Legislator Case Law & Legislation
688/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding lower court's finding of acquisitive prescription.

Case Number 688/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a property inheritance dispute. The appellant argued the lower court erred in applying substantive law and failed to properly evaluate witness testimonies. The court rejected these claims, noting the lower court correctly assessed evidence and that the appeal lacked specific grounds for overturning the factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 20, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be rejected if the lower court's decision is based on a correct evaluation of evidence and the appellant fails to demonstrate a specific error in the application of substantive law or the assessment of facts.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription inheritance dispute appeal dismissal evidence evaluation substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 993, 953, 1002, 1188, 980, 981, 982 of the Civil Code
Articles 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 42/2002
Supreme Court Cases 1072-3/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 688 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, μόνιμου κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσα στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Φραγκάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6416/1997 μη οριστική, 728/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7933/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-2-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 21-2-2005 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2007 κλήσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα γι' αυτόν στον υπογράψαντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καβάση κατ' άρθρο (143 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2011/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του υπ' αρ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γεωργίου Δημητριάδη, με το οποίο η αναιρεσίβλητη αγόρασε το επίδικο ακίνητο, με το να δεχτεί ότι στο συμβόλαιο αυτό αναφέρονται και τα υπάρχοντα στο οικόπεδο κτίσματα, κάτι που δεν συμβαίνει, και έτσι δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ασκούσε και τη νομή των κτισμάτων αυτών, β) της υπ' αρ. ...

βεβαίωσης της ΔΕΗ από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ηλεκτροδοτήθηκε απ' αυτόν (αναιρεσείοντα), με το να δεχθεί ότι αυτός δεν αμφισβήτησε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης και γ) της υπ' αρ. ... βεβαίωσης του ΑΤ ... από το οποίο προκύπτει ότι αυτός κατοικεί στο επίδικο ακίνητο, με το να δεχθεί τα αμέσως παραπάνω (υπό β).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του για το ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν νομέας με διάνοια κυρίου στο επίδικο κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων (μάρτυρες και άλλα έγγραφα) και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεση της μόνο όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της, η αβεβαιότητα ως προς τη σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων (ΑΠ 122/2006 Δνη 48, 127). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το ένα κτίσμα που βρίσκεται αριστερά της εισόδου οικοδομήθηκε το έτος 1947 από τη μητέρα του, και το άλλο το 1966 από τον ίδιο, παρόλα αυτά δέχθηκε αντιφατικά ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν βρισκόταν στη νομή του ακινήτου, αλλά ότι ασκούσε δικαίωμα επίσχεσης. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση δεν συνιστά αντίφαση κατά την προαναφερόμενη έννοια.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση, της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική - αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007).

Τέλος για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1743/2006). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή ερμήνευσε εσφαλμένα δήλωσή του (αναιρεσείοντα), που έγινε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την 1-11-1974 κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού και η οποία (δήλωση) σκοπό είχε να αποκρούσει την αίτηση αυτή και όχι ν' αναγνωρίσει την κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο επίδικο και ακόμη επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί δεν δέχθηκε την αίτηση ηλεκτροδότησης του ακινήτου.

Υπό τις παραπάνω αιτιάσεις ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

V. Κατ το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή, αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει, να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 692/2008).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένστασης ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει, αφού αυτός κατά το διάστημα 1974-1996, σύμφωνα με τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις, νεμόταν το επίδικο, με αποτέλεσμα να αποκτήσει την κυριότητά του, με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με το να κρίνει το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας, επειδή δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά που ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή της, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης για το οποίο βαρύνονταν, ορθώς καταλόγισε σ' αυτόν τις συνέπειες για τη μη απόδειξη της ένστασης αυτής.

Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο λόγος αυτός, υπό την αντίστοιχη αυτή αιτίαση, είναι απαράδεκτος.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1742/2006).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν επιτρέπεται η χρησικτησία τμήματος οικοπεδικού κλήρου και να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητάς του (αναιρεσείοντος) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 993, 953, 1002, 1188, 980, 981, 982 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί, επειδή, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθεται η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι όμως δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό. Ανεξάρτητα απ' αυτό πάντως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατ' ουσίαν και εντεύθεν απορριπτέος, επειδή, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, η απόφαση αυτή δέχθηκε τη δυνατότητα απόκτησης με χρησικτησία της κυριότητας τμήματος οικοπεδικού κλήρου, πλην όμως απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος, για απόκτηση με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας τμήματος του επιδίκου ακινήτου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

VII. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για νασχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τηβασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκουςπραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροήστην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνειυπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα αποδεικτικά στοιχεία, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ ΑΠ 42/2Ο02, ΑΠ 1072-3/2005). Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αρ. 1069/2000 Εισηγητική Έκθεση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τις προαναφερθείσες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων. Επομένως ο συναφής έκτος λόγος της αναίρεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και, συνεπώς, απορριπτέος.

VIII. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7933/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ