαλε στα χέρια του ανακόπτοντος (ΤΠ και Δ), ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση για δραχμές 8.000.000, τις οποίες δικαιούται να λάβει από τους οφειλέτες της Ζ και Ζ2 συζ.

Ζ . Για την κατάσχεση αυτή το Τ.Π και Δ προέβη νομίμως και εμπροθέσμως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, στην 1171/24-7-1986 δήλωση τρίτου, στην οποία επί λέξει δήλωσε τα ακόλουθα: "Με την 6/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, οι Ζ και Ζ2 σύζυγος Ζ αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας αποζημίωσης ακινήτου κείμενου στην θέση ...

που απαλλοτριώθηκε με την 2702/891/24-4-85 κοινή υπουργική απόφαση για αρχαιολογικούς σκοπούς. Σύμφωνα με την 6/1986 αναγνωριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι δεν υφίστανται βάρη κλπ, το Ταμείο απέδωσε στους ανωτέρω το 60 % της αποζημίωσης εκ δρχ. 38.100.462 (1/2 στον καθένα), το δε υπόλοιπο 40% εκ δρχ. 25.400.308 συνολικά παραμένει στο Ταμείο για να αποδοθεί μετά τον τελεσίδικο καθορισμό".

Ακολούθως, επειδή και άλλοι δανειστές προέβησαν στην κατάσχεση της ίδιας απαίτησης των παραπάνω οφειλετών στα χέρια του Τ.Π και Δ, ως τρίτου, συντάχθηκε ο 13456/28-7-1995 πίνακας κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Κασσελά - Καραγιάννη, που κατέταξε την καθής για όλο το κατασχεθέν ποσό των 8.000.000 δραχμών, μετά την αφαίρεση ποσού 72.000 δραχμών για έξοδα εκτελέσεως, ήτοι την κατέταξε για ποσό 7.928.000 δραχμών.

Με την 16.427/21-12-2000 (μερική κατά την καθής) πράξη εξόφλησης της ως άνω συμβολαιογράφου, αυτή εισέπραξε από το ανακόπτον ΤΠ και Δ, ποσό δραχμών 4.121.033 και απέμεινε υπόλοιπο ποσό δραχμών 3.806.967 (7.928.000-4.121.033), το οποίο αρνείται το ανακόπτον να της καταβάλει με τον ισχυρισμό ότι μετά την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης, με την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, από το ποσό της αποζημίωσης, που δικαιούντο οι οφειλέτες Ζ και Ζ2, μειώθηκε οριστικά το ποσό της προσωρινώς καθορισθείσας αποζημίωσης δραχμών 63.500.770, στο ποσό των δραχμών 42.293.495 και έτσι αφού τους αποδόθηκε το 60% του αρχικού ποσού (38.100.462 δρχ.), απομένει υπόλοιπο μόνο το ποσό των 4.193.033 δραχμών (42.293.495-38.100.462), το οποίο δικαιούται να λάβει η καθής, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος.

Κατόπιν της ανωτέρω άρνησης του ανακόπτοντος, η καθής επέδωσε αντίγραφο από απόγραφο της 1171/24-7-86 δήλωσης τρίτου του Τ.Π και Δ στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την από ... επιταγή προς πληρωμή, η οποία κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον με την ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και απαίτησε από το ανακόπτον να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 11.172,32 ευρώ (ή 3.806.967 δρχ.) συν τα έξοδα σύνταξης επιταγής, απογράφου και επιδόσεων.

Κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, το ποσό των 8.000.000 δραχμών δεν ήταν διαθέσιμο και δεν μπορούσε να μειωθεί, (άρθρο 984 παρ. 2 ΚΠολΔ.). Όπως κρίθηκε με την 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την έφεση επί της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης ... της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Καραγιάννη-Κασσελά, των οφειλετών Ζ και Ζ2 στρεφόμενη κατά της ως άνω συμβολαιογράφου, της ήδη καθής η ανακοπή εταιρείας Ψ και Σία, του Ελληνικού Δημοσίου και του Τ.Π και Δ, η ήδη καθής η ανακοπή είναι απευθείας δανείστρια του Τ.Π και Δ ύστερα από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης της, με την 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, για το σύνολο της κατασχεμένης απαίτησης (8.000.000 δρχ.) Ειδικότερα, η 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχτηκε τα ακόλουθα : " Με την υπ' αριθμ. ...

Διαταγή Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στη δεύτερη των εφεσίβλητων - καθ' ων η ανακοπή εταιρεία, με την επωνυμία "Ψ ΚΑΙ ΣΙΑ" που εδρεύει στο ..., από δύο επιταγές εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Ζ και ΣΙΑ ΟΕ", της οποίας τυγχάνουν ομόρρυθμα μέλη επί της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ..., για κεφάλαιο δραχμών 5.000.000, νομιμοτόκως από 4-1-1984, καθώς και για δικαστική δαπάνη δραχμών 112.000.

Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 9-2-1984 ανακοπή τους επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην τους η υπ' αριθμ. 423/1984 απόφαση η οποία την απέρριψε. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 25-6-1985 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε

η αριθμ. 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απέρριψε την έφεση. Έτσι η υπ' αριθμ. ... Διαταγή Πληρωμής έγινε τελεσίδικη και η εφεσίβλητη κοινοποίησε προς τους εκκαλούντες την από ... επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσοντας αυτούς να καταβάλουν για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα το ποσό των δραχμών 13.300.600, το οποίο δεν κατέβαλαν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με επίσπευση της δεύτερης εφεσιβλήτου, εκπλειστηριάστηκε ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης των εκκαλούντων, το οποίο βρίσκεται στην ..., λόγω δε του ότι το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε ο υπ' αριθμ. 3545/3-11-1993 πίνακας κατάταξης της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μαρίας Χατζάκη ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, στον οποίο ή επισπεύδουσα δεύτερη εφεσίβλητη είχε αναγγελθεί για την παραπάνω απαίτηση της, η οποία ανήλθε στο ποσό των δραχμών 18.925.200 και επί πλέον για τόκους στο ποσό των δραχμών 5.076.700 βάσει της ως άνω υπ' αριθμ. ...

διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία τράπηκε σε υποθήκη για δραχμές 13.477.000, κατετάγη ... για το ποσό των δραχμών 10.268.316 μόνο, καθόσον εξαντλήθηκε το πλειστηρίασμα και έτσι απέμεινε υπόλοιπο οφειλής δραχμών (18.925.200 συν 5.056.700 ίσον 23.981.900 μείον 10.268.316) 13,713.584 πλέον τόκων. Μετά ταύτα η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9821/16-6-1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), επέβαλε εις χείρας του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση ποσού δραχμών 8.000,000, εκ των απαιτήσεων των εκκαλούντων συνολικού ποσού δραχμών 25.408.308 που είχαν από παρακατάθεση αποζημιώσεως αυτών λόγω απαλλοτριώσεως ακινήτου τους για να εξασφαλισθεί η χρηματική απαίτηση αυτής (εφεσίβλητης) από την προαναφερθείσα υπ' αριθμό ...

διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Σύμφωνα με την ...6 καταφατική δήλωση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά τον χρόνο αυτό υφίστατο εις χείρας του, το ως άνω ποσό των 8.000,000 δραχμών, για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση.

Μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ως άνω απαιτήσεως της δεύτερης των εφεσίβλητων η προαναφερθείσα συντηρητική κατάσχεση ετράπη αυτοδικαίως σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ) και η τελευταία είναι απ' ευθείας δανειστής του παραπάνω Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στα χέρια του οποίου επέβαλε την συντηρητική κατάσχεση.

Με την υπ' αριθμ. 1866/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ορίσθηκε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ευθαλία Καραγιάννη-Κασσελά για τη διανομή του ως άνω κατεσχημένου ποσού των δραχμών 8.000.000. Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα ... η παραπάνω απαίτηση της δεύτερης των εφεσίβλητων τράπηκε σε υποθήκη για ποσό δραχμών 13.477.000.

Η παραπάνω συμβολαιογράφος συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. ... πίνακα κατάταξης και αφού αφαίρεσε τα διάφορα έξοδα από δραχμές 72.000, κατέταξε τη δεύτερη των εφεσιβλήτων για το ποσό των δραχμών 7.925.000, εξαντληθέντος του διανεμητέου ποσού...." Συνεπώς η απόδοση του ποσού από το αντίδικο προς το Δημόσιο είναι ανίσχυρη έναντι της καθής η ανακοπή (εκκαλούσας) και παράνομη και κατά τούτο το ΤΠ και Δ (ανακόπτον -εφεσίβλητο) της οφείλει τα επιτασσόμενα ποσά με την από ...

επιταγή της, κάτωθι απογράφου εκτελεστού της ανωτέρω καταφατικής δήλωσης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 989 ΚΠολΔ (σε συνδυασμό με το άρθρο 904 παρ. 2 ζ' ΚπολΔ) αποτελεί τίτλο εκτελεστό. ...Κατά την παρ. 3 του άρθρου 984 ΚΠολΔ, ο τρίτος αφότου του κοινοποιηθεί η κατάσχεση γίνεται μεσεγγυούχος. Είναι σαφές ότι ο τρίτος όχι μόνον ευθύνεται ως μεσεγγυούχος αλλά έχει και όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτού.

Οφείλει δηλαδή, όπως εν προκειμένω να αποδώσει το πράγμα στο κατασχόντα όταν του ζητηθεί και δεσμεύεται να μη παραδώσει το πράγμα σε κανένα άλλο. Το άρθρο 984 παρ. 2 εδάφ. α' απαγορεύει στον τρίτο τη χρήση οποιουδήποτε τρόπου αποσβέσεως της οφειλής του. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η ευθύνη του ανακόπτοντος συνίσταται στην απόδοση στην καθής η ανακοπή του χρηματικού ποσού, για το οποίο δεσμεύτηκε ότι υφίσταται στα χέρια του και το οποίο βάσει του νόμου είχε υποχρέωση να διαφυλάττει έως το πέρας της δικαστικής διαφοράς που αφορούσε την οφειλή των καθών η εκτέλεση.

Οφείλει συνεπώς και εκ του ανωτέρω λόγου στην καθής η ανακοπή τα επιτασσόμενα με την από ... επιταγή της. Το ανακόπτον με την 1171/1986 δήλωση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνομολόγησε ότι έχει στα χέρια του το κατασχεθέν ποσό, το οποίο δεν έχει ακόμη αποδώσει στους δικαιούχους οφειλέτες της καθής η ανακοπή.

Το πότε χρονικά έπρεπε να αποδοθεί το ποσό αυτό, δεν ασκεί έννομη επιρροή. Τέτοιαεπιρροή έχει αν το ποσό αυτό βρισκόταν στα χέρια του κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, καθώς και κατά τον χρόνο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης εκείνουπου είχε επίβαλε τη συντηρητική κατάσχεση (άρθρο 722 παρ. 2 ΚΠολΔ), ήτοι όταν δημοσιεύθηκε η 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, γιατί τότε εκείνος που έχειεπιβάλει τη συντηρητική κατάσχεση γίνεται δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης.

Όπως αναφέρεται από το προσαγόμενο από το εφεσίβλητο Φ. 13/12046/267/1993 έγγραφο της Υφυπουργού Πολιτισμού προς αυτό (Τ .Π και Δ), που περιήλθε σ' αυτό την 17-3-1993 "ύστερα από την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος του, απαλλοτριωθέντος ακινήτου στη θέση ..., πρώην ιδιοκτησίας Ζ και Ζ2, διαβιβάζει νέα ανάλυση δαπάνης συνολικής αποζημίωσης 42.293.495 δραχμών.

Το υπόλοιπο ποσό των 21.207.275 που έχει κατατεθεί στο Τ.Π. και Δ. με το υπ1 αριθμ. Ν 788579 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης να επιστραφεί στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων (αριθμ. λογαριασμού ... της Τραπέζης Ελλάδος). Εφιστά την προσοχή του Τ.Π. και Δ. στο αριθμ. ... έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού, με το οποίο διαβιβάζει στο Τ.Π.

και Δ. εξώδικη δήλωση της Εταιρείας "Ψ και ΣΙΑ" ότι έχει εγγράψει προσημείωση στο απαλλοτριωθέν ακίνητο". Επομένως, από το έγγραφο αυτό, αποδεικνύεται ότι τα εις χείρας του ανακόπτοντος κατασχεθέντα χρήματα επιστράφηκαν κατ' εντολή της Υφυπουργού Πολιτισμού στο Ελληνικό Δημόσιο μετά την 17-9-1993, δηλαδή μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ως άνω απαιτήσεως της καθής η ανακοπή, (με την 270/1990 απόφαση του Εφετείου Κρήτης) και την αυτοδίκαιη τροπή σε αναγκαστική της συντηρητικής κατάσχεσης, μέχρι του ποσού των 8.000.000 δραχμών και η καθής ανακοπή κατέστη απευθείας δανείστρια του Τ.

Π και Δ στα χέρια του οποίου είχε επιβάλει την συντηρητική κατάσχεση, με την από το νόμο (άρθρο 984 παρ. 2 ΚΠολΔ ) ;απαγόρευση και μη παράγουσα έννομες συνέπειες για την κατασχούσα, της εξόφλησης από το τρίτο (Τ. Π και Δ) της κατασχεμένης απαίτησης ή της διάθεσης σε τρίτους του κατεσχημένου και συνεπώς το ποσό αυτό απαγορευόταν κατά νόμο να επιστραφεί στο Δημόσιο και να απαλλαγεί το ανακόπτον από την υποχρέωση του να αποδώσει στην καθής η ανακοπή το κατασχεθέν ποσό, στο σύνολο του, σύμφωνα και με τον συνταγέντα 13456/28-7-1995 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Καραγιάννη - Κασσελά, που επικυρώθηκε τελεσιδίκως με την εκτενώς προαναφερθείσα 7484/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των λόγων εφέσεως, εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο την ανακοπή και ακυρώνοντας την από ... επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού της 1171/24-7-1986 δήλωσης του ανακόπτοντος ως τρίτου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώ έπρεπε να απορρίψει την ανακοπή".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2,3,4 του ν.δ. 797/1971 202, 209 του ΑΚ και 984 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε (τη δε τελευταία επί πλέον εσφαλμένως ερμήνευσε), με το να δεχθεί ότι η τελούσα υπό αναβλητική αίρεση σε ποσοστό 40% και κατασχεθείσα από τον αναιρεσίβλητο, στα χέρια του αναιρεσείοντος Τ.Π.

κ' Δανείων, ως τρίτου, απαίτηση των οφειλετών του αναιρεσιβλήτου Ζ και Ζ2 κατά του Ελληνικού Δημοσίου από υποχρέωση αποζημίωσής τους για απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, ήτοι υπό την αίρεση οριστικοποίησης του ποσού της οφειλής του Δημοσίου και εντεύθεν και του αναιρεσείοντος μετά τον καθορισμό τελεσιδίκως της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης (η οποία αποζημίωση είχε προσωρινώς ορισθεί, όταν έγινε η συντηρητική κατάσχεση), μετέβαλε το χαρακτήρα της και από απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση κατέστη απαίτηση χωρίς αίρεση με μόνη τη γενόμενη κατάσχεση σε συνδυασμό με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά των ως άνω οφειλετών της (Ζ και Ζ2) δικαιούχων της κατασχεθείσης απαιτήσεως και έτσι κατέστη η αναιρεσίβλητη (κατά το Εφετείο) απ' ευθείας δανείστρια του αναιρεσείοντος Τ.Π.

και Δανείων για όλο το κατασχεθέν ποσό των δρχ. 8.000.000 και όχι όπως η απαίτηση διαμορφώθηκε με την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε, δηλαδή την έκδοση της απόφασης περί τελεσιδίκου (οριστικού) καθορισμού της αποζημίωσης με την 351/1986 απόφαση του Εφετείου Κρήτης (που προηγήθηκε, μάλιστα, της 270/1990 του ίδιου Εφετείου).

Σαφώς, επομένως, το Εφετείο προσέδωσε στη διάταξη του άρθρου 984 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, μη αρμόζουσα (και ευρύτερη από την πραγματική) έννοια. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, εφόσον η δήλωση του αναιρεσείοντος, μετά τη γενόμενη στα χέρια του, ως τρίτου, συντηρητική κατάσχεση ποσού 8.000.000 δραχμών το οποίο εδικαιούντο οι οφειλέτες της αναιρεσίβλητης Ζ και Ζ2 ως προσωρινή αποζημίωση απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, περιλάμβανε την ύπαρξη αναβλητικής αιρέσεως ως προς το 40% της κατασχεθείσας απαιτήσεως, (δραχμές 25.400.308) ως μέρος της συνολικής αποζημιώσεως (για την οποία είχαν επιβληθεί και άλλες παράλληλες κατασχέσεις), μέχρι τον τελεσίδικο προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, δεν συνιστούσε μια τέτοια δήλωση (όπως αντιθέτως δέχεται το Εφετείο) ομολογία του αναιρεσείοντος ότι είχε στα χέρια του το κατασχεθέν ποσό διαθέσιμο κατά το πέραν του 60% ποσοστό για τους κατασχόντες τούτο δανειστές (όπως η αναιρεσίβλητη) των δικαιούχων της αποζημιώσεως, ούτε ατονούσε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, ως μεσεγγυούχου, να επιστρέψει κατά το υπερβάλλον την προσωρινώς προσδιορισθείσα και προκαταβληθείσα αποζημίωση στο δικαιούχο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε καθίστατο το αναιρεσείον οφειλέτης της αναιρεσίβλητης για μεγαλύτερο χρηματικό ποσό από εκείνο που προέκυπτε μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως.

Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται και συμπληρώνεται από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλου δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (Κ.Πολ.Δ. 176 και 183), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5081/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ