Legislator Case Law & Legislation
687/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, remanding specific property valuation issue to lower court.

Case Number 687/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Regional Court of Crete's final decision on land expropriation compensation. While the court rejected arguments regarding the general slope classification and value reduction percentage, it found the specific valuation of a particular property lacking sufficient evidentiary support. Consequently, the case was remanded to a new panel of the Regional Court for further examination of that specific property's valuation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 22 § 4 of Law 2882/2001: When a lower court relies on a technical report to establish critical facts without explicit reference to other evidence, the Supreme Court may find the decision flawed on that specific point and remand the case for further examination.

Keywords

AI generated
land expropriation compensation technical report evidence remand for further examination property valuation dispute supreme court review Code of Civil Procedure forced acquisition law

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 4 of Law 2882/2001
Article 146 § 10 of Law 2882/2001
Article 559 No. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 22 § 1 of Law 3693/1957
Article 22 § 3 of Law 2882/2001
Article 18 § 4 of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 687 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 687/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., 4) Ε. Π. του Μ., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ... 6) Ι. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Ι. Μ., κατοίκου ..., 8) Κ. Φ. του Ε., κατοίκου ..., 9) Μ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., 11) Ν. Φ. του Ν. και 12) Α. Μ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1997 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 11/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης και συνεκδικάστηκε με την από 10-7-1997 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 96/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 566/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-1998 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 5-12-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ως προς την με αριθμ. ΚΠ … ιδιοκτησία και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά την §4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), η οποία προστέθηκε με την §2 του άρθρου 131 του Ν. 4070/2012 και η οποία, σύμφωνα με την §10 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη, η αίτηση αναίρεσης μπορεί να κοινοποιηθεί, μεταξύ άλλων, και στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθμ. .../19-12-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων Α. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στην πράγματι παραστάσα δικηγόρο Μαρία Φουρναράκη, η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσίβλητους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Κρήτης κατά τη δικάσιμο της 4-11-1997, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 96/1998 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ. Με την υπ' αριθμόν …71/24.10.95 απόφαση του Περ/κού Δ/ντή Χανίων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού ..., από τη διακλάδωση ...

έως τη διακλάδωση ... έκτασης συνολικού εμβαδού 60.243,19 τ.μ., που εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο κτηματολογικό διάγραμμα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Χανίων που συντάχθηκε από τον Θ. Χ., πολιτικό μηχανικό και θεωρήθηκε την 24.8.95 από τον Δ/ντή της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ε. Π.. Η απαλλοτρίωση κηρύχτηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη του.

Κατόπιν της από 4.4.96 και με αρ. πρωτ. 99/96 αίτησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος με την υπ' αριθμόν 11/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Στη συνέχεια με την από 18.2.97 και με αριθμό πρωτ. 164/97 αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε από το Εφετείο Κρήτης τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος.

Αντίθετη αίτηση με ημερομηνία 10.7.97 και αρ. πρωτ. 568/97 άσκησαν και οι δικαιούχοι, οι οποίοι εκτός από τον καθορισμό οριστικής τιμής, υψηλότερης της προσωρινής, ζήτησαν και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για ορισμένα από τα εναπομένοντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητά τους. Το Εφετείο Κρήτης με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε κατά ένα μέρος τις αντίθετες αιτήσεις, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος και ιδιαίτερη αποζημίωση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασής του ποσά, για τα ακίνητα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα ..., ....

Την απόφαση αυτή κατά το μέρος με το οποίο καθορίζει ιδιαίτερη αποζημίωση, προσέβαλε με την από 22-4-1998 αίτηση αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο. Η αίτηση κατατέθηκε την 28-4-1998, δηλ. μέσα στην εξάμηνη προθεσμία από τη δημοσίευση της μη επιδοθείσης αναιρεσιβαλλομένης την 11-3-1998, παραδεκτώς και εμπροθέσμως από το Δημόσιο κατά των αντιδίκων του στη δίκη όπου εκδόθηκε η απόφαση.

Συνοδεύεται δε και από την υπ' αριθμ. 608/1998 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί του παραδεκτού της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και του παραδεκτού και βασίμου όλων των λόγων αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν, η μεν πρώτη με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998, η δε δεύτερη, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, οι οποίες έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον το άρθρο 12 του άνω νόμου καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 του άρθρου 13 του ν. 3790/2009 με έναρξη ισχύος 7-8-2009.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 21.3 του ν.δ. 797/71, 144, 145 Κ.Πολ.Δ. ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 319, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω της αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό (Ολ.ΑΠ 7/2013), τούτο δε προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2002 (ΑΠ 1069/2018).

Το άρθρο 13 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" που εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση, ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.

Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία, στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημίαν αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι` ο η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010).

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", μείωση της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971 ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης και αιτιολογίας σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για τον καθορισμό αποζημιώσεων που αφορούν στα εναπομένοντα τμήματα των ιδιοκτησιών ΚΠ ....

Σχετικώς εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέλαβε αιτιολογίες ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως καθόσον αυτή δεν παραθέτει στοιχεία και σκέψεις με βάση τις οποίες ήχθη στην κρίση για το ύψος υποτιμήσεως καθενός εναπομένοντος εξαιτίας της απαλ/σης. Συγκεκριμένα το αναιρεσείον παραπονείται σε σχέση ειδικώς με τις ιδ.

ΚΠ 64, 6, 58, 31 και 99 ότι η παραδοχή ουσιώδους υποτίμησης στηρίχτηκε στη βεβαίωση της απόφασης ότι πριν την απαλ/ση οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες ήταν άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα που μετά την μερική απαλλοτρίωσή τους καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, χωρίς παράθεση στοιχείων που να θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την κρίση για το άρτιο και οικοδομήσιμο (ή μη) αρχικών και εναπομενόντων.

Για την ιδ. ΚΠ … εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το εναπομένον αυτής εμβαδού 42 τ.μ. αποζημιώθηκε ως καθιστάμενο από την απαλ/ση παντελώς άχρηστο, αλλά δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν το όλο ακίνητο ήταν πρόσφορο για οποιαδήποτε χρήση πριν από την απαλ/ση. Η αποζημίωση του εναπομένοντος της ιδ. ΚΠ.. δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, γιατί η υποτίμηση από την απαλ/ση αποδίδεται ειδικότερα στο ότι το εναπομένον καθίσταται επικλινές, χωρίς να εξηγείται με ποιό τρόπο η όποια κλίση του εναπομένοντος θα εμποδίζει την εκμετάλλευσή του.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη 96/1998 απόφασή του αφού συνεκδίκασε, κατά τη δικάσιμο της 4-11-1998 την με αριθμ. κατ. 164/21-2-1997 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και τη με αριθμ. 588/18-7-1997 αίτηση των καθών η προαναφερόμενη αίτηση με τις οποίες ζητείται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων καθώς και των επικειμένων τους, καθώς και ο προσδιορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει τις αντίθετες αιτήσεις κατά τα ειδικότερα σημειούμενα στο διατακτικό της και προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων ακινήτων που απομένουν στους ιδιοκτήτες μετά την απαλλοτρίωση, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ` άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, ότι τα ακίνητα με αριθμ.

ΚΠ ..., που απέμειναν από την απαλλοτρίωση, όπως θα παρατεθούν στη συνέχεια, υπέστησαν μείωση της αξίας τους, προσδιορίζοντας γι` αυτά ιδιαίτερη αποζημίωση κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, δεχόμενο, τελικά, εν μέρει, όλες τις αιτήσεις. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παραπάνω ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία απέμειναν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμόν ...3/24.10.95 απόφαση του Περ/κού Δ/ντή Χανίων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της οδού ..., από τη διακλάδωση ...

έως τη διακλάδωση ... έκτασης συνολικού εμβαδού 6043,19 τ.μ., υπέστησαν μείωση της αξίας τους, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, ως εξής: 1) Περίπτωση ακινήτου Γ. Ι. αρ. … Κτημ. Πίνακα. Η ιδιοκτησία αυτή αρχικά και πριν την απαλλοτρίωση ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο εκτάσεως 2.179,60 τ.μ. Από το μέσον του ακινήτου απαλλοτριώνεται έκταση 1.482,00 τ.μ.

και απομένουν δύο τμήματα δεξιά και αριστερά του απαλλοτριουμένου εκτάσεως 383 και 314 τ.μ. αντιστοίχως, τα οποία είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και ως οικόπεδα ή αγροτεμάχια είναι άχρηστα, η μόνη δε δυνατότητα που παρέχεται στον ιδιοκτήτη είναι να τα πωλήσει σε ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου για επέκταση ή δημιουργία οικοπέδου.

Ο αιτών ζητεί να καθορισθεί αποζημίωση για μείωση της αξίας του εναπομένοντος την οποία υπολογίζει στο ποσό των 6.970.000 δραχμών (ήτοι 697 τ.μ. χ 25.000 δρχ ίσον 17.425.000 δρχ χ 40% ίσον 6.970.000 δρχ). 2) Περίπτωση του ίδιου ιδιοκτήτη Ι. Γ. για το με αριθμ. … ακίνητο του κτημ. πίνακα. Η ιδιοκτησία του πριν την απαλλοτρίωση ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο επιφανείας 5.886 τ.μ.

Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται έκταση 2.458,00 τ.μ. και απομένουν δύο τμήματα δεξιά και αριστερά του απαλλοτριουμένου εκτάσεως 2.773,00 και 655,00 τ.μ. το καθένα. Από αυτά το μεγαλύτερο εκτάσεως 2.773,00 τ.μ. είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο ενώ το μικρότερο δεν είναι και καθίσταται άχρηστο. Ο αιτών ζητεί να του καθορισθεί ως αποζημίωση για μείωση αξίας του εναπομένοντος το ποσό των 6.550.000 δραχμών (ήτοι 655 τ.μ.

χ 25.000 δρχ ίσον 16.375.000 δρχ χ 40% ίσον 6.550.000 δρχ). 3) Περίπτωση ιδιοκτησίας αρ. … του κτημ. πίνακα της Ε. Δ.. Η ιδιοκτησία αυτή πριν από την απαλλοτρίωση είχε έκταση 1.977,00 τ.μ. από αυτήν δε απαλλοτριώνονται 1.875,63 τ.μ. και απομένει τμήμα 120 τ.μ. το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και αχρηστεύεται τελείως ως οικόπεδο.

Επομένως δικαιούται η ιδιοκτήτρια να λάβει τη διαφορά που θα εισέπραττε αν το πωλούσε ως οικόπεδο ενώ τώρα θα πωληθεί σε μειωμένη τιμή λόγω της υποτίμησης της αξίας του. Η αιτούσα ζητεί να καθορισθεί ως αποζημίωση για την ιδιοκτησία αυτή το ποσό των 2.700.000 δραχμών ήτοι 120 τ.μ. χ 25.000 δρχ. χ 90% ίσον 2.700.000 δρχ (βλ.

τεχνική έκθεση αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Π.). 4) Περίπτωση ιδιοκτησίας ... του κτημ. πίνακα του Ε. Π.. Η ιδιοκτησία αυτή πριν από την απαλλοτρίωση είχε επιφάνεια 1.200,99 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο μέσα στα όρια του οικισμού ... Μετά την απαλλοτρίωση απομένει οικόπεδο με εμβαδόν 494,62 τ.μ. το οποίο όμως λόγω του σχήματος που αποκτά (τρίγωνο) δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση της επιτρεπομένης δόμησης και καλύψεώς του.

Για την ιδιοκτησία αυτή ζητείται αποζημίωση 5.557.500 δραχμών ήτοι 494 τ.μ. χ 25.000 δρχ ίσον 12.350.000 χ 45% ίσον 5.557.500 δραχμές (βλ. τεχνική έκθεση αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Π.). 5) Περίπτωση ιδιοκτησίας αριθ. … του κτημ. πίνακα του Κ. Φ.. Πριν την απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία ήταν οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 2.521,00 τ.μ.

Με τη συντελούμενη απαλλοτρίωση απομένουν δεξιά και αριστερά του απαλλοτριουμένου δύο τμήματα εκτάσεως 280,00 και 601,00 τ.μ. τα οποία είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα καθιστάμενα παντελώς άχρηστα ακατάλληλα ακόμη και για γεωργική εκμετάλλευση. Υπάρχει συνεπώς μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 50% η οποία ανέρχεται, σύμφωνα με την αίτηση, σε 11.012.500 δρχ ήτοι 881,00 τ.μ.

χ 25.000 δρχ το τ.μ. ίσον 22.025.000 δρχ. χ 50% ίσον 11.012.500 δραχμές (βλ. σχετ. τεχνική έκθεση του μηχανικού Ε. Π.). 6) Περίπτωση της ιδιοκτησίας με αριθ. … του κτημ. πίνακα εκτάσεως 156 τ.μ. Από αυτήν απαλλοτριώνονται 114 τ.μ. και απομένει τμήμα 42 τ.μ. που είναι παντελώς άχρηστο. Ζητείται να καταβληθεί ολόκληρη η αξία του ακινήτου και συγκεκριμένα το ποσό των 3.900.000 δραχμών ήτοι 156 τ.μ.

χ 25.000 δρχ το τ.μ. 7) περίπτωση ιδιοκτησίας με αρ…. του κτημ. πίνακα που φέρεται ότι ανήκει στον Α. Ε.. Η αρχική έκταση ήταν 7 στρέμματα και από αυτήν απαλλοτριώνεται τμήμα εκτάσεως 1.417 τ.μ. στο οποίο υπάρχουν μεγάλες ελιές, λόγω δε της απαλλοτριώσεως το έδαφος του ακινήτου θα γίνει επικλινές και το εναπομένον τμήμα θα υποστεί μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 40% η οποία, σύμφωνα με την αίτηση ανέρχεται σε 33.498.000 δραχμές ήτοι 5.583 τ.μ.

χ 15.000 δρχ το τ.μ. ίσον 83.745.000 δρχ. χ 40% ίσον 33.498.000 δραχμές (βλ. σχετ. τεχνική έκθεση του αρχιτ. Μηχανικού Ι. Π.). Με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, καθώς και τα λοιπά έγγραφα σχετικά με τα ακίνητα και τα επ' αυτών επικείμενα συστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες η πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων και η απομείωση της αξίας των εναπομεινάντων στους ιδιοκτήτες τμημάτων των ακινήτων τους, χωρίς να ληφθεί υπόψη τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τούτων εξαιτίας της κηρύξεως ή της εξαγγελίας της προκειμένης απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου για το οποίο κηρύχθηκε αυτή και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, με την οποία ο δικαιούχος μπορεί να αντικαταστήσει τα απαλλοτριούμενο με άλλα ισάξια, πρέπει να προσδιορισθεί οριστικώς στα παρακάτω ποσά:...

Περαιτέρω με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα θα πρέπει να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα προαναφερόμενα ακίνητα που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση και τα οποία υφίστανται σημαντική υποτίμηση της αξίας τους ή καθίστανται άχρηστα για τη χρήση για την οποία προορίζονται και γενικά υποβαθμίζονται λόγω του κατακερματισμού τους και της μειώσεως του εναπομένοντος χώρου λειτουργίας τους, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αιτήματος του Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για κανένα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα.

Η αποζημίωση αυτή θα πρέπει να καθορισθεί ως ακολούθως: 1) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν…. σε 3.500.000 δραχμές, 2) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 3.300.000 δραχμές, 3) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 1.200.000 δραχμές, 4) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 15.000.000 δραχμές, 5) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν.

… σε 4.500.000, 6) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν…. σε 5.400.000 δραχμές, 7) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. … σε 15.000.000 δραχμές + 2.000.000 δραχμές κατ' αποκοπή για την κατασκευή τοιχείων αντιστήριξης, 8) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 9.600.000 δραχμές, 9) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν…. σε 8.000.000 δραχμές, 10) Για το ακίνητο με αριθ.

κτημ. πιν. … σε 3.200.000 δραχμές, 11) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 1.500.000 δραχμές για την αντικατάσταση του μαντρότοιχου, 12) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. …. σε 20.000.000 δραχμές, 13) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. …σε 18.000.000 δραχμές, 14) Για το ακίνητο με αριθ. κτημ. πιν. … σε 5.300.000 δραχμές... Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα όλων των ακινήτων, των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ούτε παραβίασε, εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη, του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, δέχεται ότι τα ακίνητα αυτά είχαν, πριν από την απαλλοτρίωση, ως προορισμό, με βάση τη θέση τους και το εμβαδόν τους, την οικοδόμηση και επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για (σημαντική) μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, επειδή αυτά έχουν καταστεί μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.

Επιπροσθέτως, το Εφετείο, αναφέρει ποίο είναι το εμβαδόν των συγκεκριμένων απαλλοτριωμένων ακινήτων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα εν λόγω ακίνητα ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν στην περιοχή, ποία από αυτά, μετά την απαλλοτρίωση, κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα ώστε να μπορεί, τελικά, να ελεγχθεί αν υπήρχαν ή όχι οι όροι των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Όσον αφορά τα με αριθμ. ΚΠ ... η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι πέραν του ότι τα εναπομείναντα τμήματα είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα καθίστανται άχρηστα και ως αγροτεμάχια λόγω του μικρού εμβαδού τους εξαιτίας του οποίου δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευσή τους ως αγροκτήματα. Επίσης όσον αφορά το με αριθμ.

ΚΠ … αναφέρει ότι αυτό πριν την απαλλοτρίωση ήταν 156 τ.μ. μετά δε από αυτή απέμεινε τμήμα που είναι παντελώς άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση. Τέλος όσον αφορά το με ΚΠ … στο οποίο υπάρχουν μεγάλες ελιές η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι το έδαφος λόγω της απαλλοτριώσεως θα γίνει επικλινές και το εναπομείνον θα υποστεί μείωση της αξίας κατά ποσοστό 40%.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 και, ως εκ τούτου, αφού δεν στέρησε την απόφασή του και από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την αποζημίωση των εναπομεινασών ιδιοκτησιών με αρ. ΚΠ ... ... την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως δηλ. του κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 13 ν.δ. 797/71 (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου). Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το εναπομένον της ιδ. ΚΠ… αποζημιώθηκε με την αιτιολογία ότι τούτο με "την ανύψωση του επιπέδου του δρόμου...

γίνεται χαμηλότερο κατά 10 μέτρα από το επίπεδο του δρόμου". Όμοια η αιτιολογία αποζημιώσεως του εναπομένοντος της ιδ. ΚΠ …συνίσταται στο ότι "με τη διαπλάτυνση και την ανύψωση του επιπέδου του δρόμου δημιουργείται υψομετρική διαφορά 10 μέτρων στο εν λόγω οικόπεδο". Η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα των ιδ.

ΚΠ ... στηρίχτηκε στην παραδοχή ότι τούτα θα παρουσιάσουν υψομετρική διαφορά και με αυτό τον τρόπο θα υποστούν μείωση της αξίας τους. Αναμφίβολα, η υποτίμηση εδώ δεν ανάγεται αιτιακά στην ίδια τη συντέλεση της απαλ/σης που είναι καθαρά νοητό φαινόμενο συνιστάμενο στην απώλεια της κυριότητας του καθ' ου η απαλ/ση και στην απόκτηση κυριότητας από τον υπερού η απαλ/ση.

Αποδίδεται στην κατασκευή του έργου όπου αποσκοπεί η απαλ/ση, και το ίδιο ισχύει και στις άλλες περιπτώσεις για τις ιδιαίτερες αποζημιώσεις των ιδ. ΚΠ ... …. Ειδικώς για την ιδ. ΚΠ … αποζημιώνεται το εναπομένον για τη ζημία που θα υποστεί λόγω μελλοντικής κατεδάφισης τοίχου αντιστήριξης από πέτρες. Προφανώς, περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη ζημία από την κατασκευή του έργου και όχι τη συντέλεση της απαλ/σης.

Τέτοιου είδους ζημία δεν αποκαθίσταται κατά τη διαδικασία των απαλ/σεων. Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτου όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημιώσεως είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της περ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι "δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου".

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι` ο η απαλλοτρίωση.

Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση που η αποζημίωση που δόθηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με την προσβαλλόμενη καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου σωστά δόθηκε και όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον κρίνονται απορριπτέα και, ως εκ τούτου, αφού το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 220/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιοκτησία με αρ. ΚΠ …. την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, για μη κήρυξη παρά το νόμο απαραδέκτου λόγω της αοριστίας του αιτήματος για καταβολή αποζημίωσης γιατί στην αίτηση αποζημιώσεως του εικαζόμενου ιδιοκτήτη δεν διατυπώθηκε συγκεκριμένο αιτούμενο ποσό αποζημίωσης, ούτε αναφέρθηκε αν μειώνεται η αξία εναπομένοντος τμήματος, ούτε το εμβαδόν της έκτασης που αφαιρείται και της έκτασης που απομένει.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ιδιοκτήτης της ΚΠ … ιδιοκτησίας στην από 10-7-1997 (αρ. καταθ. 568/97 ) αίτησή του αναφέρει ότι "Ως προς την ιδιοκτησία … του Κτηματολογικού Πίνακος, που ανήκει στον Π.

Γ. από την συντελούμενη απαλλοτρίωση ρυμοτομούνται 850 + 540 τ.μ. ήτοι 1.390 τ.μ. Εκ των ανωτέρω 1.390 τ.μ. θα πρέπει να αποζημιωθούν και να πληρωθούν τα 540 τ.μ. που ευρίσκονται πέραν της δεκάμετρης λωρίδας αυτοπαποζημιώσεως, όπως τούτο προκύπτει από την τεχνική έκθεση του Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ε. Π.". Με αυτό το περιεχόμενο το συγκεκριμένο αίτημα είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως καθόσον δεν διατυπώθηκε συγκεκριμένο αιτούμενο ποσό αποζημίωσης, ούτε αναφέρθηκε αν μειώνεται η αξία εναπομένοντος τμήματος, ούτε το εμβαδόν της έκτασης που αφαιρείται και της έκτασης που απομένει και ότι αν η έκταση αυτή κείται εκτός απαλλοτρίωσης ή αποτελεί τμήμα της απαλλοτριούμενης έκτασης.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι βάσιμος. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ιδιοκτησία με αρ. ΚΠ … την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, της επιδίκασης μη αιτηθέντος, η οποία συνίσταται στην αιτίαση ότι καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση χωρίς να ζητηθεί τέτοιου είδους αποζημίωση.

Συγκεκριμένα προβάλλεται ότι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης Γ. Π. ζήτησε αποζημίωση ειδικώς για 540 τ.μ. που όμως δεν κείνται εκτός απαλλοτριούμενης εκτάσεως, όπως εσφαλμένα εξέλαβε το Δικαστήριο, αλλά αποτελούν μαζί με άλλα 850 τ.μ. το σύνολο της απαλλοτριούμενης εκτάσεως εμβαδού 1390 τ.μ., κατά τη ρητή δήλωση του ενδιαφερομένου.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ως προς την ιδιοκτησία ΚΠ … κρίθηκε βάσιμο το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και συνεπώς παρέλκει η έρευνα της εν λόγω αιτίασης που αφορά το ίδιο κεφάλαιο.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση για την αποζημίωση του εναπομείναντος της ιδιοκτησίας με αρ. ΚΠ …, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο αποδοχής πραγμάτων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Η αιτίαση συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο δέχτηκε τον ισχυρισμό του εικαζόμενου ιδιοκτήτη της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, περί του ότι το εναπομένον καθίσταται από την απαλλοτρίωση επικλινές, χωρίς απόδειξη, αφού από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει σε ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα στήριξε την ως άνω κρίσιμη παραδοχή το Δικαστήριο.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της αίτησης των αναιρεσιβλήτων και των λοιπών προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το δικαστήριο όσον αφορά τη με αριθμ. ΚΠ … ιδιοκτησία δέχθηκε ότι "Η αρχική έκταση ήταν 7 στρέμματα και από αυτήν απαλλοτριώνεται τμήμα εκτάσεως 1.417 τ.μ.

στο οποίο υπάρχουν μεγάλες ελιές, λόγω δε της απαλλοτριώσεως το έδαφος του ακινήτου θα γίνει επικλινές και το εναπομένον τμήμα θα υποστεί μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 40% η οποία, σύμφωνα με την αίτηση ανέρχεται σε 33.498.000 δραχμές ήτοι 5.583 τ.μ. χ 15.000 δρχ το τ.μ. ίσον 83.745.000 δρχ. χ 40% ίσον 33.498.000 δραχμές (βλ.

σχετ. τεχνική έκθεση του αρχιτ. Μηχανικού Ι. Π.)...", δηλαδή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό αφού έλαβε υπόψη του πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων και τη σχετική τεχνική έκθεση του αρχιτ. Μηχανικού Ι. Π., που προσκομίσθηκε. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να γίνει εν μέρει ουσιαστικά δεκτό το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ως προς την με αριθμ ΚΠ … ιδιοκτησία και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Οι υπόλοιποι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους που χάνουν τη δίκη, μειωμένα όμως, τόσο σε περίπτωση ήττας του Δημοσίου όσο και σε περίπτωση νίκης αυτού (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, παρ. 2 της με αριθμό 134423/1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, άρθρο 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 - ΑΠ 104/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ` απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/ 2001 - ΑΠ 148/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 22-4-1998 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 96/1998 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 96/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια και συγκεκριμένα ως προς την με αριθμ. ΚΠ …. ιδιοκτησία.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές προς περαιτέρω εκδίκαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ