Supreme Court dismisses appeal on grounds of withdrawal and confirms lower court's finding of business failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the withdrawal of four specific grounds of appeal prior to oral proceedings legally terminated those claims. The court upheld the lower court's finding that the company's inevitable economic collapse justified the early termination of the employment contract. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 495, 295, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 669 of the Civil Code: Withdrawal of specific grounds of appeal before oral proceedings terminates the appeal only regarding those grounds, while the appeal remains valid for others; termination of a fixed-term employment contract is justified by the employer's insolvency and inevitable business failure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 688 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 688/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ............, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από τους 3ο, 4ο, 5ο και 6ο λόγους αναιρέσεως.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΓΕΝΑΠ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή .......... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2167/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3100/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ., εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη, (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Επομένως, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, ως προς τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο αναιρέσεως, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που είχε τέτοια εντολή με βάση το ........... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ......... είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρο 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ).
Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα -ακόμη και μεμονωμένα- τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.
Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκε εγγράφως στην Αθήνα στις 21-7-1999, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ως γενικός διευθυντής της για το διάστημα από 1-7-1999 μέχρι 31-12-2004 αντί συνολικών μηνιαίων αποδοχών 2.000.000 δραχμών που θα καταβάλλονταν 14 φορές κάθε έτος και θα αυξάνονταν ετησίως τουλάχιστον κατά το ποσοστό του επίσημου ετήσιου πληθωρισμού (συν πέντε μονάδες), επί του καταβαλλόμενου κατά το προηγούμενο έτος μισθού και συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να εξασφαλίσει σ' αυτόν τη χρήση αυτοκινήτου (με όλα τα έξοδα συντήρησης και κίνησης) για όλη τη διάρκεια της σύμβασης, η οποία θα μπορούσε να καταγγελθεί μόνο για σπουδαίο λόγο.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες που του ανατέθηκαν, συνιστάμενες στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της εναγομένης και γενικά στην επίβλεψη, παρακολούθηση και εποπτεία των δραστηριοτήτων της, μέχρι τις 29-11-2002, οπότε η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως με την αιτιολογία ότι στις 30-10-2002 η έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της αποφάσισε τη λύση και τη θέση της υπό εκκαθάριση.
Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία, ιδρύθηκε το έτος 1999 με βασικό μέτοχο τη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος (κατά ποσοστό 88% του μετοχικού της κεφαλαίου) και είχε ως σκοπό την ανάληψη του έργου μελέτης, ανοικοδόμησης, επισκευής, συντήρησης, διαχείρισης και εν γένει αξιοποίησης των κάθε φύσεως ακινήτων ιδιοκτησίας της Τράπεζας αυτής και των εταιρειών που ανήκουν στον όμιλο της, την κατασκευή των κάθε φύσεως ακινήτων και τεχνικών έργων με σκοπό την πώληση ή την εκμετάλλευση τους, την παροχή με αμοιβή τεχνικοοικονομικών συμβουλών και εκπόνηση αντίστοιχων μελετών για λογαριασμό οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, την οργάνωση και διοίκηση τεχνικών έργων και κατασκευών και την ίδρυση, κατασκευή και εκμετάλλευση με οποιαδήποτε νομική μορφή ξενοδοχειακών μονάδων και τουριστικών επιχειρήσεων.
Μετά τη σύσταση της εναγομένης, το διοικητικό συμβούλιο της παραπάνω Τράπεζας, προκειμένου να δραστηριοποιήσει την εναγομένη στην εκμετάλλευση και διαχείριση ακινήτων και επίτευξη των σκοπών της ίδρυσης της, κατάρτισε με αυτή την από 21-7-1999 σύμβαση διάρκειας μέχρι 31-12-2004, με την οποία της ανέθεσε το έργο της εκπόνησης των πάσης φύσεως μελετών που αφορούν εργασίες σε ακίνητα ιδιοκτησίας της Τράπεζας ή είναι μισθωμένα από αυτή και στεγάζουν υποκαταστήματα ή υπηρεσίες της και της υλοποίησης των μελετών αυτών (έργο που μέχρι τότε εκτελείτο υποδειγματικά από τις τεχνικές υπηρεσίες της παραπάνω Τράπεζας) αντί της προβλεπομένης από το Π.Δ. 515/1989 αμοιβής.
Όμως, κατά την εκτέλεση ως άνω έργου δημιουργήθηκαν από υπαιτιότητα των οργάνων της εναγομένης πλείονα όσα προβλήματα τεχνικής φύσεως και εμφανίστηκαν σημαντικά ελαττώματα και μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις στην παράδοσή τους, που είχαν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση της εργοδότριας Τράπεζας με μεγάλες ζημίες.
Ενδεικτικά κατά το από 21-7-1999 έως αρχές Ιανουαρίου 2002 χρονικό διάστημα η εναγομένη παρέδωσε εκπρόθεσμα το έργο της ανακαίνισης δέκα καταστημάτων της Γενικής Τράπεζας, ενώ η ανακαίνιση των καταστημάτων Ελευσίνας, Καβάλας, Νέας Ερυθραίας, Γιαννιτσών, Βόλου, Ξάνθης, Κοζάνης, Ρεθύμνου, Χανίων και Ιλισίων έγινε πλημμελώς, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σημαντικών προβλημάτων κατά τη λειτουργία αυτών.
Ενόψει των παραπάνω η προαναφερόμενη Τράπεζα, προκειμένου να αποτρέψει τη λύση της εναγομένης, προχώρησε σε διερευνητικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με την πολύ γνωστή και εξαιρετικά αξιόπιστη κατασκευαστική εταιρεία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΩΝ Α.Ε.", με σκοπό τη συνεργασία της στον τομέα της αξιοποίησης ακινήτων, πλην όμως οι διαπραγματεύσεις αυτές απέτυχαν και το διοικητικό συμβούλιο της Γενικής Τράπεζας κατά τη συνεδρίασή του της 17-10-2002 αποφάσισε να αρχίσουν οι αναγκαίες διαδικασίες για τη λύση της εναγομένης, αφού, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 1999 (που αυτή ιδρύθηκε) μέχρι την ως άνω χρονολογία, η μοναδική δραστηριότητά της, παρά την ευρύτητα των σκοπών της ιδρύσεως της, εξαντλήθηκε στην ανακαίνιση των καταστημάτων της ως άνω Τράπεζας, δηλαδή σε έργο το οποίο αφαιρέθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Τράπεζας και εκτελείτο από την εναγομένη πλημμελώς και καθυστερημένα.
Έτσι η γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, σε έκτακτη συνεδρίαση της 30-10-2002, αποφάσισε τη λύση αυτής και τη θέση της σε εκκαθάριση, διόρισε δύο εκκαθαριστές και εξουσιοδότησε αυτούς να προβούν είτε από κοινού είτε καθένας χωριστά, στις αναγκαίες ενέργειες για τη λύση των εργασιακών σχέσεων των στελεχών και υπαλλήλων της, στη συνέχεια δε ο εκ των εκκαθαριστών .......
κατήγγειλε στις 29-11-2002 την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος λόγω της λύσεως της εναγομένης και της θέσης αυτής σε εκκαθάριση. Κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της εναγομένης (από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι τη λύση της), τα κέρδη της έβαιναν συνεχώς μειούμενα (588.000 ευρώ το 2000, 410.000 ευρώ το 2001 και 44.000 ευρώ το 2002), μετά δε τον Σεπτέμβριο του 2002 το σύνολο των έργων των ανακαινίσεων και διαρρυθμίσεων των καταστημάτων της Γενικής Τράπεζας (που αποτελούσε τη μοναδική δραστηριότητα της εναγομένης) ανατέθηκε και εκτελείτο από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της παραπάνω Τράπεζας, ενώ η εναγομένη δεν είχε άλλο αντικείμενο δραστηριότητας και εν όψει αυτών η οικονομική κατάρρευση αυτής ήταν βέβαιη, αν συνεχιζόταν η λειτουργία της και μετά τον χρόνο αυτό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η λύση της αναιρεσίβλητης εταιρίας και ακολούθως η θέση της σε εκκαθάριση, καθώς και η εντεύθεν οριστική διακοπή των εργασιών της, που έγινε, προκειμένου να αποφευχθεί η αμέσως απειλούμενη οικονομική κατάρρευσή της, συνιστά την έννοια του σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την πρόωρη καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας, αφού, δεν μπορούσε να αξιωθεί από αυτή, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος μέχρι τη συμφωνημένη λύση της (31-12-2004).
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 962/6-7-2006 αίτηση του ......... για αναίρεση της 3100/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ