Legislator Case Law & Legislation
686/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on commercial property and debt collection.

Case Number 686/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Rhodes' final judgment regarding bankruptcy proceedings. The appellant argued for specific legal interpretations, but the court found the lower court correctly applied the Commercial Code and Bankruptcy Code to establish the appellant's commercial status and liability. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant's security deposit was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 of Law 3588/2007 and Article 2 of Royal Decree 2/1835; The court must determine commercial status and bankruptcy capacity based on factual evidence, rejecting appeals that misapply these provisions to deny bankruptcy jurisdiction.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings commercial status appeal dismissal debt collection commercial code bankruptcy capacity state treasury

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of Law 3588/2007
Article 2 of Royal Decree 2/1835
Article 1 of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 686/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ρόδου, που κατοικοεδρεύει στη Ρόδο, 2) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου ΣΥΝΠΕ Υπό Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο, ενώ οι 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και της Κ. Δ. του Ε., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 25-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3/2023), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 106/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρών, με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE" και "Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου ΣΥΝΠΕ Υπό Ειδική Εκκαθάριση", αντίστοιχα.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 557/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 456/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. 5910β/20-12-2024 και 4221ΣΤ/20-12-2024 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Μ. Β. και Α. Δ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω η αναίρεση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη περίπτωση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. Α` 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν. έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις.

Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος της 2/15.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.

Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν όμως και μετά τη παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στη περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα.

Ακόμη υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές-πωλητές ειδών τέχνης κλπ, καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα.

Στο πρόσωπο των χαρακτηριζόμενων ως μικρεμπόρων δεν συντρέχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Κριτήρια αποτελούν ως εκ τούτου ιδίως η έλλειψη καταστήματος ή εμπορικής επιχείρησης, η απουσία απασχόλησης προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επένδυσης κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 673/2022, ΑΠ 3/2021).

Το χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 1208/2017). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά τη παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους.

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Άρα, κρίσιμο ζήτημα ως προς την εφαρμογή του ν. 3869/2010 αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, κυρίως κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης και όχι η εμπορικότητα ή μη του επίμαχου χρέους (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 107/2024, ΑΠ 1336/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 71/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024).

Από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: ''....... ο 1ος εφεσίβλητος, που γεννήθηκε το έτος 1959, είναι έγγαμος από το 1979, με την 2η εφεσίβλητη, που γεννήθηκε το έτος 1965, και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τρία ενήλικα πλέον τέκνα, τον Δ., την Ε.

και την Α. Διαμένουν σε κτίσμα έκτασης 208,19 τμ., κείμενο εντός αγρού επιφάνειας 8.657,60 τ.μ., στη θέση ... του Δήμου ..., που περιήλθε στην κυριότητα του 1ου εφεσιβλήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1993 πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρόδου Σ. Π.-Σ., όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. ...-2002 πράξη της συμβολαιογράφου Καρπάθου Χ.

Κ.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και αριθμό ... Ο 1° εφεσίβλητος διατηρεί ατομική επιχείρηση στη Κάρπαθο, με έναρξη εργασιών στις 08-01-2007. Κύρια δραστηριότητα της επιχείρησής του είναι οι υπηρεσίες ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό ιδιοκτήτη.

Ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, με έναρξη στις 20-06-2017, έχει τις υπηρεσίες ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό μη ιδιοκτήτη. Επίσης είναι μέλος με ποσοστό 50% στη συμπλοιοκτησία με την επωνυμία "Α. Γ.-Β. Δ.", από 20-11-1989, ενώ στο παρελθόν υπήρξε ομόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 20% στην εταιρία με την επωνυμία "Α.

Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." από 13-05-1992 έως 13-11-1997. Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των συζύγων διαμορφώθηκε, με βάση τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 2003 έως 2017 ως εξής: 1] για το οικονομικό έτος 2003 του αιτούντος στο ποσό των 5.255,41 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 4.437,29 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 9.692,70 ευρώ, 2] για το οικονομικό έτος 2004 του αιτούντος στο ποσό των 11.418,40 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 4.437,29 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 15.855,69 ευρώ, 3] για το οικονομικό έτος 2005 του αιτούντος στο ποσό των 7.952,12 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 3.704,94 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 11.657,06 ευρώ, 4] για το οικονομικό έτος 2006 του αιτούντος στο ποσό των 12.571,32 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 8.100 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 20.671,32 ευρώ, 5] για το οικονομικό έτος 2007 του αιτούντος στο ποσό των 13.423,52 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 7.740 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 21.163,52 ευρώ, 6] για το οικονομικό έτος 2008 του αιτούντος στο ποσό των 20.360,69 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 7.980 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 28.340,69 ευρώ, 7] για το οικονομικό έτος 2009 του αιτούντος στο ποσό των 22.317,12 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 7.087 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 29.404,12 ευρώ, 8] για το οικονομικό έτος 2010 του αιτούντος στο ποσό των 27.680,55 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 8.322 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 36.002,55 ευρώ, 9] για το οικονομικό έτος 2011 του αιτούντος στο ποσό των 29.998,83 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 8.322 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 38.320,83 ευρώ, 10] για το οικονομικό έτος 2012 του αιτούντος στο ποσό των 20.454,47 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 6.612 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 27.066,47 ευρώ, 11] για το οικονομικό έτος 2013 του αιτούντος στο ποσό των 24.153,49 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 6.270 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 30.423,49 ευρώ,12] για το οικονομικό έτος 2014 του αιτούντος στο ποσό των 22.764,46 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 3.420 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 26.184,46 ευρώ, 13] για το φορολογικό έτος 2014 του αιτούντος στο ποσό των 13.480,95 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 3.420 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 16.900,95 ευρώ, 14] για το φορολογικό έτος 2015 του αιτούντος στο ποσό των 20.630,26 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 2.280 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 22.910,26 ευρώ, 15] για το φορολογικό έτος 2016 του αιτούντος στο ποσό των 23.043,83 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 1.140 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 24.183,83 ευρώ και 16] για το φορολογικό έτος 2017 του αιτούντος στο ποσό των 22.186,72 ευρώ και της συζύγου στο ποσό των 1.140 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 23.326,72 ευρώ.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, ο 1ος εφεσίβλητος είχε αναλάβει τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες σημειωτέον θεωρούνται ληξιπρόθεσμες από την υποβολή της αίτησης και υπολογίζονται με τη τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτών, πλην των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων απαιτήσεων, που εξακολουθούν να παράγουν τόκους με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (6 παρ. 3 του ν. 3869/2010): 1) Ενυπόθηκο στεγαστικό δάνειο, ποσού 60.000 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. 46/27-02-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 69.134,88 ευρώ.

Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 3ης εφεσίβλητης υποθήκη ποσού 156.250 ευρώ επί του αγρού, επιφάνειας 8.657,60 τ.μ. στη θέση ... του Δήμου ..., στο Υποθηκοφυλακείο ..., με αριθμό ...-2009. 2) Πρόσθετη σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 89.447,13 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 106.202,76 ευρώ. 3) Ενυπόθηκο προσωπικό δάνειο, ποσού 20.000 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2006 σύμβασης, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 34.073,60 ευρώ.

Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 3ης εφεσίβλητης υποθήκη ποσού 156.250 ευρώ επί του αγρού, επιφάνειας 8.657,60 τ.μ. στη θέση ... του Δήμου ..., στο Υποθηκοφυλακείο ..., με αριθμό ...-2009. 4) Ενυπόθηκο προσωπικό δάνειο, ποσού 20.000 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2007 σύμβασης, στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυητής, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 33.948,47 ευρώ.

Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 3ης εφεσίβλητης υποθήκη, ποσού 200.000 ευρώ επί του διαμερίσματος Β1 του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 76 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., ιδιοκτησίας της 2ης εφεσίβλητης, στην κυριότητα της οποίας περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθ. .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η υποθήκη εγγράφηκε με αριθμό ...-2009 στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου .... 5) Ενυπόθηκο προσωπικό δάνειο, ποσού 50.000 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2007 σύμβασης, στην οποία είχε συμβληθεί ως εγγυητής, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 90.483,82 ευρώ. Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 3ης εφεσίβλητης υποθήκη ποσού 200.000 ευρώ επί του διαμερίσματος Β1 του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 76 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., ιδιοκτησίας της 2ης εφεσίβλητης, στην κυριότητα της οποίας περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθ. .../1992 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Ε.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η υποθήκη εγγράφηκε με αριθμό ...-2009 στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου .... 6) Ενυπόθηκο προσωπικό δάνειο, ποσού 20.000 ευρώ από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2008 σύμβασης, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 36.638,12 ευρώ. Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 3ης εφεσίβλητης υποθήκη ποσού 156.250 ευρώ επί του αγρού, επιφάνειας 8.657,60 τ.μ.

στη θέση ... του Δήμου ..., στο Υποθηκοφυλακείο ..., με αριθμό ...-2009. 7) Δάνειο καταναλωτικής πίστης από την 3η εφεσίβλητη, δυνάμει του οποίου χορηγήθηκε σε αυτόν η υπ' αριθ. ... πιστωτική κάρτα, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 5.764,83 ευρώ. 8) Ενυπόθηκο τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ποσού 21.700 ευρώ από την 4η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. ...

σύμβασης στεγαστικού δανείου, στην οποία είχε συμβληθεί ως πρωτοφειλέτης, με υπόλοιπο οφειλής στις 09-08-2017 ποσού 27.301,14 ευρώ. Προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής έχει εγγραφεί υπέρ της 4ης εφεσίβλητης προσημείωση υποθήκης ποσού 26.040 ευρώ επί του αγρού, επιφάνειας 8.657,60 τ.μ. στη θέση ... του Δήμου ..., στο Υποθηκοφυλακείο ..., με αριθμό ...- 2012. 9) Δάνειο καταναλωτικής πίστης από την 5η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αριθ. 606 2013 00078 000 σύμβασης πίστωσης, με υπόλοιπο οφειλής στις 19-07-2018 ποσού 25.175,11 ευρώ. 10) Επίσης, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησης είχε δημιουργήσει οφειλές προς το εκκαλούν συνολικού ποσού 148.424 ευρώ (158.832,18 ευρώ - 10.408,18 ευρώ), που αντιστοιχεί στις μη δυνάμενες να υπαχθούν οφειλές, ήτοι οφειλές που αφορούν εισόδημα του οικονομικού έτους 2017 και οφειλές, που αφορούν διοικητικά πρόστιμα, κατ' άρθρα 1 παρ. 3 περ.

α' και 1 παρ. 4 περ. γ' του Ν. 3869/2010).

Συνεπώς, οι συνολικές οφειλές του 1ου εφεσιβλήτου προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του ανέρχονταν στο ποσό των 577.146,73 ευρώ, όπως προκύπτει από τις από 19-7-2018 αναλυτικές βεβαιώσεις της 3ης και της 5ης των εφεσιβλήτων, την από 9-8-2017 βεβαίωση της 4ης εφεσίβλητης και την από 28-6-2017 ενημέρωση οφειλών του εκκαλούντος.

Η δραστηριότητα που ασκεί ο 1ος εφεσίβλητος, ήτοι η διατήρηση ατομικής επιχείρησης που παρέχει υπηρεσίες ενοικίασης αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό ιδιοκτήτη και με οδηγό μη ιδιοκτήτη αποτελεί εμπορική πράξη, διότι παραχωρείται εκ μέρους του η χρήση του πράγματος, που προηγουμένως έχει αγοράσει, έναντι της καταβολής μισθώματος από το πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται η χρήση, ήτοι με σκοπό το κέρδος.

Οι ανωτέρω πράξεις, αγορά και διάθεση έναντι ανταλλάγματος των κινητών που αποκτήθηκαν με αγορά, που η πρώτη πράξη έχει ως στόχο την δεύτερη πράξη, αποτελούν τα σκέλη μιας σύνθετης εμπορικής δραστηριότητας που αναγνωρίζεται από το δίκαιο ως εμπορική. Η διενέργεια από τον 1° εφεσίβλητο της ανωτέρω πράξης που έχει εμπορικό χαρακτήρα προσδίδει σε αυτόν που την ασκεί ως σύνηθες επάγγελμα την ιδιότητα του εμπόρου.

Έχει αποκτήσει δηλαδή την εμπορική ιδιότητα, κατά το ουσιαστικό σύστημα, επειδή διενεργεί πρωτότυπα (αντικειμενικά) εμπορικές πράξεις ως σύνηθες επάγγελμα. Επίσης, το γεγονός ότι ο 1ος εφεσίβλητος είναι μέλος με ποσοστό 50% στην ανωτέρω συμπλοιοκτησία, που αποτελεί εμπορική εταιρία, επειδή έχει αντικείμενο την ενάσκηση ναυτιλιακών εργασιών με σκοπό το κέρδος (οι οποίες αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις), του προσδίδει την εμπορική ιδιότητα, διότι οι συμπλοιοκτήτες γίνονται έμποροι, επειδή συνεκμεταλλεύονται για προσωπικό λογαριασμό το πλοίο με σκοπό το κέρδος.

Αντίθετα, το γεγονός ότι ο 1ος εφεσίβλητος συμμετείχε ως ομόρρυθμος σε ομόρρυθμη εταιρία από το 1992 έως το 1997 δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι δεν διατηρούσε την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης (13-06-2018), ούτε κατά τον χρόνο παύσης των πληρωμών (2015). Με βάση όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο 1ος εφεσίβλητος κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης είχε την εμπορική ιδιότητα και κατ' επέκταση πτωχευτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010.

Δεν αποδείχθηκε από την άλλη μεριά ότι ήταν μικρέμπορος, ώστε να δικαιούται να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι την ιδιότητα του μικρεμπόρου πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης. Ο 1ος εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι τυγχάνει οδηγός λεωφορείου, ότι η εργασία του είναι χειρονακτική και ότι είναι βιοπαλαιστής, ενώ αποδείχθηκε ότι διαθέτει ατομική επιχείρηση ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό ιδιοκτήτη (ως κύρια δραστηριότητα) από την 08-01-2007 και ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό μη ιδιοκτήτη (ως δευτερεύουσα δραστηριότητα) από την 20-06-2017 αποκομίζοντας από την επιχειρηματική του αυτή δραστηριότητα κέρδη που ανήλθαν μέχρι το ποσό των 30.000 ευρώ περίπου (...), έχει στην κυριότητά του, πέραν των άλλων οχημάτων που διαθέτει, το με αριθμό κυκλοφορίας ...

τουριστικό λεωφορείο με 53 θέσεις, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας στις 14-05-1998, και ότι είναι μέλος με ποσοστό 50% στη συμπλοιοκτησία με την επωνυμία "Α. Γ. - Β. Δ." από τις 20-11-1989. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι ο 1ος εφεσίβλητος στερείτο πτωχευτικής ικανότητας, λόγω του ότι τυγχάνει οδηγός λεωφορείου και άρα μικρέμπορος, καθώς το κέρδος του από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού του μόχθου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.......''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την, από 26-1-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2/2021), έφεση που ασκήθηκε από το εκκαλούν-πρώτο αναιρεσίβλητο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθ. 7/2019 πρωτόδικη απόφαση του * Ειρηνοδικείου ..., η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την, από 7-6-2018 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 7/2018), αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσία, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών δεν ήταν μικρέμπορος και κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είχε την εμπορική ιδιότητα και επομένως πτωχευτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αλλά στις ρυθμίσεις του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007).

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στη προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ/τος 2/14-5-1835 "περί Εμποροδικείων", ενώ ορθά επίσης ερμήνευσε ως προς την έννοια του μικρεμπόρου (όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων) και δεν εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.

α` του ν. 3869/2010, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας ουσιαστικής διάταξης για την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.

Συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι ο αναιρεσείων: 1) διατηρεί, από 8-1-2007, ατομική επιχείρηση στη Κάρπαθο, με κύρια δραστηριότητα τις υπηρεσίες ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν) με οδηγό ιδιοκτήτη, ενώ με δευτερεύουσα δραστηριότητα, από 20-6-2017, τις υπηρεσίες ενοικίασης επιβατηγών αυτοκινήτων (πούλμαν), με οδηγό μη ιδιοκτήτη, 2) για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του χρησιμοποιεί, εκτός των άλλων οχημάτων που διαθέτει, το με αριθ.

κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης τουριστικό λεωφορείο κυριότητάς του, με χρόνο πρώτης κυκλοφορίας 14-5-1998, 3) η ανωτέρω επαγγελματική-εμπορική (παραχώρηση εκ μέρους του της χρήσης επιβατηγών αυτοκινήτων με οδηγό ιδιοκτήτη ή με οδηγό μη ιδιοκτήτη, έναντι καταβολής μισθώματος από τα πρόσωπα στα οποία παραχωρείται η χρήση δηλ.

με σκοπό το κέρδος) δραστηριότητα του αναιρεσείοντος αποτελεί οργανωμένη επιχείρηση με σημαντική επένδυση κεφαλαίου για την αγορά των αυτοκινήτων για άσκηση της δραστηριότητάς του, 4) είναι μέλος, από 20-11-1989, με ποσοστό 50%, στη συμπλοιοκτησία με την επωνυμία "Α. Γ. - Β. Δ.", η δε συμπλοιοκτησία αποτελεί εμπορική εταιρία αφού έχει ως αντικείμενο την άσκηση ναυτιλιακών εργασιών με σκοπό το κέρδος, οι οποίες αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, 5) από τις παραπάνω επαγγελματικές του δραστηριότητες είχε ετήσια εισοδήματα:

α) για το οικονομικό έτος 2003, 5.255,41 ευρώ, β) για το οικονομικό έτος 2004, 11.418,40 ευρώ, γ) για το οικονομικό έτος 2005, 7.952,12 ευρώ, δ) για το οικονομικό έτος 2006, 12.571,32 ευρώ, ε) για το οικονομικό έτος 2007, 13.423,52 ευρώ, στ) για το οικονομικό έτος 2008, 20.360,69 ευρώ, ζ) για το οικονομικό έτος 2009, 22.317,12 ευρώ, η) για το οικονομικό έτος 2010, 27.680,55 ευρώ, θ) για το οικονομικό έτος 2011, 29.998,83 ευρώ, ι) για το οικονομικό έτος 2012, 20.454,47 ευρώ, κ) για το οικονομικό έτος 2013, 24.153,49 ευρώ, λ) για το οικονομικό έτος 2014, 22.764,46 ευρώ, μ) για το φορολογικό έτος 2014, 13.480,95 ευρώ, ν) για το φορολογικό έτος 2015, 20.630,26 ευρώ, ξ) για το φορολογικό έτος 2016, 23.043,83 ευρώ και για το φορολογικό έτος 2017, 22.186,72 ευρώ και 6) οι οφειλές του από τα δάνεια που έλαβε, από το έτος 2006 και μεταγενέστερα, ως πρωτοφειλέτης και ως εγγυητής, από τις καθών και ήδη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες-πιστώτριες και οι οφειλές του προς το πρώτο αναιρεσίβλητο, ανέρχονται στο ποσό των 577.146,73 ευρώ.

Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 (πτωχευτικός κώδικας) και 2 του β.δ/τος 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ αντίστοιχα απέκλεισε την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζοντας τα αντίθετα, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (εσφαλμένα αναγράφεται 559), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε ακολουθία των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 175/2025, ΑΠ 456/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 25-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 106/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ