Legislator Case Law & Legislation
687/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of claim for damages due to issuance of uncashed checks. The court found the lower court erred in applying substantive law regarding causation and illegality. The case is remanded for further trial.

Case Number 687/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's dismissal of a damages claim arising from the issuance of uncashed checks. The appellant argued that the lower court incorrectly severed the causal link between the defendant's failure to hold funds and the plaintiff's loss, despite the plaintiff becoming a lawful holder through endorsement. The court agreed, ruling that the defendant's illegal act remained actionable against the plaintiff as the debt followed the holder, and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297-298, 914 of the Civil Code; Article 79 of Law 5960/1933: The issuance of uncashed checks constitutes an illegal act; if the plaintiff becomes a lawful holder through endorsement, the causal link between the issuer's fault and the holder's loss is maintained, allowing for liability.

Keywords

AI generated
uncashed checks liability civil code causation endorsement holder rights illegal act damages remand for retrial banking law negligence supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 128 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 79 of Law 5960/1933
Article 1 of Law 1325/1972
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 687 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 687/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πραματευτάκη με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: ...., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 456/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, την αναίρεση της 456/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και την παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την αναιρεσίβλητη (άρθρο 128 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνης που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.

Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007). Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, 25/2007).

Για τη θεμελίωση αυτής της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο εκδότης -εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια στην πωλήτρια τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα στην οκταήμερη προθεσμία με αφετηρία την αναγραφόμενη επί του σώματος αυτής (επιταγής) ημεροχρονολογίας εκδόσεως της.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να συντελείται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη), στις 17-8-2001, εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), πέντε τραπεζικές επιταγές, (συνολικού ποσού 16.419,66 ευρώ) με πληρώτριες τις τράπεζες Λαϊκή και Κύπρου.

Ο ενάγων στη συνέχεια με οπισθογράφηση μεταβίβασε τις τρεις από τις επιταγές στην ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, τη μία στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και την τελευταία στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Οι κομίστριες αυτές εμφάνισαν τις επιταγές στις πληρώτριες τράπεζες, οι οποίες αρνήθηκαν την πληρωμή τους - βεβαιώνοντας τούτο στο σώμα των επιταγών, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια της εκδότριας.

Επομένως ο ενάγων δεν είναι ο τελευταίος κομιστής που εμφάνισε τις επιταγές προς πληρωμή και συνακόλουθα η ζημία του δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπραξία της εναγομένης, λόγω εκδόσεως των ακαλύπτων επιταγών. Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή.

Έτσι όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297 - 298, 914 του ΑΚ 40, 41 και 79 παρ. 1 του ν. 1560/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και όπως ίσχυε το τελευταίο πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον ο αναιρεσείων, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, κατέστη νόμιμος κομιστής των επιταγών, μετά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή από τις προηγούμενες εξ οπισθογραφήσεως κομίστριες τούτων (επιταγών) τράπεζες, η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης από την παράλειψή της να έχει διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής των επιταγών δεν έπαυσε να είναι και έναντι αυτού παράνομη, αφού οι υποχρεώσεις από επιταγή παρακολουθούν τον εκάστοτε φορέα των από αυτή δικαιωμάτων και συνεπώς υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της ζημίας του αναιρεσείοντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 456/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ