Legislator Case Law & Legislation
687/2008 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for violating Article 226 of the Civil Code regarding unilateral declaration invalidity.

Case Number 687/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial by a different panel. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 226 of the Civil Code, which renders a unilateral declaration void if the counterparty rejects it without valid delay. The court found the appeal court erred by failing to recognize that the three-day gap between service of the declaration and the rejection constituted valid delay under good faith principles. Consequently, the court held the lower court violated substantive law and ordered the appellant to be awarded legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 226 of the Civil Code; A unilateral declaration made without displaying a power of attorney document is void if the counterparty rejects it without valid delay. The court established that a delay is invalid if the counterparty reasonably requires time to seek legal advice and draft a response, particularly in complex legal matters.

Keywords

AI generated
unilateral declaration power of attorney valid delay good faith principles Civil Code Article 226 unilateral notification legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 5960/1933
Article 13 of Law 5960/1933
Article 226 of the Civil Code
Article 551(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 687 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 687/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε-Εισηγητή και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευτυχία Σαρακατσάνη.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Δαούτη και Παναγιώτη Ζαχόπουλο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1391/2003 ανακοπή και τους από 10-7-2003 προσθέτους λόγους της ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5358/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 11 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν 5960/1933 ουσιώδες στοιχείο της επιταγής, με την έννοια ότι η έλλειψή του καθιστά τον τίτλο άκυρο, είναι, μεταξύ άλλων, η χρονολογία εκδόσεώς της. Εξάλλου, ο νόμος (άρθρο 13 ν 5960/1933) αναγνωρίζει τη δυνατότητα εκδόσεως λευκής επιταγής, ήτοι επιταγής που εμφανίζει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων ουσιωδών στοιχείων, στη συμπλήρωση των οποίων εξουσιοδοτείται ο λήπτης ή ο μετά από αυτόν κομιστής με σχετική συμφωνία μεταξύ του εκδότη και του λήπτη.

Αν η συμπλήρωση της λευκής επιταγής γίνει αντισυμβατικώς ο εκδότης προστατεύεται με σχετική ένσταση, την οποία μπορεί να προβάλει με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής που τυχόν έχει εκδοθεί με βάση την επιταγή. Εξάλλου, το άρθρο 226 ΑΚ ορίζει ότι μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη, αν ο άλλος προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Από την διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και σε οιονεί δικαιοπραξίες, όπως είναι η προβλεπόμενη από σύμβαση αναγγελία ενέργειας που πρόκειται να επιχειρηθεί από έναν από τους συμβαλλομένους, προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της αποκρούσεως της δηλώσεως χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως.

Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ σκοπεί στην προστασία του συμφέροντος του λήπτη της δηλώσεως να μην περιέρχεται με μονομερή ενέργεια άλλου προσώπου σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με έννομη σχέση που τον αφορά. Γι' αυτό η επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου πρέπει να είναι πραγματική. Έτσι, αν η δήλωση επιχειρείται με επίδοση εγγράφου με δικαστικό επιμελητή και ο προς ον απευθύνεται είναι απών (επίδοση με θυροκόλληση), δεν υπάρχει επίδειξη, αν επιδοθεί μόνον η δήλωση και δεν συνεπιδοθεί το πληρεξούσιο έγγραφο, έστω και αν ο δικαστικός επιμελητής ήταν εφοδιασμένος με το έγγραφο αυτό.

Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις, το ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων την υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου Ψ1 εκδόθηκε η 1387/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Χ1 να καταβάλει στον αντίδικό του το ποσό των 586.940,76 ευρώ.

Ο αναιρεσείων άσκησε κατ' αυτής ανακοπή, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι η συμπλήρωση της επιταγής κατά το στοιχείο της ημερομηνίας εκδόσεώς της έγινε αντισυμβατικώς, και, επομένως, ακύρως και ότι, κατ' ακολουθίαν της ακυρότητας αυτής η επιταγή εστερείτο ημερομηνίας εκδόσεως, ήτοι εστερείτο στοιχείου που είναι απαραίτητο για το κύρος της.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε συμφωνήσει με τον Γ1, σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή, ότι προϋπόθεση της συμπληρώσεως της ημερομηνίας της επιταγής ήταν να αναγγελθεί προηγουμένως τούτο στον εκδότη. Ότι την 11/2/2003 επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η από 10/2/2003 δήλωση-αναγγελία, υπογραφόμενη από τον δικηγόρο Παν.

Ζαχόπουλο ως πληρεξούσιο του κομιστή της αναιρεσιβλήτου, με την οποία του αναγγελόταν η πρόθεση του τελευταίου να συμπληρώσει την επιταγή ως προς το σημείο της ημερομηνίας εκδόσεώς της, θέτοντας ως τέτοια την 13/2/2003, και ότι κατά την ημέρα αυτή (13/2/2003) εμφάνισε την επιταγή προς είσπραξη στην πληρώτρια τράπεζα.

Ότι η επίδοση της αναγγελίας έγινε την 11/2/2003 και ώρα 14.30' με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του αναιρεσείοντος από την οικία του, ότι αυτός έλαβε γνώση την επόμενη (12/2/2003), όταν επέστρεψε στην οικία του, ότι απέκρουσε την εν λόγω αναγγελία, ως γενόμενη χωρίς επίδειξη πληρεξουσίου εγγράφου, με την από 13/2/2003 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, κάτοικο Θεσσαλονίκης, την Δευτέρα 17/2/2003 και ότι η απόκρουση αυτή έγινε χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ενόψει του ότι ο χρόνος μέχρι την 17/2/2003 ήταν ο απολύτως αναγκαίος, αν ληφθούν υπόψη οι συντρέχουσες περιστάσεις.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Δυνάμει του από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του μη διάδικου Γ1, ο πρώτος αναγνώρισε ότι οφείλει στο δεύτερο κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, δηλαδή ως οφειλή ανεξάρτητη από την αιτία του χρέους, όπως ρητά αναφέρεται στο συμφωνητικό το ποσό των 200.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί ατόκως εντός δύο ετών το αργότερο από την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού.

Προς εξασφάλιση της εξόφλησης της ανωτέρω οφειλής ο ανακόπτων εξέδωσε σε διαταγή του Γ1 την υπ' αριθμ. ..... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας ποσού 200.000.000 δραχμών, με λευκή ημερομηνία έκδοσης. Στο εν λόγω συμφωνητικό αναφέρονται, σε σχέση με την ως άνω επιταγή, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Ο Χ1 παρέχει δια του παρόντος στο λήπτη της επιταγής Γ1 την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, που ισχύει και στις διατάξεις των άρθρων 223 και 726 Α.Κ, καθώς και σε περίπτωση διαδοχής ή μεταβολής στο πρόσωπο του εντολέως ή του εντολοδόχου, να συμπληρώσει τη λευκή ημερομηνία εκδόσεως της ανωτέρω επιταγής προς εμφάνιση και πληρωμή της, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της προηγούμενης αναγγελίας στον οφειλέτη, που θα γίνει με εξώδικη δήλωση του λήπτη της επιταγής στη διεύθυνση κατοικίας του Χ1, όπως ορίζεται παραπάνω και εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί τυχόν αλλαγή της με εξώδικη δήλωση του Χ1.

Με την είσπραξη της εν λόγω επιταγής εξοφλείται πλήρως η υπάρχουσα οφειλή και τακτοποιείται κάθε σχετική εκκρεμότητα". Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε από τον Γ1 στην τράπεζα ALPHA BANK ως λευκή επιταγή, στις 18-12-2001, όχι προς πληρωμή, αλλά για να ισχύσει σε ευρώ, στη συνέχεια δε ο προαναφερόμενος λήπτης αυτής την μεταβίβασε στον καθού η ανακοπή Ψ1 με λευκή οπισθογράφηση και κατ' αυτόν τον τρόπο ο τελευταίος έγινε νόμιμος κομιστής αυτής από οπισθογράφηση.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο καθού η ανακοπή, μετά την προς αυτόν οπισθογράφηση της επιταγής, κάνοντας χρήση του προαναφερθέντος σχετικού όρου του από ...... ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους, ανήγγειλε στον ανακόπτοντα, με την από 10-2-2003 εξώδικη αναγγελία, δήλωση και πρόσκληση του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν την 11-2-2003 (βλ.

την υπ' αριθμ. .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .....), ότι προτίθεται να συμπληρώσει την ως άνω λευκή επιταγή ως προς την ημερομηνία έκδοσής της, ακολούθως δε συμπλήρωσε αυτήν θέτοντας ως ημερομηνία εκδόσεως την 13-2-2003. Τέλος, είναι αληθές ότι η σχετική από 10-2-2003 δήλωση-αναγγελία συμπλήρωσης της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής δεν έγινε προσωπικά από τον καθού η ανακοπή, κομιστή της επιταγής, αλλά από το δικηγόρο Παναγιώτη Ζαχόπουλο.

Κατά την επίδοση όμως της εξώδικης αναγγελίας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., δεν βρέθηκε στην κατοικία του ο ανακόπτων, ούτε κάποιος σύνοικος ή υπηρέτης αυτού, με αποτέλεσμα ο δικαστικός επιμελητής να προβεί σε θυροκόλληση της εξώδικης αναγγελίας, η οποία εστάλη αμέσως ταχυδρομικά κατά το άρθρο 128 παρ. 4β Κ.Πολ.Δ στον καθού ο οποίος και έλαβε αμέσως γνώση του περιεχομένου της χωρίς επιφύλαξη.

Συνεπώς, κατά τη θυροκόλληση δεν υπήρχε η δυνατότητα να επιδείξει προς αυτόν το πληρεξούσιο έγγραφο, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 226 του ΑΚ. Σημειώνεται ότι ο καθού η ανακοπή προσκομίζει το με ημερομηνία 10-2-2003 έγγραφο με το χαρακτηρισμό "ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ", από το κείμενο του οποίου προκύπτει ότι είχε χορηγήσει στο δικηγόρο Παναγιώτη Ζαχόπουλο την πληρεξουσιότητα να προβεί στην προς τον ανακόπτοντα κοινοποίηση της προαναφερόμενης εξώδικης αναγγελίας και υποστηρίζει ότι το εν λόγω έγγραφο κατείχε ο δικαστικός επιμελητής κατά την επίδοση της εξώδικης αναγγελίας, πλην όμως δεν είχε τη δυνατότητα να το επιδείξει, λόγω της απουσίας του ανακόπτοντος και της επακολουθήσασας θυροκόλλησης αυτής.

Και αν ακόμη όπως θεωρηθεί ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν ήταν εφοδιασμένος με το εν λόγω πληρεξούσιο και ο ανακόπτων είχε δικαίωμα, λόγω της μη επίδειξης προς αυτόν του πληρεξουσίου εγγράφου, να αποκρούσει την αναγγελία, η απόκρουση αυτή, ενόψει του ότι όπως προαναφέρθηκε αμέσως έλαβε γνώση, φέρει ημερομηνία 13-2-2003, δηλαδή δύο ημέρες μετά την επίδοση της αναγγελίας και ενώ μπορούσε να σταλεί με ΦΑΞ σε δικαστικό επιμελητή Θεσσαλονίκης και να επιδοθεί στον καθού την ίδια μέρα ή να επιδοθεί την ίδια ημέρα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού Παναγιώτη Ζαχόπουλο δικηγόρο Αθηνών, κοινοποιήθηκε με υπαίτια καθυστέρηση στις 17-2-2003, έξι μέρες δηλαδή μετά την προς αυτόν επίδοση της εξώδικης αναγγελίας.

Επομένως...ο ανακόπτων δεν αντέδρασε άμεσα και μέσα στα χρονικά όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, όπως αυτός συμπληρώθηκε με πρόσθετους λόγους, κρίνοντας κυρίως μεν ότι λόγω της απουσίας του αναιρεσείοντος κατά την επιχειρηθείσα επίδοση της αναγγελίας με δικαστικό επιμελητή και της συνακόλουθης αντικειμενικής αδυναμίας να γίνει πραγματική επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου αρκούσε το γεγονός ότι ο δικαστικός επιμελητής κατά την διενεργηθείσα θυροκόλληση είχε εις χείρας του το εν λόγω έγγραφο, το οποίο όμως δεν συνεπέδωσε, επικουρικώς δε ότι, σε κάθε περίπτωση ο αναιρεσείων δεν απέκρουσε την αναγγελία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αφού δεν αντέδρασε άμεσα και μέσα στα χρονικά όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και, επομένως, δεν είναι άκυρη η αναγγελία αυτή.

Έτσι κρίνοντας όμως το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 226 ΑΚ. Κατά μεν την κύρια αιτιολογία του διότι, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτές, απέκλεισε την εφαρμογή τους, δεχόμενο ότι αρκεί για το στοιχείο της επιδείξεως του πληρεξουσίου εγγράφου το γεγονός ότι το κατείχε ο ενεργών την επίδοση προς απόντα δικαστικός επιμελητής, κατά δε την επικουρική, διότι εσφαλμένως υπήγαγε στην κατά το άρθρο 226 ΑΚ (νομική) έννοια της υπαίτιας καθυστερήσεως περιστατικά που δεν συνιστούν τέτοια καθυστέρηση.

Πράγματι, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε αυτό, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι τρεις εργάσιμες ημέρες που μεσολαβούσαν μεταξύ της επιδόσεως του εγγράφου της αναγγελίας προς τον αναιρεσείοντα και της επιδόσεως του εγγράφου της αποκρούσεως της προς τον αντίδικό του ήταν ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για την λήψη σχετικής νομικής συμβουλής, απαιτούμενης ενόψει των περιστάσεων και ιδίως του εμφανιζόμενου δυσχερούς νομικού θέματος, τη σύνταξη έγγραφης απαντήσεως, την αποστολή του εγγράφου στην Θεσσαλονίκη και την ανεύρεση τοπικώς αρμοδίου δικαστικού επιμελητή.

Κατ' ακολουθίαν είναι βάσιμος ο σχετικός, εκ του άρθρου 551 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά τα μέρη του, με τα οποία, όπως αυτά εκτιμώνται, προβάλλεται από διάφορες εκδοχές η εν λόγω παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 5358/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ